Στις 27 Ιανουαρίου 1974, ημέρα Κυριακή και ώρα 14:00, απεβίωσε στη Λεμεσό, σε ένα από τα κρησφύγετά του, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Β’, ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, ο επονομασθείς Διγενής.
Ο Γεώργιος Θεοδώρου Γρίβας έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών, χωρίς να δει να εκπληρώνεται ο στρατηγικός στόχος του μακρού, σκληρού και ηρωικού αγώνα του, που συνίστατο στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ο Γρίβας, ο οποίος καταγόταν από το Τρίκωμο Αμμοχώστου, εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1916 και έλαβε μέρος ως ανθυπολοχαγός στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ακολούθως σπούδασε στην Ελληνική Ακαδημία Πολέμου και μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου.
Ο Γρίβας συνέβαλε ως επιτελικό στέλεχος στη συντριβή των δυνάμεων του αντιπάλου κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Επί Κατοχής ηγήθηκε της αντιστασιακής οργάνωσης «Χ», μετά δε την Απελευθέρωση έδωσε το «παρών» με δικό του κομματικό σχηματισμό (Εθνικό Κόμμα των Χιτών) στις βουλευτικές εκλογές του 1946.
Στη μεταπολεμική περίοδο, και ύστερα από σχετική προεργασία ετών, ο Γρίβας, ως απόστρατος πλέον αντισυνταγματάρχης, κατήλθε μυστικά στην Κύπρο το Νοέμβριο του 1954. Την 1η Απριλίου 1955 κήρυξε επίσημα την έναρξη του ένοπλου αγώνα εναντίον των άγγλων κατακτητών ως επικεφαλής της περίφημης ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών).
Ο αγώνας του διήρκεσε σχεδόν τέσσερα έτη, έως το Φεβρουάριο του 1959, όταν ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κύπρου με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου.
Το Μάρτιο του 1959 ο Γρίβας επέστρεψε στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε υποδοχή ήρωα. Η ελληνική Πολιτεία τον προήγαγε τιμής ένεκεν στο βαθμό του αντιστρατήγου και του απένειμε διά του βασιλέως το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Γεωργίου Α’, η δε Βουλή των Ελλήνων τον ανακήρυξε με ομοφώνως εγκριθέν ψήφισμά της «Άξιον της Πατρίδος».
Ο Γρίβας παρέμεινε στην Ελλάδα έως το 1964. Τον Ιούνιο εκείνου του έτους κατήλθε εκ νέου στη Μεγαλόνησο, προκειμένου να οργανώσει τις κυπριακές αμυντικές δυνάμεις και να αντιμετωπίσει τον τουρκικό κίνδυνο.
Ανακλήθηκε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1967, επί δικτατορίας των συνταγματαρχών, μετά τις αιματηρές εχθροπραξίες μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίων στην Κοφίνου της Λάρνακας. Έκτοτε ο Γρίβας τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και του απαγορεύθηκε η έξοδος από τη χώρα.
Το 1971 ο Γρίβας κατάφερε να διαφύγει από την Ελλάδα και να κατέλθει και πάλι στην Κύπρο. Εκεί ήλθε σε πλήρη αντίθεση με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και προέβη στη συγκρότηση της ΕΟΚΑ Β’, με απώτερο στόχο την επάνοδο του Κυπριακού στο πλαίσιο της αυτοδιάθεσης και της ένωσης. Ο θάνατος τον βρήκε ενόσω η ενδοελληνική διένεξη στην Κύπρο είχε εισέλθει σε νέα φάση όξυνσης.
Στο πρωτοσέλιδο των «Νέων» που είχαν κυκλοφορήσει το Σάββατο 7 Μαΐου 1966, επί κυβερνήσεως Στέφανου Στεφανόπουλου (του «πρωθυπουργού των αποστατών», όπως τον χαρακτήριζε η εφημερίδα), υπήρχαν «συνταρακτικές αποκαλύψεις για τα σχέδια ανατροπής της κυπριακής Κυβερνήσεως και δημιουργίας συνθηκών εμφυλίου πολέμου στην Κύπρο».
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος
Οι αποκαλύψεις αυτές περιλαμβάνονταν στο κείμενο επιστολής τού τότε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, προς τον Στεφανόπουλο με ημερομηνία 16 Μαρτίου 1966. Με την επιστολή αυτήν ο Μακάριος επιχειρούσε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους απέρριπτε την ελληνική απόφαση περί αναθέσεως στο στρατηγό Γρίβα της διοικήσεως του συνόλου των δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης και της Εθνοφρουράς.
Το σημαντικότερο ίσως όλων είναι ότι η εν λόγω επιστολή, του Αρχιεπισκόπου, περιείχε και το κείμενο προηγηθείσης (25 Ιανουαρίου 1966) επιστολής του Γεωργίου Γρίβα προς την κυβέρνηση των Αθηνών.
Το κυριότερο μέρος της πολύκροτης αυτής επιστολής, του Γρίβα προς το Πολιτικό Γραφείο του Στεφανόπουλου, ήταν το ακόλουθο:
«Ελπίζω από τας συνομιλίας να βγη θετικόν αποτέλεσμα και να αναγκασθή ο Αρχιεπίσκοπος να καθορίση την θέσιν του. Η εσωτερική κατάστασις εδώ από απόψεως κοινής γνώμης είναι όπως την εξέθεσα στο προηγούμενό μου έγγραφον προς τον κ. Πρόεδρον. Προχωρήστε συνεπώς σταθερά και αποφασιστικά, και ό,τι αποφασίσετε, εδώ είναι εξησφαλισμένον. Εκείνο που βλάπτει, και διά το οποίον ο κόσμος αγανακτεί αλλά και εξ ου ευκόλως παρασύρεται, είναι η αναποφασιστικότης και η έλλειψις μιας καθαρής γραμμής.
Οι εδώ υπουργοί του Μακαρίου, και ιδία ο Γεωρκάτζης, ενεργούν ασυδότως, και προσπαθούντες να ξεφύγουν από τον κλοιόν ο οποίος δημιουργείται γύρω των, προβαίνουν εις ανοήτους ενεργείας.
[…]
Σκοπός των εκρήξεων της παρελθούσης Κυριακής (σ.σ. δύο εκρήξεων βομβών στη Λευκωσία, το βράδυ της 23ης Ιανουαρίου 1966), κατά την αντίληψίν μου, είναι: 1) Να επιρριφθή η ευθύνη εις τους Ενωτικούς, ως άλλως τε αφήκε να εννοηθή ο Γεωρκάτζης εις τας δηλώσεις του. 2) Να επηρεασθούν, πιθανώτατα, ως ελπίζει ο Γεωρκάτζης, αι συνομιλίαι εις Αθήνας.
Επειδή εις Αθήνας θα συζητηθή και το στρατιωτικόν, διά το οποίον κυρίως ενδιαφέρεται ο Γεωρκάτζης, διότι ο στρατός είναι το εμπόδιον τούτου και του Αρχιεπισκόπου εις τα σχέδιά των, θέλει να επιρρίψη τας ευθύνας των εκρήξεων εις άτομα εκπαιδευθέντα υπό του στρατού εις σαμποτάζ, ως εμφαίνεται και εις έγγραφόν του, ενώ είναι βέβαιον ότι το πλείστον του Κυπριακού Λαού είναι άριστα εκπαιδευμένον εις σαμποτάζ και εκρηκτικάς ύλας από την εποχήν του αγώνος.
Εάν η εκεί παρουσία μου είναι αναγκαία, ειδοποιήστε με και θα έλθω αμέσως, εάν εγείρουν ζητήματα, ιδία στρατιωτικά, διά να τους αποστομώσω. Έχουν τόσα πολλά εις βάρος των.
Πιστεύω ότι αι συνομιλίαι των Αθηνών θα λύσουν όλα τα ζητήματα. Άλλως, να προχωρήσωμεν σύντομα».
Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το διαδικτυακό τόπο του Ιδρύματος Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα – Διγενή (digenisidrima.gr).