Magnificent Seven: Tεχνο-ολιγάρχες, οι ληστρικοί βαρόνοι του σήμερα
Ακόμη και μια τυχαία, ιστορική αναδρομή στη Χρυσή Εποχή των ΗΠΑ, αποκαλύπτει εντυπωσιακές ομοιότητες αδικίας όσο οι ληστρικοί βαρόνοι του χθες αλλάζουν απλά πεδίο δράσης για τη δυστοπία του σήμερα
Από την κατασκευή των σιδηροδρόμων από Κινέζους μετανάστες μέχρι την αστρονομική αποτίμηση των σύγχρονων κολοσσών της Σίλικον Βάλεϊ, το φαινόμενο των «ληστρικών βαρόνων» παραμένει ένα επίκαιρο ζήτημα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας σημειώνει η El Pais.
Η δυναμική της αμερικανικής οικονομίας διαμορφώθηκε μέσα από περιόδους τεράστιας βιομηχανικής ανάπτυξης, οι οποίες όμως συνοδεύτηκαν από σκληρές κοινωνικές ανισότητες και αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές πρακτικές.
Αναλύοντας τη διαδρομή από τον νόμο περί αποκλεισμού των Κινέζων έως την κυριαρχία των Υπέροχων Επτά (Μagnificient Seven), γίνεται σαφές ότι η μάχη για τη ρύθμιση των μονοπωλίων είναι μια διαρκής πρόκληση για τη δημοκρατία με τη δεύτερη μάλλον να βγαίνει ηττημένη -τουλάχιστον μέχρι τώρα.
Η πρώτη επίσημη νομοθεσία κατά της μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες θεσπίστηκε το 1882 με τον Νόμο περί Αποκλεισμού των Κινέζων, υπό την προεδρία του Τσέστερ Άρθουρ.
Παρά το γεγονός ότι τα ξένα εργατικά χέρια ήταν αναγκαία για την ανάπτυξη της χώρας, το ρατσιστικό κλίμα οδήγησε στην απαγόρευση εισόδου Κινέζων εργατών, μια ρύθμιση που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1943.
Κατά τη διάρκεια της Χρυσής Εποχής, της Gilded Age του 19ου αιώνα, οι εργάτες αυτοί έχτισαν το εντυπωσιακό δίκτυο σιδηροδρόμων και τηλεγράφου που επέτρεψε στις ΗΠΑ να καταστούν παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή χάλυβα, άνθρακα και βάμβακος.
Η εργασία τους δημιούργησε μυθικές περιουσίες. Τότε το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού είχε στην κατοχή του το 70% της συνολικής περιουσίας της χώρας.
Ονόματα όπως ο Τζον Ροκφέλερ, ο Άντριου Κάρνεγκι και ο Τζέι Πι Μόργκαν έγιναν συνώνυμα του όρου «ληστρικοί βαρόνοι» [robber barrons].
Όλοι λευκοί άνδρες, αφοσιωμένοι στη συνέχιση αποικιοκρατικών εγκλημάτων, αυτοί οι μεγιστάνες του πλούτου αποθεώθηκαν ως τοτέμ και μονοπωλούσαν εντυπώσεις με με θρυλικές γιορτές και πολύτιμες συλλογές τέχνης.
Παράλληλα, όταν οι χοροί είχαν τερματιστεί, διεξήγαγαν έναν συνεχή αγώνα για την αποφυγή των φόρων και το μπλοκάρισμα κάθε είδους κρατικής ρύθμισης.
Όπως σημειώνει ο ιστορικός Χαλ Μπρίτζες, ο όρος «ληστρικός βαρόνος» επινοήθηκε για να περιγράψει τους ηγέτες της επιχειρηματικότητας στη Χρυσή Εποχή των ΗΠΑ που ήταν «στο σύνολό τους, μια ομάδα από άπληστους απατεώνες που συστηματικά εξαπατούσαν και λήστευαν επενδυτές και καταναλωτές, διέφθειραν την κυβέρνηση, πολεμούσαν ανελέητα μεταξύ τους και γενικά ασκούσαν ληστρικές δραστηριότητες συγκρίσιμες με εκείνες της μεσαιωνικής Ευρώπης».
Χρειάστηκαν ηγετικές φυσιογνωμίες όπως ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ για να γίνει κατανοητό ότι αυτές οι εταιρείες είχαν αποκτήσει υπερβολική ισχύ, ικανή να πυροδοτήσει κολοσσιαίες οικονομικές κρίσεις.
Σήμερα, η συγκέντρωση πλούτου έχει μετατοπιστεί στη λίγκα των Magnificent Seven και των ολιγαρχών της τεχνολογίας.
Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon, Meta, Nvidia και Tesla και τα αφεντικά τους έχουν συγκεντρώσει υπερβολική δύναμη και ορίζουν τις αγορές εξυπηρετώντας τη δική τους ατζέντα.
Η συνδυασμένη χρηματιστηριακή αξία αυτών των κολοσσών ξεπερνά τα 20 τρισεκατομμύρια δολάρια, με την Nvidia να ηγείται με αποτίμηση 4,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Στην ανασκόπηση της χρονιάς του 2025 ο The Guardian υπογράμμισε τη σοκαριστικά στενή συνεργασία της τεχνολογικής ελίτ με την κυβέρνηση Τραμπ.
Πολλές εταιρείες εγκατέλειψαν τα προγράμματα διαφορετικότητας (DEI) και συνεργάστηκαν με τις αρχές για την εφαρμογή σκληρών μεταναστευτικών πολιτικών.
Ως αντάλλαγμα, η βιομηχανία κέρδισε εκτεταμένη απορρύθμιση και ένα προεδρικό διάταγμα που εμποδίζει τις πολιτείες να ρυθμίζουν την AI.
Οι πρακτικές των τεχνο-ολιγαρχών και η πολιτική τους επιρροή ανησυχεί πολλούς αναλυτές ενώ ιστορικοί αλλά και σχολιαστές τους ταυτίζουν με τους ληστρικούς βαρόνους του παρελθόντος.
Η μάχη για το αν μια χούφτα δισεκατομμυριούχων από τη Σίλικον Βάλεϊ θα πρέπει να ελέγχει το μέλλον παραμένει ένα από τα κεντρικά διακυβεύματα του σήμερα.
Η πρόσφατη ανάρτηση του Σάντερς, μετά από τη μονοπωλιακή επέλαση στα μίντια των ΗΠΑ της δυναστείας των Έλισον, θα μπορούσε να είναι μυθοπλασία, απόσπασμα από σελίδα στο 1984 του Όργουελ.
Σε μια ελεγχόμενη από ληστρικούς ολιγάρχες αγορά, ο πλούτος είναι μια υπόθεση της ελίτ που θα κάνει ό,τι μπορεί για να καθιερωθεί η ανισότητα εσαεί.