«Νικάω!» – Από το ρατσισμό στην κολπική ξηρότητα, η 59χρονη Χάλι Μπέρι δηλώνει πιο ετοιμοπόλεμη από ποτέ
Έχοντας επιβιώσει σε μια βιομηχανία που λατρεύει τη νεότητα και συχνά «εξαφανίζει» τις γυναίκες μετά τα πενήντα, η Χάλι Μπέρι είναι πάντα εδώ ως αρχιτέκτονας της δικής της μοίρας, μετατρέποντας τις προσωπικές της πληγές σε μια ηχηρή ακτιβιστική δράση
Η Χάλι Μπέρι απολαμβάνει τη σοφία των 60 με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που έχει επιζήσει από την τοξικότητα της δημοσιότητας και την πίεση των στερεοτύπων.
Η μοναδική μαύρη κάτοχος Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου σπάει κάθε ταμπού γύρω από την ωριμότητα και τον έρωτα στη νέα συνέντευξή της στο The Cut.
Aδιάφορη για θωρακισμένες λιμουζίνες και στρατιές των σωματοφυλάκων για να επιβεβαιώσει το μέγεθός της η σταρ και ακτιβίστρια Μπέρι «φοράει» την εμπειρία της με την ίδια άνεση που φοράει το φαρδύ της τζιν γράφει η σεναριογράφος και αρθρογράφος Μόνικα Κορκόραν Χέιρελ.
Η συζήτηση ξεκινά χωρίς προκαταλήψεις εκεί, στο λόμπι ενός ιδιωτικού κλαμπ στο West Hollywood, που εμφανίζεται χωρίς ίχνος μακιγιάζ και παραγγέλνει ένα τσάι. Η Μπέρι εξηγεί την επιλογή της ανοίγοντας τη συζήτηση με ένα θέμα που πολλοί θεωρούν ταμπού: την κολπική ξηρότητα μετά την εμμηνόπαυση και τις σωματικές αλλαγές της ωριμότητας.
Με αφορμή την πλατφόρμα υγείας που ίδρυσε το 2020, η Μπέρι μιλά για αυτή τη νέα συνθήκη στη ζωή κάθε γυναίκα όχι ως ένα τέλος, αλλά ως μια αφετηρία για τη «δεύτερη πράξη» της ζωής της. «Κοίταξε, συμβαίνει σε περισσότερο από το 60% των γυναικών καθώς μεγαλώνουμε. Τα πάντα στεγνώνουν! Αν μιλάμε γι’ αυτό και γελάμε με αυτό, δεν υπάρχει πια ντροπή ή αμηχανία» λέει.
Καθώς πλησιάζει το κατώφλι των 60 ετών η Μπέρι δηλώνει στοχοπροσηλωμένη στο να υπερασπιστεί την ορατότητα στο Χόλιγουντ που εξοστρακίζει τις γυναίκες μετά τα πενήντα. Έναν άγραφο κανόνα που αρνείται να τον αποδεχθεί πεισματικά με λόγια, πράξεις, δράσεις και απαιτήσεις.
«Δεν πρόκειται να επιτρέψω στον εαυτό μου να διαγραφεί· θα είμαι πιο δυνατή από ποτέ»
Στη νέα της ταινία, Crime 101, υποδύεται τη Σάρον Κουμπς, μια μεσήλικη ασφαλίστρια που παλεύει να παραμείνει επίκαιρη σε έναν κυνικό, ανδροκρατούμενο κόσμο.
Η ίδια ζήτησε από τον σκηνοθέτη να συμπεριλάβει σκηνές όπου ο χαρακτήρας της δέχεται λεκτικές επιθέσεις για την ηλικία της, θέλοντας να αναδείξει την ωμή πραγματικότητα που βιώνουν οι γυναίκες στην εργασία και την κοινωνία.
«Φτάνεις σε αυτή την ηλικία όπου νιώθεις ότι σε περιθωριοποιούν, ότι σε υποτιμούν. Το νιώθεις στη δουλειά, το νιώθεις από την κοινωνία», εξηγεί με πάθος. Η δική της απάντηση σε αυτή την υποτίμηση είναι μια υπόσχεση στον εαυτό της: «Αποφάσισα ανένδοτα ότι δεν πρόκειται να επιτρέψω στον εαυτό μου να διαγραφεί. Θα είμαι πιο δυνατή από όσο υπήρξα ποτέ».
«Ποιος λέει ότι θέλω να κρατήσω έναν άντρα, αν δεν είναι ο κατάλληλος;»
Για δεκαετίες, η προσωπική ζωή της Μπέρι αναλυόταν εξαντλητικά από τα ταμπλόιντ, με τίτλους που την παρουσίαζαν ως μια «άτυχη» γυναίκα που δεν μπορεί να στεριώσει σε γάμο.
Η ίδια, ωστόσο, έχει μια εντελώς διαφορετική οπτική για τα τρία διαζύγιά της και τις παρελθούσες σχέσεις της. «Μετά το τρίτο μου διαζύγιο, ο κόσμος άρχισε να λέει: «Τι τρέχει με αυτήν; Είναι τρελή. Δεν μπορεί να κρατήσει έναν άντρα»», θυμάται. «Και εγώ πάντα αντέτεινα: «Ποιος λέει ότι θέλω να κρατήσω έναν άντρα αν δεν είναι ο κατάλληλος άντρας;»»
Σήμερα, έχοντας βρει τη γαλήνη στο πλευρό του Βαν Χαντ, ξεκαθαρίζει πως δεν είναι ούτε «δεσποσύνη σε κίνδυνο», ούτε θύμα αποτυχημένων σχέσεων, αλλά μια γυναίκα που αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των επιλογών της.
Στη συνέντευξή της η Μπέρι παραδέχεται πως η ευτυχία ήρθε μόνο αφού πέρασε τέσσερα χρόνια απόλυτης μοναξιάς και θεραπείας, αντιμετωπίζοντας τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας και την κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα της.
«Όλη μου τη ζωή παλεύω — παλεύω για να με δουν γι’ αυτό που πραγματικά είμαι, παλεύω για να με πάρουν στα σοβαρά ως καλλιτέχνη», δηλώνει με περηφάνια η Μπέρι που είναι συνεπής στη στάση και ορμή της.
Στην πρώτη της ταινία, το Jungle Fever του Spike Lee, το πρώην μοντέλο -Μις Οχάιο το 1986, δεύτερη στον διαγωνισμό Μις ΗΠΑ το 1986 και έκτη στον διαγωνισμό Μις Κόσμος την ίδια χρονιά- έπρεπε να παλέψει για να μην παίξει την «ωραία σύζυγο», επιλέγοντας τον ρόλο μιας γυναίκας εθισμένης στα ναρκωτικά, μένοντας μάλιστα άπλυτη για δέκα μέρες για τις ανάγκες του ρόλου.
«Μετά τη βράβευση, μου πρόσφεραν ξανά ρόλους σκλάβας, απλώς σε διαφορετικό σκηνικό»
Για τη σταρ και ακτιβίστρια η αυτογνωσία ξεκινά από την παραδοχή των δικών μας λαθών. Επηρεασμένη από μια δασκάλα της στην τετάρτη δημοτικού, υιοθέτησε το μότο πως «τίποτα δεν σου συμβαίνει απλώς· συμβαίνει εξαιτίας σου. Αν δεν αποδεχθείς την ευθύνη για το δικό σου μερίδιο, θα κάνεις το ίδιο λάθος ξανά και ξανά».
Αυτή η εσωτερική δύναμη τη βοήθησε άλλωστε να επιβιώσει σε ένα ρατσιστικό περιβάλλον μεγαλώνοντας, αλλά και να αντιμετωπίσει το «στίγμα της ομορφιάς» στην καριέρα της.
Η Μπέρι δεν περιορίζεται στα πλατό των γυρισμάτων. Πρόσφατα, ήρθε σε ευθεία ρήξη με τον κυβερνήτη της Καλιφόρνια, Γκάβιν Νιούσομ, επικρίνοντας την απόφασή του να ασκήσει βέτο σε νομοσχέδιο για τη φροντίδα της εμμηνόπαυσης.
Η δημόσια παρέμβασή της ήταν δριμεία, προειδοποιώντας τον πως ένας ηγέτης δεν μπορεί να αγνοεί το μισό πληθυσμό.
Αυτή η μαχητικότητα, όπως αποκαλύπτει, είναι ριζωμένη στα σχολικά της χρόνια, όταν ως ένα από τα ελάχιστα μαύρα παιδιά σε ένα «λευκό» προάστιο του Κλίβελαντ, έπρεπε να παλέψει για να αναγνωριστεί η αξία της.
Από την ανάδειξή της ως βασίλισσα του χορού παρά τις αντιδράσεις, μέχρι την κατάκτηση του Όσκαρ, η ζωή της υπήρξε ένας διαρκής αγώνας ενάντια στα στερεότυπα.
Έχοντας αποδείξει τον εαυτό της στην ίδια, στους εχθρούς και τους συμμάχους της, και παρά τη λαμπρή πορεία και την ιστορική της βράβευση, η Μπέρι παραμένει προσγειωμένη και ικανή να αυτοσαρκάζεται.
Όταν το 2005 κέρδισε το Χρυσό Βατόμουρο (Razzie) για τη χειρότερη ερμηνεία στο Catwoman, εμφανίστηκε στην τελετή κρατώντας το χρυσό αγαλματίδιο. «Πάντα γνώριζα ότι το Όσκαρ δεν με έκανε την καλύτερη, όπως ακριβώς το Razzie δεν με κάνει τη χειρότερη», λέει γελώντας.
Άλλωστε η κατάκτηση του Όσκαρ που θεωρείται και το απόγειο της καταξίωσης από τη Μπέρι, η ιστορική εκείνη νίκη της για το Monster Ball του 2002, δεν γκρέμισε τα στερεότυπα μιας ολόκληρης βιομηχανίας. Είναι απίστευτο αλλά η Χάλι Μπέρι είναι μέχρι και σήμερα η πρώτη και μοναδική μαύρη ηθοποιός που κατέκτησε το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.
«Το Όσκαρ δεν με έκανε την καλύτερη, όπως και το βραβείο Razzie δεν με έκανε τη χειρότερη»
«Περίμενα ότι μετά τη νίκη μου θα εμφανιζόταν ένα φορτηγό γεμάτο σενάρια έξω από την πόρτα μου», παραδέχεται. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο πεζή και στάσιμη, καθώς οι προτάσεις που δέχτηκε παρέμειναν περιορισμένες από τα ίδια ακριβώς στεγανά που αντιμετώπιζε πάντα.
Η πιο συγκλονιστική διαπίστωση της Μπέρι αφορά τη διατήρηση των φυλετικών φραγμών, οι οποίοι δεν κάμφθηκαν ούτε μπροστά στην ανώτατη καλλιτεχνική διάκριση.
«Παρόλο που ήμουν τρομερά περήφανη για το βραβείο, το επόμενο πρωί παρέμενα μαύρη» λέει. Η ταυτότητά της ήταν το χρώμα στο δέρμα της, έτσι συνέχιζε να τη βλέπει η βιομηχανία που της έκανε την τιμή να είναι και ένα κορίτσι του Μποντ- ανοησίες.
Οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί παρέμεναν δέσμιοι μιας αναχρονιστικής λογικής, εκφράζοντας αμφιβολίες για την εμπορικότητα μιας ταινίας με μαύρη πρωταγωνίστρια.
«Έλεγαν: ‘Αν βάλουμε μια μαύρη γυναίκα σε αυτόν τον ρόλο, τι σημαίνει αυτό για την ιστορία; Πρέπει να προσλάβω και μαύρο άνδρα; Τότε θα θεωρηθεί μαύρη ταινία και οι μαύρες ταινίες δεν πουλάνε στις διεθνείς αγορές΄», θυμάται η ηθοποιός, περιγράφοντας τον φαύλο κύκλο του συστημικού αποκλεισμού.
Παρά την πρόοδο που σημειώνεται τα τελευταία χρόνια, οι αριθμοί παραμένουν ενδεικτικοί της ανισορροπίας. Περισσότεροι από 30 μαύροι ηθοποιοί έχουν προταθεί για το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου με πέντε νίκες, ενώ στην αντίστοιχη γυναικεία κατηγορία οι υποψηφιότητες ανέρχονται σε 16, με τη Χάλι Μπέρι να παραμένει η μοναδική νικήτρια εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες.
Στις κατηγορίες των δευτερευόντων ρόλων, η κατάσταση είναι ελαφρώς καλύτερη, με 10 νίκες για μαύρες γυναίκες, ενώ για το 2026 οι ελπίδες στρέφονται στην Τεγιάνα Τέιλορ για την ερμηνεία της στο One Battle After Another.
Σήμερα, η Χάλι Μπέρι παράγει και πρωταγωνιστεί σε πλήθος νέων πρότζεκτ, επιδιώκοντας ρόλους που την τρομάζουν και την εξιτάρουν.
Από τον ρόλο μιας γυναίκας που εγκαταλείπει έναν γάμο-τέλμα για να γίνει dominatrix στο Παρίσι, μέχρι την επιθυμία της να ενσαρκώσει την πολιτική ακτιβίστρια, ακαδημαϊκό και συγγραφέα Άντζελα Ντέιβις -αυτής της σπουδαίας ιέρειας της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960 που συνεργάστηκε με το Κόμμα Μαύρων Πανθήρων και ταυτίστηκε με το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα- η ηθοποιός παραμένει σε μια διαρκή πνευματική αφύπνιση.
Ακόμη και στο θέμα του γάμου, διατηρεί την ανεξαρτησία της, έχοντας αφήσει την πρόταση του συντρόφου της σε εκκρεμότητα, καθώς πιστεύει πως η ουσία μιας σχέσης δεν κρύβεται στα νομικά έγγραφα. Με τη σοφία των 60 της χρόνων, η Μπέρι δηλώνει νικήτρια, όχι επειδή έχει τα πάντα, αλλά επειδή έχει επιτέλους τη δική της φωνή.
«Ως μαύρη γυναίκα, σχεδόν 60 ετών πλέον, εξακολουθώ να εργάζομαι σε ταινίες και να κάνω αυτό που αγαπώ. Νικάω» λέει. Κάθε τρόπαιο δικό της.