Αδιάφορο για τον Αδωνι να τον παρακολουθεί το Κράτος με το Predator, αλλά όχι και να τον βιντεοσκοπούν στη Βουλή όταν τρώει κρακεράκια. Ε, ναι αυτό σηκώνει καταγγελία για παραβίαση προσωπικών δεδομένων!
Όσο οι μέρες περνούν και ο πόλεμος μοιάζει να μην έχει τέλος, στις αγορές φουντώνει ο κίνδυνος για μια παρατεταμένης περιόδου υψηλών τιμών ενέργειας που μπορεί να ανατρέψει τον σχεδιασμό για την οικονομία το 2026.
Στις Βρυξέλλες συζήτηση ήδη έχει να κάνει με τα σενάρια αντοχής της οικονομίας. Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραδέχονται ότι η νέα κρίση δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για την πορεία της ανάπτυξης, ιδιαίτερα αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το βασικό σενάριο της Ευρώπης για το 2026 είχε βασιστεί στην υπόθεση ότι η ενεργειακή κρίση της προηγούμενης τριετίας θα αποκλιμακωνόταν. Η υπόθεση αυτή πλέον επανεξετάζεται, με ανώτερους αξιωματούχους να μιλούν για «σημαντική αβεβαιότητα» γύρω από τις προβλέψεις.
Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οικονομία της Ευρωζώνης αναμενόταν να αναπτυχθεί περίπου κατά 1,6% το 2026, μετά από μια περίοδο αναιμικής μεγέθυνσης. Η ανάκαμψη αυτή στηριζόταν κυρίως στην ενίσχυση της κατανάλωσης των νοικοκυριών και στην προοπτική χαμηλότερων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ωστόσο, οικονομικοί αναλυτές στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ μπορεί να περιορίσει σημαντικά αυτές τις προσδοκίες. «Η ευρωπαϊκή οικονομία βρισκόταν ήδη σε εύθραυστη ισορροπία. Αν η ενέργεια γίνει ξανά πηγή πληθωρισμού, η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί πολύ πιο γρήγορα από ό,τι υπολογίζαμε», σημειώνει ανώτερος αξιωματούχος της Κομισιόν που συμμετέχει στις συζητήσεις για την οικονομική πολιτική της ΕΕ.
Το ενεργειακό σοκ που φοβούνται οι Βρυξέλλες
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια. Περίπου το 90% του πετρελαίου που καταναλώνεται στην Ευρώπη προέρχεται από εισαγωγές, γεγονός που καθιστά την οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση της τιμής του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το κόστος παραγωγής στην Ευρώπη.
Αξιωματούχοι της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ επισημαίνουν ότι ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο την τιμή του πετρελαίου αλλά και το κόστος μεταφοράς. Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου για δεξαμενόπλοια αυξάνονται ήδη, ενώ ναυτιλιακές εταιρείες εξετάζουν εναλλακτικές διαδρομές. «Ακόμη και αν η παραγωγή δεν επηρεαστεί άμεσα, το κόστος μεταφοράς ανεβαίνει και αυτό μεταφέρεται παντού», σημειώνει αναλυτής μεγάλης ευρωπαϊκής ενεργειακής εταιρείας.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται πλέον στην ενέργεια. Οι πρώτες ενδείξεις μετάδοσης του κόστους εμφανίζονται ήδη στις αγορές αγροτικών προϊόντων και μεταφορών, με αυξήσεις σε βασικά εμπορεύματα και ναύλους, ενισχύοντας τους φόβους για ένα νέο κύμα ακρίβειας που θα φτάσει μέχρι το καλάθι του καταναλωτή.
Το δύσκολο δίλημμα της ΕΚΤ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε μια πιο σύνθετη εξίσωση από αυτή που αντιμετώπιζε λίγες εβδομάδες πριν. Τα επιτόκια της Ευρωζώνης παραμένουν κοντά στο 2%, και οι αγορές περίμεναν ότι μέσα στο 2026 θα ξεκινούσε σταδιακή χαλάρωση.
Η νέα ενεργειακή πραγματικότητα όμως αλλάζει τις προσδοκίες. Οι πρώτες ενδείξεις είναι ήδη ορατές στις αγορές ομολόγων, όπου οι επενδυτές αναθεωρούν τα σενάρια για γρήγορες μειώσεις επιτοκίων. Οι αποδόσεις σταθεροποιούνται, καθώς οι αγορές αρχίζουν να «τιμολογούν» ένα περιβάλλον πιο επίμονου πληθωρισμού.
Από την Φρανκφούρτη αφήνουν να εννοηθεί ότι «η πορεία της νομισματικής πολιτικής θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από την ενέργεια». Αν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, οι μειώσεις επιτοκίων ενδέχεται να καθυστερήσουν, διατηρώντας το κόστος δανεισμού σε επίπεδα που περιορίζουν την ανάπτυξη.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο ανοίγει στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής. Κατά την κρίση του 2022, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν πάνω από 700 δισ. ευρώ για στήριξη. Σήμερα, τα περιθώρια είναι πολύ πιο περιορισμένα.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, οι συζητήσεις μεταξύ των κρατών-μελών χαρακτηρίζονται ήδη από έντονες διαφωνίες. Χώρες του ευρωπαϊκού Νότου πιέζουν για πιο ευέλικτη δημοσιονομική αντιμετώπιση και νέα μέτρα στήριξης, ενώ κράτη του Βορρά επιμένουν στην ανάγκη αποφυγής νέων οριζόντιων επιδοτήσεων που θα μπορούσαν να ανατροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να προσανατολίζεται σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, με έμφαση σε ευάλωτα νοικοκυριά και τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Το κλίμα που εκπέμπουν αξιωματούχοι της Επιτροπής είναι ότι δεν υπάρχει χώρος για επανάληψη των μέτρων του 2022, γι αυτό και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κινηθούν πολύ πιο επιλεκτικά.
Παρά τις ανησυχίες, το βασικό σενάριο που συζητούν όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι είναι ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης περιόδου χαμηλής ανάπτυξης. Η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, με την ανεργία στην Ευρωζώνη να κινείται κοντά στο 6,4%, όμως η βιομηχανική παραγωγή, ιδίως στη Γερμανία, παραμένει ασθενής, ενώ οι επενδύσεις πιέζονται εξαιτίας του υψηλού κόστους χρηματοδότησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ οδηγεί σε μια οικονομία που αναπτύσσεται με χαμηλούς ρυθμούς, με υψηλό κόστος και περιορισμένες δυνατότητες αντίδρασης. Το βασικό ερώτημα που απασχολεί πλέον τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, είναι αν η Ευρώπη θα αντέξει ένα ακόμη σοκ, αλλά κυρίως για πόσο καιρό ακόμα θα αντέξει να λειτουργεί υπό διαρκή πίεση.