Φέργκι Τσέιμπερς: Μπορεί ένας δισεκατομμυριούχος να είναι αντικαπιταλιστής κομμουνιστής που θέλει επανάσταση;
Ο Φέργκι Τσέιμπερς, μεγιστάνας κληρονόμος των Κοξ, έλεγε πως ήθελε να χρηματοδοτήσει την κατάρρευση της αδικίας με τα χρήματα του και να χτίσει έναν κόσμο ενάντια στο σύστημα που τον μεγάλωσε. Αλλά σε έναν κόσμο βουτηγμένο στον πλούτο, υπάρχει κάτι που δεν αγοράζεται;
Ο Φέργκι Τσέιμπερς δεν είναι ένας συνηθισμένος κληρονόμος. Ένας άνθρωπος που κατέχει μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες στον πλανήτη και την ίδια στιγμή ονειρεύεται την ολοκληρωτική κατάρρευση της αυτοκρατορίας που την δημιούργησε δεν συναντάται συχβάς.
Ο Τσέιμπερς είναι ένα από τα πιο δυσεξήγητα παράδοξα της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας.
Όταν το Vanity Fair έστρεψε την προσοχή του στον αποστάτη της δυναστείας των Κοξ περιγράφοντας τη διαδρομή του από τα σαλόνια της ελίτ στη ριζοσπαστικοποίηση, τον ισλαμισμό και τον ανοιχτό πόλεμο με το αμερικανικό κατεστημένο, το πορτρέτο του συζητήθηκε ευρέως.
Κληρονόμος της Cox Enterprises —ενός κολοσσού των μέσων ενημέρωσης και της αυτοκινητοβιομηχανίας— ο Τσέιμπερς βρέθηκε από νωρίς στο κέντρο μιας αμύθητης περιουσίας. Ο Τσέιμπερς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον πλούτο ως πολιορκητικό κριό ενάντια στο ίδιο το σύστημα που τον καλλιέργησε.
Μετά από χρόνια προσωπικών αναζητήσεων, απεξάρτησης και θρησκευτικής μεταστροφής στο Ισλάμ, ο Τσέιμπερς αυτοπροσδιορίζεται πλέον ως κομμουνιστής και αντι-ιμπεριαλιστής, χρηματοδοτώντας κινήματα που πολλοί στις ΗΠΑ χαρακτηρίζουν ως «επικίνδυνα» ή «ανατρεπτικά».
Η σχέση του με την οικογένειά του, μία από τις πλουσιότερες και πιο ισχυρές στον κόσμο, έχει διαρραγεί οριστικά. Στο προφίλ του από τον Μάιο του 2024 ο Τσέιμπερς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σκληρή γλώσσα για τους συγγενείς του, κατηγορώντας τους για τη συμμετοχή τους στη διατήρηση ενός συστήματος που, κατά τον ίδιο, βασίζεται στην εκμετάλλευση και τον πόλεμο.
«Αυτά τα χρήματα είναι βαμμένα με αίμα και εκμετάλλευση γενεών. Το να τα κρατάω για τον εαυτό μου θα με καθιστούσε συνένοχο σε ένα διαρκές έγκλημα».
Η ρήξη με την αυτοκρατορία των Κοξ δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά βαθιά ιδεολογική και προσωπική. Αναφερόμενος στην τεράστια περιουσία που κληρονόμησε, ο Τσέιμπερς είπε:
«Αυτά τα χρήματα είναι βαμμένα με αίμα και εκμετάλλευση γενεών. Το να τα κρατάω για τον εαυτό μου θα με καθιστούσε συνένοχο σε ένα διαρκές έγκλημα».
Ερωτηθείς για την οικογένειά του και τον τρόπο που διοικούν τις επιχειρήσεις τους, η απάντησή του είναι κοφτή. «Η οικογένειά μου είναι το πρόσωπο του καπιταλισμού που πρέπει να ηττηθεί. Δεν τους μισώ ως άτομα, τους εχθρεύομαι ως εκπροσώπους ενός συστήματος που πνίγει την ανθρωπότητα» απάντησε.
Μέσα από τις ωμές και συχνά προκλητικές τοποθετήσεις του, ο αποστάτης της δυναστείας ξεκαθαρίζει πως η περιουσία του δεν είναι μέσο επίδειξης, αλλά το καύσιμο για μια παγκόσμια κοινωνική έκρηξη.
Ο Φέργκι Τσέιμπερς δεν χρησιμοποιεί ευφημισμούς όταν περιγράφει τη θέση του στην παγκόσμια οικονομική πυραμίδα. Η αυτοπεποίθησή του πηγάζει από την πλήρη αποδοχή του ρόλου του ως «εσωτερικού εχθρού» της ελίτ.
«Είμαι ένας ταξικός προδότης και αυτό είναι το μόνο πράγμα για το οποίο νιώθω περήφανος στη ζωή μου», δηλώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ξεκαθαρίζοντας πως η καταγωγή του δεν είναι παρά ένα στίγμα που προσπαθεί να ξεπλύνει μέσω της ριζοσπαστικοποίησης.
Για τον Τσέιμπερς, η φιλανθρωπία είναι μια απάτη. «Δεν με ενδιαφέρει να κάνω τον κόσμο λίγο καλύτερο μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια. Με ενδιαφέρει η ολοκληρωτική αποδόμηση των δομών που επιτρέπουν σε ανθρώπους σαν εμένα να υπάρχουν» έχει πει.
Εκεί που ο Τσέιμπερς προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις είναι στη ρητορική του για την ανάγκη μιας βίαιης ανατροπής. Μακριά από τις θεωρητικές συζητήσεις των ακαδημαϊκών, ο ίδιος υποστηρίζει πως «η εξουσία δεν παραδίδεται ποτέ με το καλό. Πρέπει να την πάρεις, και συχνά αυτό απαιτεί μια γλώσσα που το κατεστημένο αρνείται να καταλάβει».
«Με αποκαλούν επικίνδυνο γιατί χρηματοδοτώ την αντίσταση. Επικίνδυνος όμως είναι ο άνθρωπος που βλέπει την αδικία και συνεχίζει να πίνει το κοκτέιλ του σε ένα ιδιωτικό τζετ. Εγώ απλώς επιστρέφω τα όπλα σε αυτούς που τα δικαιούνται» είπε.
Η μεταστροφή του στον Ισλαμισμό και τον Κομμουνισμό αποτελεί για τον ίδιο μια ενιαία πνευματική πορεία.
«Με αποκαλούν επικίνδυνο γιατί χρηματοδοτώ την αντίσταση. Επικίνδυνος όμως είναι ο άνθρωπος που βλέπει την αδικία και συνεχίζει να πίνει το κοκτέιλ του σε ένα ιδιωτικό τζετ. Εγώ απλώς επιστρέφω τα όπλα σε αυτούς που τα δικαιούνται»
«Ο Ισλαμισμός μου έδωσε την πειθαρχία και ο Κομμουνισμός τον οδικό χάρτη για τη δικαιοσύνη», εξηγεί ο Τσέιμπερς.
Στις κατηγορίες ότι η στάση του είναι υποκριτική, καθώς παραμένει εκατομμυριούχος, ο ίδιος απαντά με κυνισμό: «Χρησιμοποιώ τα εργαλεία του καπιταλισμού για να ακονίσω την γκιλοτίνα του. Θα ήταν ανόητο να πετάξω τα χρήματα· το ζήτημα είναι να τα κατευθύνω εκεί που θα προκαλέσουν τη μεγαλύτερη ζημιά στο σύστημα».
Καταλήγοντας, ο Τσέιμπερς οραματίζεται ένα τέλος που τον περιλαμβάνει. «Στην επανάσταση που ονειρεύομαι, άνθρωποι με τη δική μου πρότερη ζωή δεν θα έχουν θέση. Και είμαι απόλυτα σύμφωνος με αυτό».
Η απόφασή του να ρευστοποιήσει το μερίδιό του στην οικογενειακή επιχείρηση του απέφερε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, τα οποία πλέον διοχετεύει σε ριζοσπαστικές οργανώσεις, ακτιβιστικές δράσεις υπέρ της Παλαιστίνης και κομμουνιστικές κοινότητες, προκαλώντας τον τρόμο στους παλιούς του κύκλους.
«Είμαι ένας ταξικός προδότης και αυτό είναι το μόνο πράγμα για το οποίο νιώθω περήφανος στη ζωή μου»
Κεντρικό ρόλο στη ριζοσπαστικοποίηση του Τσέιμπερς έπαιξε η εμπλοκή του στις διαδηλώσεις κατά του Cop City στην Ατλάντα —ενός γιγαντιαίου εκπαιδευτικού κέντρου της αστυνομίας— καθώς και η μεταστροφή του στον Σιιτικό Ισλαμισμό.
Όπως αναφέρει ο συντάκτης του Vanity Fair, ο Τσέιμπερς ζει σε μια διαρκή αντίφαση: χρησιμοποιεί την καπιταλιστική του ισχύ για να αγοράζει γη και να δημιουργεί κοινότητες που λειτουργούν έξω από την αγορά, ενώ την ίδια στιγμή προκαλεί τις αρχές με τη ρητορική του για ένοπλη αντίσταση και επαναστατική βία.
Οι αναλυτές και οι κοινωνιολόγοι που παρακολουθούν την πορεία του διχάζονται. Ορισμένοι βλέπουν στον Τσέιμπερς έναν αυθεντικό ιδεολόγο που θυσιάζει την κοινωνική του θέση για τα πιστεύω του, ενώ άλλοι τον αντιμετωπίζουν ως ένα «κακομαθημένο παιδί της ελίτ» που παίζει το παιχνίδι της επανάστασης με την ασφάλεια των καταπιστευμάτων του.
«Ο Τσέιμπερς αποτελεί το απόλυτο σύμπτωμα της εσωτερικής κατάρρευσης της αμερικανικής ελίτ· όταν το σύστημα δεν μπορεί πλέον να πείσει ούτε τους ίδιους του τους κληρονόμους, τότε η κρίση είναι βαθιά δομική» έχει σχολιάσει για τον Τσέιμπερς η πολιτική επιστήμονας Δρ. Λίντα Κρέιμερ.
Ο ίδιος στο προφίλ του είπε πολλά. «Δεν μπορείς να μεταρρυθμίσεις ένα σύστημα που έχει χτιστεί πάνω στο αίμα· πρέπει να το κάψεις και να ξεκινήσεις από την αρχή» υποστήριξε αυτός ο δισεκατομμυριούχος που το FBI φοβάται, όχι για τα λεφτά του, αλλά για το πού επιλέγει να τα δώσει.
«Η μεταστροφή μου στο Ισλάμ και τον κομμουνισμό δεν ήταν φυγή, ήταν η μόνη λογική απάντηση στην παράνοια του πλούτου μου»
Ο ίδιος δεν μιλάει σαν κληρονόμος, αλλά σαν επαναστάτης που κρατά στα χέρια του την επιταγή της ανατροπής, χρησιμοποιώντας λέξεις που «καίνε» το οικογενειακό του δέντρο.
Στο νέο ντοκιμαντέρ της Σινέντ Ο’ Σέι, All About the Money, ο παράδοξος κόσμος του Φέργκι Τσέιμπερς έρχεται σε πρώτο πλάνο, γυμνός, στην πλήρη, ατόφια παραδοξότητα του.
Η ντοκιμαντερίστρια εισβάλλει στο σύμπαν του Τσέιμπερς, καταγράφοντας πώς ένας κληρονόμος αμύθητης περιουσίας προσπάθησε να αγοράσει την επανάσταση, για να καταλήξει τελικά θύμα των δικών του προνομίων.
Το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο Sundance, αναδεικνύει την ιστορία του ανθρώπου που ίδρυσε μια μαρξιστική-λενινιστική κολεκτίβα στη Μασαχουσέτη και την εξελλίσει σε μια σκοτεινή μελέτη για το πώς ο καπιταλισμός μπορεί να δηλητηριάσει ακόμη και το πιο αγνό αντι-καπιταλιστικό όνειρο.
Ο 40χρονος Τζέιμς «Φέργκι» Κοξ Τσέιμπερς Τζούνιορ αποφάσισε να διαθέσει ένα «εξωφρενικό» ποσό από την κληρονομιά του για έναν σκοπό που μοιάζει βγαλμένος από τις σελίδες του Μαρξ: τη δημιουργία μιας κοινότητας στο Άλφορντ της Μασαχουσέτης.
Ίσως η πιο αποκαλυπτική στιγμή του ντοκιμαντέρ είναι όταν ο Τσέιμπερς περιγράφει το εγχείρημα της κομμούνας στη Μασαχουσέτη ως «μια επένδυση, τόσο ενδιαφέρουσα όσο και χρήσιμη»
Προσφέροντας δωρεάν στέγη σε ανθρώπους που ευθυγραμμίζονται με τις αρχές του, ο Τσέιμπερς επιχείρησε να χτίσει έναν θύλακα αντίστασης μέσα στην καρδιά του αμερικανικού καπιταλισμού.
Όπως σημειώνει ο κριτικός Γκάι Λοτζ στο Variety, πρόκειται για ένα «ιδεαλιστικό όραμα που στην πράξη αποδεικνύεται τραγικά περίπλοκο», καθώς η κυριαρχία του χρήματος παραμένει ο αόρατος ρυθμιστής ακόμη και σε μια κομμούνα.
Το ντοκιμαντέρ All About the Money σκιαγραφεί τον Τσέιμπερς ως μια «γοητευτικά εκκεντρική» αλλά και «αμφιλεγόμενη, ολισθηρή» προσωπικότητα.
Πίσω από τα αναρίθμητα τατουάζ με πολιτικά σύμβολα που κοσμούν το σώμα και το πρόσωπό του, κρύβεται ένα παρελθόν σημαδεμένο από ψυχική ασθένεια, χρήση ουσιών και παιδική κακοποίηση σημειώνει το Variety.
Παρά τις προσπάθειές του να αποκηρύξει την ελίτ καταγωγή του, ο Τσέιμπερς μοιάζει παγιδευμένος στην προστασία που του παρέχει το όνομά του.
«Πρέπει να φοβάστε ένα εξαιρετικά πλούσιο μέλος της λευκής αμερικανικής μπουρζουαζίας», προειδοποιεί ο ίδιος, χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τον εαυτό του ως αυτό ακριβώς που ισχυρίζεται πως μισεί.
«Πρέπει να φοβάστε ένα εξαιρετικά πλούσιο μέλος της λευκής αμερικανικής μπουρζουαζίας»
Η κρίση στην κοινότητα του Άλφορντ ξέσπασε μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023. Ο Τσέιμπερς, χρηματοδοτώντας την οργάνωση Palestine Action US, ενεπλάκη σε επίθεση κατά της ισραηλινής εταιρείας στρατιωτικής τεχνολογίας Elbit Systems.
Ενώ όμως ο ίδιος χρησιμοποίησε τα εκατομμύριά του για να διαφύγει στην Τυνησία αποφεύγοντας τις νομικές συνέπειες, τα υπόλοιπα μέλη της κολεκτίβας —όπως η ακτιβίστρια Πέιτζ Μπελανζέ— έμειναν πίσω, νιώθοντας «εκτεθειμένα» από τον ηγέτη και ευεργέτη τους.
Αυτή η φυγή και η έξοδος του Τσέιμπερς σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στην Ιρλανδία αργότερα, ανέδειξε και την απόλυτη αντίφαση: ο «επαναστάτης» μπορεί να αγοράσει τη διαφυγή του, το προλεταριάτο όμως όχι.
Ίσως η πιο αποκαλυπτική στιγμή του φιλμ είναι όταν ο Τσέιμπερς περιγράφει το εγχείρημα στο Άλφορντ ως μια επένδυση που ήταν «ενδιαφέρουσα όσο και χρήσιμη».
Η επιλογή των λέξεων προδίδει έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες ζωές και τα κοινωνικά πειράματα ως μια περιέργεια που ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του.
Η σημερινή εικόνα στο Άλφορντ της Μασαχουσέτης δεν θυμίζει σε τίποτα το επαναστατικό μελίσσι που οραματίστηκε ο Φέργκι Τσέιμπερς.
Μετά τη φυγή του ηγέτη τους στην Τυνησία και την Ιρλανδία, τα μέλη της κοινότητας βρέθηκαν σε ένα πρωτοφανές κενό εξουσίας και πόρων.
Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ένας πρώην ένοικος της κομμούνας, «μάθαμε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η αλληλεγγύη των πλουσίων τελειώνει εκεί που αρχίζει το δικό τους ρίσκο»
Η Πέιτζ Μπελανζέ, η οποία υπήρξε η «ψυχή» της οργάνωσης Berkshire Communists, περιγράφει μια κατάσταση απόλυτης αποσύνθεσης.
Οι άνθρωποι που άφησαν τις δουλειές τους και την προηγούμενη ζωή τους για να εργαστούν στη γη του Τσέιμπερς, είναι πλέον «ξεκρέμαστοι», χωρίς τις χρηματοδοτήσεις που κρατούσαν ζωντανό το εγχείρημα.
Παράλληλα, η επίθεση στις εγκαταστάσεις της Elbit Systems στο Νιου Χάμσαϊρ άφησε πίσω της μια βαριά δικαστική κληρονομιά.
Ενώ ο Τσέιμπερς είχε την οικονομική δυνατότητα να προσλάβει κορυφαίους δικηγόρους και να διαφύγει στο εξωτερικό, οι υπόλοιποι ακτιβιστές βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε δαπανηρές και ψυχοφθόρες νομικές διαδικασίες με πολλούς να αντιμετωπίζουν κακουργηματικές κατηγορίες αδυνατώντας να καλύψουν τα δικαστικά τους έξοδα, καθώς η «κάνουλα» του κληρονόμου έκλεισε απότομα.
Μετά το περιστατικό ο Τσέιμπερς διέφυγε στο εξωτερικό και πόζαρε σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στην Ιρλανδία και μετά την Τυνησία. Ο «επαναστάτης» μπόρεσε να αγοράσει την έξοδο του, το προλεταριάτο όμως όχι
Η αίσθηση ότι χρησιμοποιήθηκαν ως «αναλώσιμοι» σε ένα ακριβό πείραμα είναι πλέον διάχυτη ανάμεσα στα μέλη που παρέμειναν στη Μασαχουσέτη.
Οι έξι κατοικίες και το κοινοτικό κέντρο στο Άλφορντ, που κάποτε έσφυζαν από ζωή και μαρξιστικές συζητήσεις, παρουσιάζουν σήμερα εικόνα εγκατάλειψης.
Χωρίς την κεντρική χρηματοδότηση για τη συντήρηση και τη λειτουργία των υποδομών, η διαβίωση εκεί έχει γίνει εξαιρετικά δύσκολη.
Η έλλειψη οργάνωσης και η απουσία του «ευεργέτη» οδήγησαν σε εσωτερικές τριβές και αλληλοκατηγορίες.
Ορισμένα μέλη προσπαθούν ακόμη να κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα του ακτιβισμού μέσω της Palestine Action US, όμως η έλλειψη πόρων καθιστά τη δράση τους συμβολική και αναποτελεσματική.
Η ιστορία των Berkshire Communists ολοκληρώνεται με μια σκληρή διαπίστωση: η επανάσταση που χρηματοδοτείται από το κεφάλαιο είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει μόλις το κεφάλαιο αποφασίσει να αποσυρθεί.
Οι κάτοικοι του Άλφορντ παρακολουθούν πλέον από μακριά τον Τσέιμπερς να δίνει συνεντεύξεις από πολυτελή διαμερίσματα, ενώ οι ίδιοι παλεύουν με την ανεργία και το στίγμα της συμμετοχής σε μια οργάνωση που πλέον χαρακτηρίζεται ως περιθωριακή.
Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ένας πρώην ένοικος της κομμούνας, «μάθαμε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η αλληλεγγύη των πλουσίων τελειώνει εκεί που αρχίζει το δικό τους ρίσκο».
Η Σινέντ Ο’ Σέι καταφέρνει να αναδείξει έναν «μεταβλητό και αντιπαθητικά χαρισματικό» χαρακτήρα, ο οποίος, παρά την προσπάθειά του να φανεί διαφανής, παραμένει ένας γρίφος ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό.
Όταν οι τίτλοι τέλους πέφτουν στην οθόνη «ο Τσέιμπερς μοιάζει με τον καθρέφτη μιας εποχής όπου η ακραία ανισότητα γεννά ‘τέρατα’ που προσπαθούν να καταστρέψουν το σύστημα χρησιμοποιώντας τα ίδια του τα εργαλεία».
Το All About The Money κρατάει αποστάσεις, χωρίς να δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις στο αίνιγμα του Τσάμπερς αλλά μοιάζει συνεπές με τον τίτλο του. Ο καπιταλισμός μπορεί να εξαγοράσει τα πάντα, ακόμη και την ανατροπή του.
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.