Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ έχει ήδη προκαλέσει βαθιές αναταράξεις στην ενέργεια και στην αγορά της, με τους περισσότερους αναλυτές ανά τον κόσμο να διερευνούν το «αποτύπωμα» της στην παγκόσμια οικονομία.
Δεν είναι κρυφό άλλωστε ότι αφού ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διαπίστωσε τις οικονομικές συνέπειες των εμπορικών δασμών, φαίνεται τώρα να αντιλαμβάνεται και το κόστος ενός πολέμου.
Στις 9 Μαρτίου δήλωσε ότι η στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν θα ολοκληρωθεί «πολύ σύντομα», προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στις αγορές πετρελαίου. Η τιμή, η οποία την προηγούμενη ημέρα είχε αγγίξει σχεδόν τα 120 δολάρια το βαρέλι, υποχώρησε κοντά στα 80 δολάρια. Πριν από την έναρξη των συγκρούσεων κυμαινόταν περίπου στα 70 δολάρια.
Το σοκ που έχει προκαλέσει ο πόλεμος ενδέχεται να είναι σημαντικό
Η αστάθεια των ΗΠΑ και η ενέργεια
Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει μπλοκάρει περίπου το 15% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και με τους ψηφοφόρους ήδη κουρασμένους από τον πληθωρισμό, δείχνει ότι δυσκολεύεται να αποδεχθεί το οικονομικό κόστος μιας παρατεταμένης κρίσης, όπως είχε υποχωρήσει και από την εμπορική αντιπαράθεση όταν οι αγορές αντέδρασαν αρνητικά.
Ωστόσο, η στάση της Ουάσιγκτον παραμένει ασταθής. Την ώρα που διατυπώνονταν εκκλήσεις για αποκλιμάκωση, τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν ουσιαστικά κλειστά έπειτα από ιρανικά πλήγματα σε πλοία, ενώ η τιμή του πετρελαίου ανέκαμψε ξανά κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Παράλληλα, η αμερικανική ρητορική παρέμενε επιθετική, με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν τη σύγκρουση με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Κατά τον Economist, μάλιστα, αυτή η ασάφεια αντανακλά το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει περιορισμένες επιλογές. Σε αντίθεση με έναν εμπορικό πόλεμο, όπου μια αποκλιμάκωση μπορεί να αποφασιστεί σχετικά εύκολα, η επιστροφή στην προηγούμενη ισορροπία των ενεργειακών αγορών δεν είναι πλέον εφικτή. Όπως εκτιμάται, ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή ενεργειακής ανασφάλειας.
Μικρή ευελιξία από το σοκ στην ενέργεια
Το σοκ που έχει προκαλέσει ο πόλεμος ενδέχεται να είναι σημαντικό. Βέβαια, η παγκόσμια οικονομία εξαρτάται σήμερα λιγότερο από το πετρέλαιο σε σχέση με το 1973, όταν το αραβικό εμπάργκο τετραπλασίασε τις τιμές του αργού, ή την περίοδο 1979-1980, όταν η ιρανική επανάσταση και ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ περιόρισαν δραστικά την προσφορά. Τότε το πετρέλαιο χρησιμοποιούνταν ακόμη ευρέως για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, κάτι που σήμερα συμβαίνει πολύ λιγότερο.
Παρόλα αυτά, η εξέλιξη αυτή έχει και μια αντίστροφη πλευρά. Η ζήτηση για πετρέλαιο είναι πλέον πιο «άκαμπτη», πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και μικρές διαταραχές στην προσφορά μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες αυξήσεις τιμών. Στην τρέχουσα κρίση, μάλιστα, η απώλεια προσφοράς θεωρείται μεγαλύτερη από εκείνη των ενεργειακών σοκ της δεκαετίας του 1970.
Σύμφωνα με το Economist, ακόμη και στις πιο έντονες στιγμές της κρίσης οι αγορές δεν έχουν προεξοφλήσει πλήρως ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 150 δολάρια το βαρέλι ώστε να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση.
Τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας διαθέτουν περίπου 1,8 δισεκατομμύρια βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων
Απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων
Τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας διαθέτουν περίπου 1,8 δισεκατομμύρια βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων, από τα οποία έχουν ήδη αρχίσει να απελευθερώνουν περίπου 400 εκατομμύρια. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των αποθεμάτων συχνά περιορίζεται από τεχνικούς ή υποδομικούς περιορισμούς, όπως αγωγούς και μεταφορικές δυνατότητες. Ακόμη και η Κίνα, που έχει δημιουργήσει τεράστια στρατηγικά αποθέματα, αναγκάστηκε να περιορίσει τις εξαγωγές ορισμένων διυλισμένων προϊόντων.
Δεδομένου ότι οι μεταφορές αποτελούν κρίσιμο στοιχείο σχεδόν κάθε οικονομικής δραστηριότητας, οι πιθανοί «λαιμοί μπουκαλιού» στην ενέργεια θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Το ενεργειακό σοκ δεν περιορίζεται μόνο στο πετρέλαιο. Όπως επισημαίνει ο Economist, η κύρια εγκατάσταση εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ παραμένει κλειστή μετά από επίθεση με drone, γεγονός που αφαιρεί σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG από την αγορά. Παράλληλα, τα σχέδια επέκτασης της παραγωγής έχουν αναβληθεί.
Ανταγωνισμός στις προμήθειες
Η απώλεια αυτών των εξαγωγών έχει προκαλέσει έντονο ανταγωνισμό για προμήθειες φυσικού αερίου στην Ασία, ενώ στην Ευρώπη, όπου τα αποθέματα αερίου είναι ασυνήθιστα χαμηλά για την εποχή, οι τιμές έχουν αυξηθεί περισσότερο από 50%. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις εξαγωγές LNG, όμως η εγχώρια ζήτηση για φυσικό αέριο αυξάνεται λόγω της ταχείας ανάπτυξης ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων.
Επίσης το Ιράν ενδέχεται να επιδιώξει την παράταση της σύγκρουσης ώστε να δείξει ότι διατηρεί τον έλεγχο των εξελίξεων. Στις 11 Μαρτίου φέρεται να έπληξε τρία εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ και αργότερα δύο δεξαμενόπλοια κοντά στο Ιράκ. Όπως έχει δείξει και η δράση των ανταρτών Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, ακόμη και απλά μέσα όπως drones μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές υποδομές.
Οι ενεργειακές αγορές θα συνεχίσουν να επηρεάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα
Δομικές αλλαγές στην ενέργεια
Ακόμη και μετά τη λήξη της σύγκρουσης, το διεθνές ενεργειακό τοπίο πιθανότατα θα έχει αλλάξει. Ο νέος σκληροπυρηνικός ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι οι τιμές ενέργειας αποτελούν ένα από τα ευάλωτα σημεία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Την ίδια στιγμή, οι εμπειρίες από τον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν δείξει ότι ακόμη και εξελιγμένα αμυντικά συστήματα δεν μπορούν να σταματήσουν πλήρως επιθέσεις με drones. Οι ΗΠΑ δεν είναι σε θέση να προστατεύσουν κάθε δεξαμενόπλοιο στον κόσμο, ακόμη κι αν προσφέρουν φθηνή ασφάλιση.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Economist, οι ενεργειακές αγορές θα συνεχίσουν να επηρεάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδίως αν το Ιράν καταλήξει ότι χρειάζεται πυρηνικά όπλα για να διασφαλίσει την ασφάλειά του.
Δευτερεύουσες επιπτώσεις
Σε αυτό το νέο περιβάλλον καλούνται να κινηθούν επενδυτές, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Για τους επενδυτές, η αντίθεση ανάμεσα σε έναν ολοένα πιο ασταθή κόσμο και σε αγορές μετοχών που παραμένουν ισχυρές γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Η κρίση στη Μέση Ανατολή προστίθεται σε μια σειρά κινδύνων, όπως τα αβέβαια σενάρια γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, οι πιέσεις στον κλάδο του private credit και η μειωμένη εμπιστοσύνη προς υπερχρεωμένες κυβερνήσεις.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν ήδη αυξηθεί από την αρχή της κρίσης, ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές LNG.
Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν πλέον ένα νέο «ασφάλιστρο κινδύνου», καθώς οι τιμές ενέργειας αντανακλούν τον διαρκή κίνδυνο γεωπολιτικών συγκρούσεων. Όπως συνέβη μετά την πανδημία και την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, οι εταιρείες καλούνται και πάλι να επανεξετάσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους, ιδιαίτερα την έκθεσή τους στις οικονομίες του Κόλπου, των οποίων η φήμη σταθερότητας έχει πλέον κλονιστεί.
Οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μια νέα πληθωριστική απειλή
Η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών
Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, η κρίση φέρνει δύσκολες αποφάσεις. Η ενίσχυση των ενεργειακών αποθεμάτων αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία αντιμετώπισης, αν και, όπως επισημαίνει το Economist, η Ουάσιγκτον έχασε την ευκαιρία να αναπληρώσει τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου όταν οι τιμές ήταν χαμηλές πριν από τον πόλεμο.
Οι υψηλές τιμές αναμένεται να ενθαρρύνουν την αύξηση παραγωγής εκτός Μέσης Ανατολής, όμως μέχρι να συμβεί αυτό, χώρες όπως οι ΗΠΑ ίσως δυσκολευτούν να αντισταθούν στον πειρασμό του ενεργειακού προστατευτισμού. Αν μεγάλοι παραγωγοί ή διυλιστές, όπως η Κίνα και η Ινδία, αρχίσουν να περιορίζουν τις εξαγωγές για να προστατεύσουν τους καταναλωτές τους, οι συνέπειες για άλλες χώρες μπορεί να είναι σοβαρές.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μια νέα πληθωριστική απειλή, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο ύφεσης αλλά και ενός φαύλου κύκλου αυξήσεων μισθών και τιμών.
Οι κυβερνήσεις, τέλος, θα βρεθούν αντιμέτωπες με πιέσεις από τους πολίτες για επιδοτήσεις στην ενέργεια, παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόστηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το κόστος αυτών των μέτρων ξεπέρασε το 2,5% του ΑΕΠ, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.
Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να μεταφέρει το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης σε φτωχότερες χώρες, ιδιαίτερα στην Ασία.