Στις 23 Μαρτίου 1842 απεβίωσε στο Παρίσι ο περίφημος μυθιστοριογράφος Σταντάλ (Stendhal), ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γαλλικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.
Ο Σταντάλ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανρί Μπέιλ), ο οποίος είχε γεννηθεί στην Γκρενόμπλ στις 23 Ιανουαρίου 1783, συνέγραψε μεταξύ άλλων τα μυθιστορήματα Το κόκκινο και το μαύρο (1830) και Το μοναστήρι της Πάρμας (1839), που συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Το εν γένει συγγραφικό έργο του Σταντάλ, με τις βαθιές ψυχολογικές αναλύσεις του και τις πολυσχιδείς όψεις του, έγινε ποικιλοτρόπως δεκτό από ομοτέχνους και κριτικούς: γνώρισε την απόρριψη, την περιορισμένη απήχηση, αλλά και την ανάδειξή του σε αγαπημένο θέμα διαφόρων στοχαστών και κινημάτων, και μάλιστα εκ διαμέτρου αντίθετων.
Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει στις 20 Νοεμβρίου 1983, δύο αιώνες μετά τη γέννηση του μεγίστου των γάλλων μυθιστοριογράφων, υπήρχε ένα άρθρο αφιερωμένο στον Σταντάλ.
Ο André Fermigier
Επρόκειτο για αναδημοσίευση (κατ’ αποκλειστικότητα) κειμένου της Le Monde, το οποίο είχε συντάξει ο André Fermigier (1923-1988), πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων (πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός τέχνης).
«Ένα σαλόνι με καμιά δεκαριά καλεσμένους, όπου όλες οι γυναίκες είχαν εραστές κι όπου συζητά κανείς ευχάριστα πίνοντας ένα ελαφρό ποντς λίγο μετά τα μεσάνυχτα, είναι για μένα το καλύτερο μέρος του κόσμου», έλεγε ο Σταντάλ.
Ο συγγραφέας του «Κόκκινου και του Μαύρου» και του «Μοναστηριού της Πάρμας» ήταν ένας επικούρειος και σκεπτικιστής γραφομανής. Ήταν όμως κι ένας άνθρωπος που ταξίδεψε, πολέμησε, εξορίστηκε και γνώρισε την Ευρώπη της εποχής του όσο κανένας άλλος.
Η Ευρώπη αυτή, που ο Σταντάλ την αλώνισε από τη μια της άκρη ως την άλλη, είναι το θέμα μιας έκθεσης που οργανώθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη της Γαλλίας με την ευκαιρία των 200 χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα στην Γκρενόμπλ. Μια πόλη που ο Σταντάλ την απεχθανόταν και που η θύμησή της τού «προκαλούσε ανακατωσούρα στο στομάχι». Η έκθεση αποδεικνύει και πάλι ότι οι συγγραφείς είναι πιο αδικημένοι από τους ζωγράφους όταν πρόκειται για εορτασμούς επετείων. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να δοθεί η εικόνα των σαλονιών του 19ου αιώνα μέσα από τους ζωγραφικούς πίνακες της εποχής. Οι ελάχιστοι όμως πίνακες που έφθασαν στο Παρίσι από την Αυστρία και την Ιταλία δεν αρκούν για να δώσουν ούτε τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ζωής του Σταντάλ ούτε την εποποιία της εποχής του.
Το 1801 ο Σταντάλ παράτησε το Πολυτεχνείο του Παρισιού και κατατάχθηκε στον ιταλικό στρατό. Σαν στρατιωτικός πήγε στη Γερμανία, στην Αυστρία, πήρε μέρος στις εκστρατείες της Ρωσίας και της Σαξωνίας και «έπεσε μαζί με τον Ναπολέοντα» τον Απρίλη του 1814. Αρχίζει τότε το «κυνήγι της ευτυχίας», που τον παρασύρει στο Μιλάνο, στη Ρώμη, στη Νάπολη, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στο Λονδίνο. Στην Ιταλία γίνεται φανατικός της όπερας και στη Γαλλία «τουρίστας» που ενδιαφέρεται για τη μεσαιωνική αρχιτεκτονική. Ενδιαφέρεται πραγματικά για την πολεοδομία και εξετάζει με ενδιαφέρον τα μνημεία της πατρίδας του από τα μενίρ του Ντολ μέχρι τις εκκλησίες της Ρουένης, αυτής της «Αθήνας των Γότθων».
Έχοντας περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του στο στρατό και έχοντας ταξιδέψει πολύ, ο Σταντάλ έγινε εκ των πραγμάτων και ιστορικός. Παντού γίνεται πόλεμος στις αρχές του περασμένου αιώνα (σ.σ. του 19ου αιώνα). Όμως οι εθνικές διαμάχες δεν είναι ακόμη τόσο έντονες όσο θα γίνουν μετά το 1850. Γύρω στο 1800 δεν υπάρχει μορφωμένος άνθρωπος που να μη μιλάει, εκτός από γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά και να μην είναι άλλοτε πολύ κι άλλοτε λίγο επηρεασμένος από το κοσμοπολίτικο πνεύμα του Διαφωτισμού. Ο Σταντάλ αισθανόταν «όπου γη εκεί πατρίς» και οι φίλοι του βρίσκονταν σ’ όλες τις χώρες. Ο Αλφιέρι (σ.σ. ιταλός δραματουργός και ποιητής, 1749-1803), ο Κανόβα (σ.σ. ιταλός γλύπτης, 1757-1822) και ο Ναπολέων είναι γι’ αυτόν οι μεγαλύτεροι άντρες της εποχής του. Τοποθετεί τον Σαίξπηρ πάνω απ’ όλους, σέβεται τον Γκαίτε, απεχθάνεται τον Σατωμπριάν, γράφει μια «Ζωή του Ροσσίνι» και ενθουσιάζεται όταν συναντά στη Σκάλα του Μιλάνου τον λόρδο Βύρωνα, «μια ουράνια φυσιογνωμία», «ένα μεγαλοφυές ομορφόπαιδο», «τον πρώτο ποιητή της Αγγλίας και ίσως του κόσμου».
Καλύτερό του έργο ο Σταντάλ θεωρούσε το σχεδόν αυτοβιογραφικό «Ανρύ Μπρυλάρ». Στο κεφάλαιο 23 του θαυμάσιου αυτού βιβλίου υπάρχει η φράση του συγγραφέα: «Κι εγώ βάζω ένα λαχείο σε μια λοταρία που ένας είναι ο μεγάλος της λαχνός: να διαβάζομαι το 1935» (σ.σ. η προαναφερθείσα ανολοκλήρωτη αυτοβιογραφία του Σταντάλ είχε αρχίσει να γράφεται το 1835).
Ο Σταντάλ κέρδισε το λαχνό. Και ήταν μεγαλύτερος απ’ ό,τι φανταζόταν.