Καναδάς: Η ένοπλη επίθεση έγινε ενώ είχε ξεκινήσει πρόγραμμα επαναγοράς όπλων από την κυβέρνηση
Ο Καναδάς, έπειτα από ένοπλη επίθεση με 22 θύματα το 2020, είχε ανακοινώσει ένα πρόγραμμα απόσυρσης όπλων που ανήκαν σε ιδιώτες. Το πρόγραμμα αυτό είχε αρχίσει να εφαρμόζεται τον Ιανουάριο.
Η οπλοκατοχή είναι πρόβλημα που αντιμετωπίζει και ο Καναδάς, αν και σε μικρότερο βαθμό από τις ΗΠΑ. Η ένοπλη επίθεση στο Τάμπλερ Ριτζ, με τους 9 νεκρούς και 27 τραυματίες, έφερε στο προσκήνιο μια πολιτική απόσυρσης τουφεκίων εφόδου, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τριντό.
Ο πρώην πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα ενίσχυε τους νόμους περί όπλων
Αφορμή, μια ένοπλη επίθεση το 2020 στη Νέα Σκωτία με 22 νεκρούς.
Νόμοι περί όπλων
Ο Καναδάς έχει αυστηρότερους περιορισμούς αναφορικά με την οπλοκατοχή σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Τα όπλα είναι ζήτημα που απασχολεί πολύ την κοινή γνώμη, καθώς η κυβέρνησή της προσπαθεί να εφαρμόσει τους νόμους περί όπλων.
Μιλώντας στο καναδικό δίκτυο CBS, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Saint Mary’s στη Νέα Σκωτία, Μπλέικ Μπράουν, σημείωσε:
«Ο Καναδάς έχει στην πραγματικότητα ένα αρκετά υψηλό ποσοστό οπλοκατοχής πολιτών σε σύγκριση με άλλες προηγμένες δημοκρατίες».
Σύμφωνα με τον ειδικός στον έλεγχο των όπλων στον Καναδά, η χώρα έχει περίπου 37,4 πυροβόλα όπλα πολιτών ανά 100 άτομα. Στην Αυστραλία, ο αντίστοιχος αριθμός είναι 14,5, βάσει στοιχείων Έρευνας για τα Μικρά Όπλα του 2017.
Ο Μπλέικ Μπράουν επισήμανε ότι η ένοπλη επίθεση της Τρίτης στο Τάμπλερ Ριτζ της Βρετανικής Κολομβίας σημειώθηκε αμέσως μετά την ανακοίνωση ενός πολυσυζητημένου, πολυαναμενόμενου προγράμματος εξαγοράς απαγορευμένων πυροβόλων όπλων. Το πρόγραμμα προτάθηκε για πρώτη φορά μετά τη χειρότερη ομαδική δολοφονία στον Καναδά, το 2020.
Τότε, ένοπλος σκότωσε 22 άτομα κατά τη διάρκεια ένοπλης επίθεσης στη Νέα Σκωτία. Για να συλληφθεί ακολούθησε 12ωρο ανθρωποκυνηγητό. Μετά το περιστατικό, ο τότε πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα ενίσχυε τους νόμους περί όπλων.
Έναντι αποζημίωσης
Στα μέσα Ιανουαρίου 2026, η κυβέρνηση του Καναδά ανακοίνωσε ότι οι ιδιοκτήτες οποιασδήποτε από τις 2.500 απαγορευμένες μάρκες και μοντέλα πυροβόλων όπλων τύπου επίθεσης – συμπεριλαμβανομένων των AR-15 – έχουν προθεσμία έως τις 31 Μαρτίου για να παραδώσουν τα όπλα τους. Και φυσικά να λάβουν αποζημίωση.
Μετά από αυτήν την ημερομηνία, οι ιδιοκτήτες όπλων δεν θα αποζημιωθούν για τα όπλα τους. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να τα παραδώσουν στις αρχές.
Όπως σημείωσε όμως ο καθηγητής Μπράουν, «η υπόσχεση (το 2020) ήταν ότι επρόκειτο να αγοράσουν αυτά τα όπλα, να προσφέρουν στους ιδιοκτήτες τους χρήματα για να πάρουν πίσω αυτά τα όπλα».
Αλλά, «αυτό άργησε πολύ, πάρα πολύ να συμβεί».
Η αντίσταση των Συντηρητικών
Η ευθύνη για την καθυστέρηση δεν ανήκει όλη στην κυβέρνηση του Καναδά. Συνέβαλε σε αυτό και η αντίδραση των κατόχων όπλων. Αν και το λόμπι όπλων του Καναδά είναι πολύ μικρότερο από τα αντίστοιχα λόμπι στις ΗΠΑ, ο Μπράουν λέει ότι εξακολουθεί να είναι «σημαντικό».
Επίσης, απέναντι στέκεται και το Συντηρητικό Κόμμα της χώρας. Ο ηγέτης των Συντηρητικών, Πιερ Πουαλιέβρ, έχει συχνά καταδικάσει το πρόγραμμα επαναγοράς όπλων. Το έχει χαρακτηρίσει «αρπαγή όπλων», που θα έβλαπτε τους νομοταγείς κατόχους.
Υπάρχουν επίσης ζητήματα εφαρμογής του προγράμματος. Ορισμένες επαρχίες, όπως η Αλμπέρτα, έχουν δηλώσει ότι δεν θα συμμετάσχουν καθόλου στην επαναγορά.
«Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι μπορεί να υποθέσουν ότι ο Καναδάς είναι ένα μέρος χωρίς πολλά όπλα ή πραγματικά ισχυρούς νόμους περί όπλων», είπε ο Μπράουν.
«Και στην πραγματικότητα, υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος αριθμός όπλων. Και οι νόμοι περί όπλων, αν και είναι καλοί από ορισμένες απόψεις, εξακολουθούν να έχουν αδυναμίες που κάποιοι τις εκμεταλλεύονται».