Αλλάζει τον ενεργειακό χάρτη του πλανήτη η επέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα;
Οι Μιχάλης Μαθιουλάκης και Γιώργος Στάμτσης που μιλούν στον ΟΤ υπογραμμίζουν την εστίαση των αναλύσεων στις επιδιώξεις των ΗΠΑ να ελέγξουν τα αποθέματα πετρελαίου στη Βενεζουέλα.
Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα το περασμένο Σάββατο 3 Ιανουαρίου με τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στην πλέον πλούσια χώρα σε αποθέματα πετρελαίου, τη σύλληψη και τον εκθρονισμού του Νικολάς Μαδούρο σοκάρουν.
Και οι αναλύσεις που γίνονται από ειδικούς, ακαδημαϊκούς, τεχνοκράτες, στελέχη διεθνών οίκων και πολιτικούς ως επί το πλείστον στηλιτεύουν ή αναλόγως σημειώνουν την ωμή επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ σε μία τρίτη χώρα παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο αλλά και εστιάζουν στο αν ο στόχος αυτής της στρατιωτικής εισβολής αποσκοπεί στον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων που διαθέτει η Βενεζουέλα.
Τα ερωτήματα
Είναι μέρος ενός σχεδίου του Ντόναλντ Τραμπ να ελέγξει τις πλουτοπαραγωγικές χώρες του κόσμου και ιδίως αυτές με πετρέλαιο και φυσικό αέριο;
Αν όντως υπάρχει τέτοιο σχέδιο μπορεί και πότε θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς για τα συμφέροντα των ΗΠΑ με τον πιθανό έλεγχο και των κοιτασμάτων της Βενεζουέλας;
Και συνάδει με τα επιχειρηματικά σχέδια των αμερικανικών Big Oil;
Και τελικά ο αμερικανικός έλεγχος της Βενεζουέλας αλλάζει τον ενεργειακό χάρτη του πλανήτη;
Οι ειδικοί μιλούν στον ΟΤ
Ο ΟΤ απευθύνθηκε σε δύο ειδικούς στον ενεργειακό τομέα και ζήτησε την ανάλυση τους πάνω στα γεγονότα στη Βενεζουέλα και συγκεκριμένα για τις πιθανές επιπτώσεις στην ενέργειας.
Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης, Αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Διδάκτορας Ενεργειακών θεμάτων του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Greek Energy Forum και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, εμφανίζεται από επιφυλακτικός έως και αρνητικός ως προς το αν η επέμβαση των ΗΠΑ αποσκοπεί στον έλεγχο των πετρελαίων. Ή εν πάση περιπτώσει εξηγεί γιατί θα αργήσει να δρέψει καρπούς από την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου.

Ο Γιώργος Στάμτσης, Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Στέλεχος Αγοράς Ενέργειας με τη σειρά του βάζει μία σειρά προϋποθέσεων, οι οποίες είναι αλήθεια ότι απαιτούν και χρόνο και δισεκατομμύρια προκειμένου οι ΗΠΑ να αποκομίσουν κέρδη από τον έλεγχο του πετρελαίου που διαθέτει η Βενεζουέλα.

Πάντως Μαθιουλάκης και Στάμτσης θέτουν ως κύριες επιπτώσεις να υπάρξουν στις αγορές αλλά και συνολικά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο τόσο από την ωμότητα της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ σε μία τρίτη χώρα όσο και από την τραγική απουσία της Ευρώπης απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Η κυρίαρχη ερμηνεία των ημερών θέλει τις εξελίξεις να συνδέονται άμεσα με τη θέση της Βενεζουέλας στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη και, ειδικότερα, με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει η χώρα. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι τραγικά επιφανειακή, σχολιάζει ο Μιχάλης Μαθιουλάκης
Οι αναλύσεις για το πετρέλαιο στη Βενεζουέλα
Και οι δύο ειδικοί που μιλούν στον ΟΤ υπογραμμίζουν την εστίαση των αναλύσεων και των αρθρογραφιών των τελευταίων ωρών για τον σκοπό των ΗΠΑ να ελέγξουν τα αποθέματα πετρελαίου στη Βενεζουέλα.
Ο Γιώργος Στάμτσης παρατηρεί: «Μετά τη μονομερή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και τον εκθρονισμό του Μαδούρο από την εξουσία, η πλειοψηφία των αναλύσεων στα διεθνή ΜΜΕ —αλλά και εκατομμύρια σχολίων στα μέσα κοινωνική δικτύωσης— επικεντρώθηκε στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της νοτιοαμερικάνικης χώρας και πρόβαλε την πρόσβαση σε αυτά ως πραγματική αιτία των όσων συνέβησαν».

Ο ίδιος σημειώνει και τις σχετικές δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ που αποτέλεσαν το έναυσμα για αυτές τις αναλύσεις: «Άλλωστε και ο ίδιος ο Τραμπ στις δηλώσεις του το Σάββατο τόνισε ότι ”…θα έχουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών, τις μεγαλύτερες του κόσμου, να εισέλθουν, να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολάρια, να επισκευάσουν την άσχημα κατεστραμμένη υποδομή, την πετρελαϊκή υποδομή, και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα”».
Πιο αιρετικός ο Μιχάλης Μαθιουλάκης υποστηρίζει ότι «μία τέτοια προσέγγιση όμως είναι τραγικά επιφανειακή». Χαρακτηριστικά σημειώνει στον ΟΤ: «Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα, τα ενεργειακά ζητήματα επανήλθαν και πάλι στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Η κυρίαρχη ερμηνεία των ημερών θέλει τις εξελίξεις να συνδέονται άμεσα με τη θέση της Βενεζουέλας στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη και, ειδικότερα, με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει η χώρα. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι τραγικά επιφανειακή».
Παρά τις επιδιώξεις όμως του Τραμπ, η πραγματικότητα μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη όσον αφορά την αναβάθμιση του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας και την επάνοδο της πετρελαϊκής παραγωγής της σε επίπεδα που είχε πριν 10-20 χρόνια, τονίζει ο Γιώργος Στάμτσης
Η πραγματικότητα των αριθμών για τα αποθέματα στη Βενεζουέλα
Και οι δύο ειδικοί της ενέργειας ξεκινούν να αναλύουν παραθέτοντας τα στοιχεία για τα αποθέματα πετρελαίου και την ισχύ της Βενεζουέλας στον ενεργειακό χάρτη.
«Είναι αλήθεια ότι η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 300 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, ποσοστό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων», αναφέρει ο Μιχάλης Μαθιουλάκης αλλά υποστηρίζει: «Όμως τα αποθέματα από μόνα τους δεν παράγουν ισχύ. Αυτό που μετρά στη διεθνή αγορά είναι η παραγωγή, η εξαγωγική δυνατότητα και –κυρίως– η διάρκεια των παραγωγικών και εξαγωγικών αυτών δυνατοτήτων», εξηγεί.

Ο Γιώργος Στάμτσης με τη σειρά του επιχειρηματολογεί πώς τα πλουτοπαραγωγικά μεγέθη της Βενεζουέλας δυσκολεύουν τους πιθανούς στόχους του Τράμπ: «Παρά τις επιδιώξεις όμως του Τραμπ, η πραγματικότητα μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη όσον αφορά την αναβάθμιση του πετρελαϊκού τομέα της Βενεζουέλας και την επάνοδο της πετρελαϊκής παραγωγής της σε επίπεδα που είχε πριν 10-20 χρόνια. Σήμερα η χώρα παράγει λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου, από 3%-4% που είχε παλιότερα».
Ακόμη και στο υποθετικό –και εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη– σενάριο πλήρους ελέγχου της ιδιοκτησίας των πετρελαϊκών πόρων της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα περιθώρια ουσιαστικής αλλαγής του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού της Βενεζουέλας για την επόμενη πενταετία είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα, παρατηρεί ο Μαθιουλάκης
Και ο Μαθιουλάκης προσθέτει σχολιάζοντας: «Σήμερα, η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας κινείται στα 900.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ οι εξαγωγές της δεν ξεπερνούν τα 600.000 βαρέλια την ημέρα. Με αυτά τα μεγέθη, η χώρα είναι πρακτικά μη υπολογίσιμη στη λειτουργία και σταθερότητα της διεθνούς πετρελαϊκής αγοράς».
Οι απαιτούμενες επενδύσεις δισεκατομμυρίων στη Βενεζουέλα
Οι δύο ενεργειακοί αναλυτές πιάνουν ακόμη και το σενάριο της επιστροφής της Βενεζουέλας στα επίπεδα της παραγωγής που είχε πριν από χρόνια.
«Για να ξαναφθάσει αυτά τα επίπεδα θα πρέπει να δαπανηθούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από τις εταιρείες, αμερικάνικες ή άλλες, που θα αναλάβουν αυτό το έργο. Προφανώς αυτές οι επενδύσεις θα χρειαστούν αρκετά χρόνια για να υλοποιηθούν και ο ορίζοντας υλοποίησής τους θα είναι πολύ πέρα από το πέρας της προεδρίας Τραμπ σε 3 χρόνια», τονίζει ο Γιώργος Στάμτσης.
Με την ίδια εκτίμηση συμφωνεί και ο Μιχάλης Μαθιουλάκης: «Ακόμη και στο υποθετικό –και εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη– σενάριο πλήρους ελέγχου της ιδιοκτησίας των πετρελαϊκών πόρων της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα περιθώρια ουσιαστικής αλλαγής του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού της Βενεζουέλας για την επόμενη πενταετία είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα καθώς οι διαλυμένες εγκαταστάσεις απαιτούν τεράστια ποσά και χρόνο για να έρθουν σε αξιοποιήσιμη κατάσταση και να ξεπεράσουν τις δομικές αδυναμίες των προηγούμενων πενήντα ετών».
Πέρα όμως από τον χρόνο, το δυσκολότερο είναι να πειστούν αυτές οι πολύ μεγάλες πολυεθνικές των υδρογονανθράκων ότι αξίζει να επενδύσουν αυτά τα μεγάλα ποσά στον παρηκμασμένο πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας, υπογραμμίζει ο Στάμτσης

Ο Μαθιουλάκης, μάλιστα, συνεχίζει την επιχειρηματολογία του πάνω στην τελευταία άποψη του: «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και στην καλύτερη ιστορικά της φάση ως πετρελαιοπαραγωγός χώρα τη δεκαετία του ’80, και με πλήρη συνεργασία με τις αμερικανικές εταιρείες, η Βενεζουέλα δεν ξεπέρασε ποτέ τα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας παραγωγής και αντίστοιχα τα 2 εκατομμύρια βαρέλια εξαγωγών. Και ενώ τότε αυτά τα νούμερα ήταν πιο υπολογίσιμα (καθώς η παγκόσμια παραγωγή ήταν μικρότερη) σήμερα πλέον, ακόμα και αν έφτανε πάλι σε αυτά τα επίπεδα, τα πετρέλαια της Βενεζουέλας δεν θα ήταν κάτι το αξιόλογο».
Οι Big Oil και οι συνθήκες της αγοράς
Ο Γιώργος Στάμτσης με την ανάλυση που κάνει στον ΟΤ θέτει και την παράμετρο των πολύ μεγάλων πολυεθνικών στον τομέα του πετρελαίου. Δηλαδή αν είναι διατεθειμένες να δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια αναλαμβάνοντας ένα τέτοιο ρίσκο και προσθέτει και τις συνθήκες στην αγορά πετρελαίου: «Πέρα όμως από τον χρόνο, το δυσκολότερο είναι να πειστούν αυτές οι πολύ μεγάλες πολυεθνικές των υδρογονανθράκων ότι αξίζει να επενδύσουν αυτά τα μεγάλα ποσά στον παρηκμασμένο πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα τις κάνουν διστακτικές», σημειώνει και εξηγεί: «Πρώτον, οι τιμές του αργού πετρελαίου είναι σε μέτρια επίπεδα και ο πλανήτης βρίσκεται ήδη σε μια κατάσταση όπου η παραγωγή πετρελαίου είναι ήδη όχι ανεπαίσθητα υψηλότερη από τη ζήτηση. Δεύτερον, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι βαρέος τύπου και η παραγωγή και η επεξεργασία του απαιτεί μεγαλύτερες και πιο περίπλοκες επενδύσεις. Τρίτον, στη Βενεζουέλα βρίσκεται ήδη ένας ανταγωνιστής, η Chevron, που θα έχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι κάθε πιθανού νεοεισερχόμενου. Τέταρτον, οι μεγάλες πετρελαϊκές εστιάζουν την προσοχή και τις επενδύσεις τους στη γειτονική Γουιάνα με τις μεγάλες ανακαλύψεις κοιτασμάτων την τελευταία δεκαετία».
Μάλιστα η αλλαγή του καθεστώτος στη Βενεζουέλα εξαλείφει και τον γεωπολιτικό κίνδυνο για την Γουιάνα, οπότε οι επενδύσεις εκεί γίνονται ακόμα περισσότερο ελκυστικές, σημειώνει ο Γιώργος Στάμτσης

Ο Κόλπος του Μεξικού και η μικρή αλλά πλούσια Γουιάνα
Αναφορικά με τον εστιασμό των πετρελαϊκών στη Γουιάνα ο Στάμτσης συμπληρώνει πώς η επέμβαση στη Βενεζουέλα ίσως λύνει ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Big Oil για την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων του κράτους: «Μάλιστα η αλλαγή του καθεστώτος στη Βενεζουέλα εξαλείφει και τον γεωπολιτικό κίνδυνο για την Γουιάνα, οπότε οι επενδύσεις εκεί γίνονται ακόμα περισσότερο ελκυστικές».
Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης με τη σειρά του παρατηρεί για την περίπτωση της Γουιάνα: «Στη Λατινική Αμερική υπάρχουν χώρες με σαφώς μεγαλύτερη και πιο αξιόπιστη ενεργειακή δυναμική. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γουιάνα, στα ανατολικά σύνορα της Βενεζουέλας, με παραγωγή που ήδη αγγίζει τα 900.000 βαρέλια ημερησίως, έντονα αυξητικές τάσεις και σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία με λιγότερο από 800 χιλιάδες κατοίκους και σχεδόν καθόλου στρατό, θα μπορούσε να αποτελεί σαφώς πιο ελκυστικό στόχο σε όρους επιθετικής, κυνικής, ενεργειακής στρατηγικής αν αυτό ήταν το ζητούμενο των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα», επισημαίνει αποδομώντας τον πιθανολογούμενο στόχο των ΗΠΑ με την εισβολή στη Βενεζουέλα που φέρεται να είναι το πετρέλαιο της.
Αν οι ΗΠΑ είχαν πράγματι μια συνεκτική στρατηγική στόχευση ελέγχου ενεργειακών πόρων εκτός των συνόρων τους, αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια μείωσης της τρωτότητάς τους από τη γεωγραφική συγκέντρωση των εξαγωγικών τους υποδομών στον Κόλπο του Μεξικού, εξηγεί ο Μαθιουλάκης

Ο Μαθιουλάκης επίσης βάζει στο τραπέζι και αναλύει και το σενάριο της αναζήτησης νέων ενεργειακών υποδομών των ΗΠΑ για τις εξαγωγές τους σε πετρέλαιο προκειμένου να αποφύγουν τα αδύναμα σημεία στον Κόλπο του Μεξικού: «Αν οι ΗΠΑ είχαν πράγματι μια συνεκτική στρατηγική στόχευση ελέγχου ενεργειακών πόρων εκτός των συνόρων τους, αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια μείωσης της τρωτότητάς τους από τη γεωγραφική συγκέντρωση των εξαγωγικών τους υποδομών στον Κόλπο του Μεξικού που όντως αποτελεί μια περιοχή με αυξανόμενους κλιματικούς κινδύνους. Σε μια τέτοια λογική, η απόκτηση ή ο έλεγχος ενεργειακών assets τρίτων χωρών, ακόμη και δια της βίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κυνικά «αναμενόμενη» επιλογή. Ακόμη και τότε, όμως, η Βενεζουέλα δεν θα ήταν η προφανής επιλογή», καταλήγει απορρίπτοντας και αυτό το σενάριο.
Είναι βέβαια γεγονός ότι τα διυλιστήρια στο Τέξας και τη Λουιζιάνα των ΗΠΑ είναι ακριβώς σχεδιασμένα για να επεξεργάζονται το βαρύ πετρέλαιο που παράγει —και— η Βενεζουέλα, επισημαίνει ο Στάμτσης
Οι εξαγωγές πετρελαίου και τα διυλιστήρια στο Τέξας και τη Λουιζιάνα
Ο Γιώργος Στάμτσης υπογραμμίζει επίσης άλλη μία πραγματικότητα για τη δυναμική των διυλιστηρίων των ΗΠΑ στο Τέξας και τη Λουιζιάνα αλλά και εκείνων στη Βενεζουέλα.
«Είναι βέβαια γεγονός ότι τα διυλιστήρια στο Τέξας και τη Λουιζιάνα των ΗΠΑ είναι ακριβώς σχεδιασμένα για να επεξεργάζονται το βαρύ πετρέλαιο που παράγει —και— η Βενεζουέλα. Άρα θα ήθελαν να δουν να αυξάνονται οι εξαγωγές πετρελαίου προς τις ΗΠΑ», εξηγεί ο Στάμτσης και βάζει και στη ζυγαριά και τα διυλιστήρια στη Βενεζουέλα: «Όμως και η ίδια η Βενεζουέλα διαθέτει πέντε μεγάλα διυλιστήρια τα οποία σήμερα λειτουργούν μόλις στο 1/5 της δυναμικότητάς τους. Εάν λοιπόν γίνουν όντως εκτεταμένες επενδύσεις στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας τότε είναι πιθανό αυτές να περιλαμβάνουν και την αναγέννηση των διυλιστηρίων της, άρα η όποια αύξηση της παραγωγής πετρελαίου στη χώρα να μην καταλήγει αναγκαστικά σε αμερικάνικα διυλιστήρια αλλά να γίνεται η επεξεργασία της εντός της χώρας».

Το σενάριο για το φυσικό αέριο στη Βενεζουέλα
Κι αν η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ αποσκοπούσε στο φυσικό αέριο της Βενεζουέλας;
Ο Γιώργος Στάμτσης αναλύει και αυτό το σενάριο στον ΟΤ: «Υδρογονάνθρακες είναι όμως και το φυσικό αέριο. Κι από αυτό έχει μεγάλα αποθέματα η Βενεζουέλα. Όμως αυτά είναι κυρίως συσχετιζόμενα με τα κοιτάσματα πετρελαίου. Δηλαδή το ορυκτό αέριο σε αυτή τη νοτιοαμερικάνικη χώρα παράγεται κυρίως ως παραπροϊόν της διαδικασίας εξόρυξης του πετρελαίου. Οπότε η μείωση της παραγωγής πετρελαίου έχει οδηγήσει και σε μείωση της παραγωγής αερίου. Σήμερα η Βενεζουέλα δεν κάνει καθόλου εξαγωγές αερίου, ό,τι παράγεται καταναλώνεται εντός της χώρας ή απλά καίγεται (flare)».
Οι ”παραδοσιακές” ενεργειακές δυνάμεις του παρελθόντος, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Βενεζουέλα, το Ιράν και το Ιράκ, δεν αποτελούν πλέον ρυθμιστές του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, αλλά διαβαθμισμένους, συχνά ευάλωτους δρώντες σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον, τονίζει ο Μιχάλης Μαθιουλάκης
Αλλά και οι προϋποθέσεις που παρουσιάζει ο Στάμτσης ακόμη και στο σενάριο της αξιοποίησης του φυσικού αερίου δείχνουν επίσης μακρύ δρόμο και μεγάλες σε κόστος επενδύσεις: «Για να γίνουν εξαγωγές αερίου θα πρέπει είτε να ξαναλειτουργήσει ο αγωγός που συνδέει τη Βενεζουέλα με τη γειτονική Κολομβία είτε κάποια υποθαλάσσια κοιτάσματα αερίου της Βενεζουέλας να τροφοδοτήσουν τις εγκαταστάσεις υγροποίησης αερίου στο κοντινό νησί του Τρίνινταντ (και από εκεί να κατευθυνθούν ως LNG οπουδήποτε στον κόσμο)».
«Ο κόσμος έχει αλλάξει προ πολλού…»
Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης παρουσιάζει άλλο ένα επιχείρημα αναφορικά με το κατά πόσο ο σκοπός της στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα έχει να κάνει με την ισχυροποίηση της θέσης της γεωπολιτικά: «Η προσπάθεια λοιπόν να ερμηνευθεί η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα αποκλειστικά –ή έστω κυρίως– ως κίνηση ελέγχου πετρελαϊκών πόρων αποτελεί μια αναλυτική προσέγγιση εγκλωβισμένη σε δεδομένα του παρελθόντος και σε μια ξεπερασμένη χαρτογράφηση της παγκόσμιας ενεργειακής ισχύος καθώς οι παίχτες που καθορίζουν σήμερα τους όρους του παιχνιδιού δεν είναι αυτοί που ξέραμε».
Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι μπορεί να προκύψει στα ενεργειακά από την πρόσφατη κίνηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα αυτό νομίζω θα ήταν μια περαιτέρω πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, εκτιμά ο Μαθιουλάκης
Και ο Μαθιουλάκης γίνεται πιο σαφής μιλώντας για τις πάλαι ποτέ ισχυρές ενεργειακές δυνάμεις: «Οι ”παραδοσιακές” ενεργειακές δυνάμεις του παρελθόντος, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Βενεζουέλα, το Ιράν και το Ιράκ, δεν αποτελούν πλέον ρυθμιστές του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, αλλά διαβαθμισμένους, συχνά ευάλωτους δρώντες σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα -όπως και το Ιράν- (για το οποίο υποθέτω θα αρχίσουμε να ακούμε πάλι όλο και περισσότερο στη συνέχεια) συγκαταλέγονται στους μικρότερους και πιο περιορισμένους από αυτούς τους παίκτες. Υπό αυτή την έννοια, η επιμονή σε μια ”πετρελαϊκή” εξήγηση των εξελίξεων στη Βενεζουέλα δεν απλοποιεί την ανάλυση αλλά μάλλον τη στρεβλώνει», επισημαίνει.
Οι επιπτώσεις στις τιμές από την επέμβαση στη Βενεζουέλα
Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης βλέπει ως πιθανότερη επίπτωση από την στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και τον έλεγχο της παραγωγής στη Βενεζουέλα την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου: «Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι μπορεί να προκύψει στα ενεργειακά από την πρόσφατη κίνηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα αυτό νομίζω θα ήταν μια περαιτέρω πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου αφού έστω και η προσδοκία για μια κάποια αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών της Βενεζουέλας (που δεν θα ήταν δύσκολο να πάει από τα τωρινά 900.000 βαρέλια/μέρα στα 1,2 – 1,3 εκ. βαρέλια/μέρα) θα ήταν αρκετή για να σπρώξει την ήδη άσχημη ψυχολογία των traders πετρελαίου σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα και μαζί της να φέρει και τις τιμές κοντύτερα στα 55 δολ./βαρέλι τους επόμενους μήνες».
Η μη τήρηση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου περισσότερο χάος και αβεβαιότητα είναι πιθανό να φέρουν, υπογραμμίζει ο Στάμτσης
Χάος, αβεβαιότητα και η απουσία της Ευρώπης
Και οι δύο ειδικοί στην ενέργεια καταλήγουν στις αναλύσεις τους σε επιπτώσεις που θεωρούν δεδομένες ότι θα προκληθούν από την αυτή καθεαυτή την επέμβαση των ΗΠΑ.
Ο Γιώργος Στάμτσης επισημαίνει: «Όλα αυτά δείχνουν ότι ακόμα και εάν η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο του Τραμπ και της διοίκησής του για έλεγχο ενεργειακών πηγών και πρώτων υλών ανά τον κόσμο, η υλοποίησή του κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη. Ενώ η μη τήρηση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου περισσότερο χάος και αβεβαιότητα είναι πιθανό να φέρουν».
Από τις πρόσφατες όμως εξελίξεις, το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο των ημερών δεν βρίσκεται στη Λατινική Αμερική αλλά στην Ευρώπη, παρατηρεί ο Μαθιουλάκης

Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης από την πλευρά του υπογραμμίζει την απουσία και την αδυναμία της Ευρώπης να αντιδράσει: «Από τις πρόσφατες όμως εξελίξεις, το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο των ημερών δεν βρίσκεται στη Λατινική Αμερική αλλά στην Ευρώπη. Η ΕΕ, σε επίπεδο Κομισιόν και κρατών-μελών, έχοντας οδηγηθεί σε μια υπερβολικά υψηλή εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, περιορίζει πλέον δραστικά το εύρος των πολιτικών και διπλωματικών αντιδράσεών της. Στην υπόθεση της Βενεζουέλας, αυτό μεταφράζεται σε αμηχανία, σιωπή ή έμμεση ευθυγράμμιση – ανεξαρτήτως αρχών, διεθνούς δικαίου ή στρατηγικών συμφερόντων. Και αυτό, σε έναν κόσμο αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας και ενεργειακής μετάβασης, δεν είναι καθόλου καλό σημάδι», καταλήγει.
Πηγή: ΟΤ
- Το νέο φορολογικό ημερολόγιο – Τι έχουμε να πληρώσουμε το πρώτο τρίμηνο του 2026
- Βενεζουέλα: Έκθεση της CIA συμπεραίνει ότι οι υποστηρικτές του Μαδούρο είναι καταλληλότεροι για να ηγηθούν
- Αρκάς: Η καλημέρα των Φώτων
- Επέστρεψε στην Σέλτικ ο Μάρτιν Ο’Νιλ: «Χρειαζόμαστε τη στήριξη του κόσμου»
- Η κυβέρνηση δεν θέλει και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αγωνία της αγροτιάς – στο τέλος πάλι στη βία θα καταφύγει
- Λάρισα: Σε καλύτερη κατάσταση το 3χρονο παιδί που υπέστη εγκεφαλίτιδα από γρίπη
- Οι 10 χώρες που ο Τραμπ απειλεί με επέμβαση και το δόγμα της «επιθετικής κυριαρχίας»
- «Push Up»: Το έργο του Σίμελπφένιχ κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο ΕΛΕΡ
Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις







![Άκρως Ζωδιακό: Τα Do’s και Don’ts στα ζώδια σήμερα [Τρίτη 06.01.2026]](https://www.in.gr/wp-content/uploads/2026/01/jezael-melgoza-DczW7pGu_LM-unsplash-315x220.jpg)



















































































Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442