Μπερλινάλε 2026: Το Φεστιβάλ Βερολίνου υπερασπίζεται τον Βιμ Βέντερς όσο ο διχασμός συνεχίζεται
Οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι με πολιτικό τρόπο, υποστήριξε ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στη Μπερλινάλε Βιμ Βέντερς, και μετά ο πόλεμος κηρύχθηκε ξανά
Στη Μπερλινάλε 2026, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου επέλεξε ως πρόεδρο τον σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, έναν δημιουργό που κινηματογραφεί με εσωτερικότητα και αποφεύγει τις εντάσεις. Ήταν μια κίνηση στρατηγικής που ωστόσο πρόδωσε γρήγορα τη διοίκηση της διοργάνωσης από το ξεκίνημα της.
Όλα ξεκίνησαν την Πέμπτη, στην τελετή έναρξης της Berlinale όταν ο κινηματογραφιστής Βέντερς και τα υπόλοιπα μέλη δέχτηκαν μπαράζ ερωτήσεων σχετικά με τη στάση του φεστιβάλ –και του κινηματογράφου γενικότερα– απέναντι στα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα της εποχής και ειδικότερα όσα συμβαίνουν στη Γάζα.
Κάπως σιβυλλικά ο Βέντερς είπε:
«Οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι με πολιτικό τρόπο. Καμία ταινία δεν έχει πραγματικά αλλάξει τις ιδέες οποιουδήποτε πολιτικού. Μπορούμε να αλλάξουμε την ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για τη ζωή. Υπάρχει μεγάλο κενό σε αυτόν τον πλανήτη, ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν τις ζωές τους και στις κυβερνήσεις που έχουν άλλες ιδέες. Πιστεύω ότι οι ταινίες καλύπτουν ακριβώς αυτό το κενό».
Απαντώντας σε μια ξεκάθαρη ερώτηση σχετικά με τη γερμανική υποστήριξη προς το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα και την «επιλεκτική» αλληλεγγύη προς τους πολιορκημένους λαούς σε όλο τον κόσμο, ο Βέντερς απέρριψε την ιδέα ότι η κινηματογραφική βιομηχανία ή το φεστιβάλ πρέπει να λαμβάνουν ενεργά πολιτικές θέσεις.
«Πρέπει να μείνουμε έξω από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι αποκλειστικά πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής», είπε. «Αλλά εμείς είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών».
«Πρέπει να μείνουμε έξω από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι αποκλειστικά πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής»
Ενα άλλο μέλος της κριτικής επιτροπής, η Πολωνίδα Εύα Πουστζίνσκα, παραγωγός της σπουδαίας και ξεκάθαρα πολιτικής ταινίας του Τζόναθαν Γκλέιζερ, Ζώνη Ενδιαφέροντος, που αφηγείται την ειδυλλιακή οικογενειακή ζωή του διοικητή του Άουσβιτς και της οικογένειάς του, δίπλα ακριβώς στο στρατόπεδο του θανάτου, απάντησε σε ερώτηση σχετικά με τη στήριξη που έχει δείξει η γερμανική κυβέρνηση προς το Ισραήλ.
«Είναι περίπλοκη και κάπως άδικη [η ερώτηση που μας απευθύνεται]» είπε η Πουστζίνσκα. «Φυσικά, προσπαθούμε να μιλήσουμε στους ανθρώπους – σε κάθε θεατή ξεχωριστά – ώστε να τους κάνουμε να σκεφτούν, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για το ποια θα είναι η απόφασή τους, αν θα στηρίξουν το Ισραήλ ή αν θα στηρίξουν την Παλαιστίνη. Υπάρχουν πολλοί άλλοι πόλεμοι όπου διαπράττεται γενοκτονία και δεν μιλάμε γι’ αυτό».
Η πρώτη ηχηρή αντίδραση δεν άργησε. Μόλις μια μέρα μετά, την Παρασκευή, η Ινδή σκηνοθέτιδα και συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι ανακοίνωσε την αποχώρηση της από τη διοργάνωση που επρόκειτο να επισκεφθεί με αφορμή την προβολή της κλασικής της ταινίας In Which Annie Gives It Those Ones.
Στην ανακοίνωση της η βραβευμένη με το Βραβείο Booker συγγραφέας ξεκαθάρισε τη δική της θέση.
«Το In Which Annie Gives It Those Ones, μια ιδιόρρυθμη και παιχνιδιάρικη ταινία που έγραψα πριν από 38 χρόνια, επιλέχθηκε να προβληθεί στο τμήμα Classics της Berlinale 2026. Βρήκα την απόφαση γλυκιά και υπέροχη.
Παρόλο που έχω βαθιά ανησυχήσει από τις θέσεις που έχουν λάβει η γερμανική κυβέρνηση και διάφοροι γερμανικοί πολιτιστικοί θεσμοί σχετικά με την Παλαιστίνη, πάντοτε λάμβανα πολιτική αλληλεγγύη όταν μιλούσα στο γερμανικό κοινό για τις απόψεις μου σχετικά με τη γενοκτονία στη Γάζα. Αυτό ήταν που μου επέτρεψε να σκεφτώ το ενδεχόμενο να παρευρεθώ στην προβολή της ταινίας στη Berlinale.
Σήμερα το πρωί, όπως εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, άκουσα τις ασυνείδητες δηλώσεις που έκαναν μέλη της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου όταν τους ζητήθηκε να σχολιάσουν τη γενοκτονία στη Γάζα. Το να τους ακούω να λένε ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική είναι συγκλονιστικό. Είναι ένας τρόπος να κλείνει η συζήτηση για ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, την ίδια στιγμή που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σε πραγματικό χρόνο. Ειδικά όταν οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς και οι κινηματογραφιστές θα έπρεπε να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να το σταματήσουν.
«Αν οι σημαντικότεροι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες της εποχής μας δεν μπορούν να υψώσουν τη φωνή τους και να το πουν αυτό, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η ιστορία θα τους κρίνει. Είμαι σοκαρισμένη και αηδιασμένη»
Ας το πω ξεκάθαρα: αυτό που συνέβη στη Γάζα, αυτό που συνεχίζει να συμβαίνει, είναι μια γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το Κράτος του Ισραήλ. Υποστηρίζεται και χρηματοδοτείται από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας, καθώς και από αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης, γεγονός που τις καθιστά συνένοχες στο έγκλημα.
Αν οι σημαντικότεροι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες της εποχής μας δεν μπορούν να υψώσουν τη φωνή τους και να το πουν αυτό, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η ιστορία θα τους κρίνει. Είμαι σοκαρισμένη και αηδιασμένη.
Με βαθιά λύπη, οφείλω να πω ότι δεν θα παρευρεθώ στη Berlinale».
Η φαινομενικά θεωρητική ερώτηση για τη δύναμη της έβδομης τέχνης στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου ηθική και πολιτική κρίση στους διαδρόμους της φετινής Μπερλινάλε.
Σε μια φορτισμένη επίσημη ανακοίνωση, η διοίκηση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου πήρε θέση απέναντι στην αυξανόμενη απαίτηση των μέσων ενημέρωσης για πολιτική στράτευση των καλλιτεχνών, υπερασπιζόμενη την πολυπλοκότητα της δημιουργίας και της κριτικής επιτροπής.
Με φόντο τις διεθνείς συρράξεις και την πίεση για άμεσες τοποθετήσεις, το Φεστιβάλ Βερολίνου με το κείμενο που υπογράφει η διευθύντρια της διοργάνωσης Τρίσια Τατλ ξεκαθαρίζει πως η τέχνη μιλά συχνά με πιο βαθιούς και λιγότερο θορυβώδεις τρόπους από τα πολιτικά συνθήματα.
Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη τέχνης και πολλοί διαφορετικοί τρόποι να είναι κανείς πολιτικός. Οι ατομικές προσεγγίσεις ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί ζήτησαν την ελευθερία του λόγου στην Μπερλινάλε και η ελευθερία του λόγου είναι παρούσα εδώ. Ωστόσο, παρατηρούμε πως αναμένεται όλο και συχνότερα από τους κινηματογραφιστές να απαντούν σε κάθε ερώτηση που τους τίθεται. Επικρίνονται αν δεν απαντήσουν. Επικρίνονται αν απαντήσουν και όσα λένε δεν μας αρέσουν. Επικρίνονται εάν δεν μπορούν να συμπυκνώσουν σύνθετες σκέψεις σε ένα σύντομο ηχητικό απόσπασμα όταν τους τοποθετείται ένα μικρόφωνο μπροστά τους, ενώ οι ίδιοι πίστευαν ότι θα μιλούσαν για κάτι εντελώς διαφορετικό.
Είναι δύσκολο να βλέπει κανείς την Μπερλινάλε και τόσες εκατοντάδες κινηματογραφιστές και ανθρώπους που εργάζονται για αυτό το φεστιβάλ, να συμπυκνώνονται σε κάτι που δεν αναγνωρίζουμε πάντα στον λόγο των μέσων ενημέρωσης και του διαδικτύου.
Κατά τη διάρκεια των επόμενων δέκα ημερών, οι δημιουργοί θα μιλούν συνεχώς. Μιλούν μέσα από το έργο τους. Μιλούν για το έργο τους. Μιλούν, κατά καιρούς, για τη γεωπολιτική που μπορεί να σχετίζεται ή όχι με τις ταινίες τους. Πρόκειται για ένα μεγάλο, σύνθετο φεστιβάλ, το οποίο οι άνθρωποι εκτιμούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και για πολλούς διαφορετικούς λόγους.
«Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να ασκούν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου με όποιον τρόπο επιλέγουν. Δεν θα πρέπει να αναμένεται από αυτούς να σχολιάζουν όλες τις ευρύτερες συζητήσεις για τις προηγούμενες ή τρέχουσες πρακτικές ενός φεστιβάλ επί των οποίων δεν έχουν κανέναν έλεγχο»
Στο φετινό πρόγραμμα περιλαμβάνονται 278 ταινίες που φέρουν πλήθος οπτικών γωνιών. Υπάρχουν ταινίες για τη γενοκτονία, για τη σεξουαλική βία στον πόλεμο, για τη διαφθορά, για την πατριαρχική βία, για την αποικιοκρατία ή την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας. Υπάρχουν κινηματογραφιστές εδώ που έχουν αντιμετωπίσει τη βία και τη γενοκτονία στη ζωή τους, που μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με τη φυλάκιση, την εξορία, ακόμη και τον θάνατο για το έργο που δημιούργησαν ή τις θέσεις που έλαβαν. Έρχονται στο Βερολίνο και μοιράζονται το έργο τους με θάρρος. Αυτό συμβαίνει τώρα.
Ενισχύουμε άραγε αυτές τις φωνές όσο τους αναλογεί;
Υπάρχουν επίσης δημιουργοί που έρχονται στην Μπερλινάλε με διαφορετικούς πολιτικούς στόχους: να αναρωτηθούν πώς μπορούμε να μιλήσουμε για την τέχνη ως τέχνη και πώς μπορούμε να κρατήσουμε τις κινηματογραφικές αίθουσες ζωντανές, ώστε οι ανεξάρτητες ταινίες να έχουν ακόμα χώρο για να προβληθούν και να συζητηθούν. Σε ένα μιντιακό περιβάλλον που βρίσκεται σε κρίση, απομένει όλο και λιγότερος χώρος για ουσιαστική συζήτηση γύρω από τον κινηματογράφο ή τον πολιτισμό γενικότερα, εκτός αν μπορούν κι αυτά να ενταχθούν σε μια ειδησεογραφική ατζέντα.
«Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει δημιουργός που προβάλλεται σε αυτό το φεστιβάλ και είναι αδιάφορος για όσα συμβαίνουν στον κόσμο, που δεν παίρνει στα σοβαρά τα δικαιώματα, τις ζωές και την τεράστια οδύνη των ανθρώπων στη Γάζα και τη Δυτική Οχθη, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν, στο Ιράν, στην Ουκρανία, στη Μινεάπολη και σε έναν τρομακτικά μεγάλο αριθμό άλλων τόπων»
Ορισμένες ταινίες εκφράζουν την πολιτική με «π» πεζό: εξετάζουν την εξουσία στην καθημερινή ζωή, το ποιος και τι είναι ορατό ή αόρατο, ποιος συμπεριλαμβάνεται ή αποκλείεται. Άλλες ασχολούνται με την Πολιτική με «Π» κεφαλαίο: κυβερνήσεις, κρατικές πολιτικές, θεσμούς εξουσίας και δικαιοσύνης. Αυτό αποτελεί επιλογή. Η αντιπαράθεση με την εξουσία συμβαίνει με ορατούς τρόπους και μερικές φορές με πιο αθόρυβους, προσωπικούς τρόπους.
Σε όλη την ιστορία της Μπερλινάλε, πολλοί καλλιτέχνες έθεσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα στο επίκεντρο της δουλειάς τους. Άλλοι δημιούργησαν ταινίες που βλέπουμε ως διακριτικά ριζοσπαστικές πολιτικές πράξεις, εστιάζοντας σε μικρές, εύθραυστες στιγμές φροντίδας, ομορφιάς, αγάπης ή σε ανθρώπους που είναι αόρατοι για τους περισσότερους από εμάς, ανθρώπους που είναι μόνοι. Μας βοηθούν να συνδεθούμε με την κοινή μας ανθρωπιά μέσα από τις ταινίες τους. Και σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, αυτό είναι πολύτιμο.
Αυτό που συνδέει τόσους πολλούς από αυτούς τους κινηματογραφιστές στην Μπερλινάλε είναι ο βαθύς σεβασμός για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει κινηματογραφιστής που συμμετέχει σε αυτό το φεστιβάλ και παραμένει αδιάφορος για όσα συμβαίνουν στον κόσμο, που δεν παίρνει στα σοβαρά τα δικαιώματα, τις ζωές και τα απέραντα δεινά των ανθρώπων στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Σουδάν, στο Ιράν, στην Ουκρανία, στη Μινεάπολη και σε έναν τρομακτικό αριθμό άλλων περιοχών.
Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να ασκούν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου με όποιον τρόπο επιλέγουν. Δεν θα πρέπει να αναμένεται από αυτούς να σχολιάζουν όλες τις ευρύτερες συζητήσεις για τις προηγούμενες ή τρέχουσες πρακτικές ενός φεστιβάλ επί των οποίων δεν έχουν κανέναν έλεγχο. Ούτε θα πρέπει να αναμένεται να μιλούν για κάθε πολιτικό ζήτημα που τους τίθεται, εκτός αν το θέλουν οι ίδιοι. Συνεχίζουμε αυτό το έργο επειδή αγαπάμε τον κινηματογράφο, αλλά ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι η παρακολούθηση ταινιών μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, ακόμα και αν πρόκειται για την εξαιρετικά αργή μετατόπιση που επιφέρει η αλλαγή των ανθρώπων, μία καρδιά ή ένας νους τη φορά.
Ευχαριστούμε την ομάδα μας, τους καλεσμένους, τις κριτικές επιτροπές, τους κινηματογραφιστές μας και τους πολλούς άλλους που εμπλέκονται στην Μπερλινάλε για την ψυχραιμία τους σε αυτούς τους πύρινους καιρούς.
«Δεν υπάρχει ουδέτερη τέχνη»
Ο Βιμ Βέντερς δεν έχει τοποθετηθεί για όλα όσα ξεκίνησαν από τις λέξεις του. Ωστόσο η συζήτηση έχει πυροδοτηθεί. Υπάρχει τέχνη απολιτίκ; Το διαδίκτυο είναι ένα υπέροχο λαγούμι μέσα στο χρόνο και ο Βέντερς έχει ήδη δώσει την απάντηση του από το 1991.
Στο βιβλίο του Η Λογική των Εικόνων (The Logic of Images), ο Βιμ Βέντερς καταθέτει μια ανατρεπτική οπτική που κλονίζει την πεποίθηση πως ο κινηματογράφος μπορεί να διαχωριστεί σε «στρατευμένο» και «ψυχαγωγικό».
Για τον Βέντερς, η έννοια της ουδετερότητας στην τέχνη είναι ένας μύθος. Υποστηρίζει σθεναρά πως κάθε ταινία είναι εκ των πραγμάτων πολιτική. Ωστόσο, η πιο επικίνδυνη και βαθιά πολιτική μορφή κινηματογράφου δεν βρίσκεται στις ταινίες με ρητά κοινωνικά μηνύματα, αλλά σε εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται αποκλειστικά ως έργα «ψυχαγωγίας».
Ο Γερμανός σκηνοθέτης εξηγεί πως αυτές οι ταινίες είναι οι πλέον πολιτικές ακριβώς επειδή αρνούνται την ίδια την προοπτική της κοινωνικής ή προσωπικής μεταλλαγής. Σε κάθε τους πλάνο, μεταφέρουν υποσυνείδητα το μήνυμα πως όλα είναι καλώς καμωμένα ως έχουν. Λειτουργούν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ως μια διαρκής διαφήμιση της υφιστάμενης κατάστασης, πείθοντας τον θεατή πως ο κόσμος είναι στατικός και η αλλαγή περιττή.
Αυτός ο καθησυχαστικός μηχανισμός είναι, κατά τον Βέντερς, η πιο ισχυρή μορφή πολιτικής χειραγώγησης.
Αναφερόμενος στη δική του ταινία Ένας Αμερικανός φίλος (Der amerikanische Freund, 1977), ο Βέντερς επιχειρεί να δείξει έναν διαφορετικό δρόμο. Παρόλο που το έργο εντάσσεται στο πλαίσιο της ψυχαγωγίας και διαθέτει στοιχεία αγωνίας, αρνείται να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του κατεστημένου. Στη δική του κινηματογραφική γλώσσα, τα πάντα παραμένουν ρευστά, ανοιχτά και σε διαρκή κίνδυνο. Η ταινία δεν περιέχει ρητό πολιτικό περιεχόμενο, όμως σέβεται την ακεραιότητα του θεατή.
Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζει ο Βέντερς σε πολλές λεγόμενες «πολιτικές» ταινίες είναι ο διδακτισμός τους. Συχνά, αυτές οι παραγωγές αντιμετωπίζουν τους χαρακτήρες τους, αλλά και το κοινό τους, σαν μαριονέτες που πρέπει να καθοδηγηθούν σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Αντίθετα, ο ποιοτικός κινηματογράφος οφείλει να μην υποτιμά τη νοημοσύνη του δέκτη.
Η πραγματική πολιτική παρέμβαση ενός έργου τέχνης έγκειται στην άρνησή του να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αφήνοντας τον χώρο στον άνθρωπο να αναμετρηθεί με την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, κάπου ανάμεσα στο Παρίσι και το Τέξας.