Ο καταδικασμένος μαστροπός ανηλίκων Τζέφρι Έπσταϊν εμφανίζεται να αξιοποιούσε το ίδιο μοτίβο σχέσεων, εξάρτησης και «εξυπηρετήσεων» τόσο για να κατευθύνει νεαρές γυναίκες προς ισχυρούς άνδρες, όσο και για να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους πίεσης προς πρόσωπα με τεράστια οικονομική και κοινωνική επιρροή.
Από τη μία, σύμφωνα με τους Sunday Times, νέα μαρτυρία συνδέει τον καταδικασμένο παιδοβιαστή με συνάντηση μοντέλου και του Μοχάμεντ Αλ Φαγιέντ στα ανοιχτά του Σεν Τροπέ το 1997. Από την άλλη, σύμφωνα με το Fortune, έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης δείχνουν ότι για χρόνια χρηματοδοτούσε τη Μίλα Αντόνοβα, γυναίκα που φέρεται να είχε στο παρελθόν σχέση με τον Μπιλ Γκέιτς, και στη συνέχεια ζητούσε από τον συνιδρυτή της Microsoft να του επιστρέψει τα χρήματα.
Οι δύο υποθέσεις φωτίζουν διαφορετικές όψεις του ίδιου μηχανισμού επιρροής, ελέγχου και χειραγώγησης.
Η μαρτυρία που συνδέει τον Έπσταϊν με τον Μοχάμεντ Αλ Φαγιέντ
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Sunday Times, μία γυναίκα, που αναφέρεται με το ψευδώνυμο Νάταλι για λόγους προστασίας της ταυτότητάς της, υποστηρίζει ότι ο Έπσταϊν παρακολουθούσε στενά κάθε της κίνηση από τότε που τη γνώρισε μέσω ανθρώπου της βιομηχανίας της μόδας, όταν εκείνη ήταν ακόμη 17 ετών. Όπως περιγράφει, την ενημέρωναν συχνά πως μια νέα γνωριμία θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη για την καριέρα της, μέσα σε ένα πλαίσιο που παρουσιαζόταν ως επαγγελματική ευκαιρία, αλλά στην πράξη λειτουργούσε ως μέσο ελέγχου.
Ένα τέτοιο μήνυμα έλαβε, όπως λέει, και το καλοκαίρι του 1997. H βοηθός του Έπσταϊν τής ανέφερε πως ένας «πολύ ισχυρός» άνδρας ήθελε να τη γνωρίσει και ότι θα μπορούσε να τη βοηθήσει επαγγελματικά. Ο άνδρας αυτός ήταν, σύμφωνα με την καταγγελία της, ο Μοχάμεντ Αλ Φαγιέντ, τότε ιδιοκτήτης των Harrods και του Ritz Paris.
Η Νάταλι υποστηρίζει ότι βρισκόταν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα για φωτογράφιση καταλόγου όταν της ζητήθηκε να αλλάξει σχέδια και να ταξιδέψει άμεσα στο Σεν Τροπέ, όπου ο Αλ Φαγιέντ βρισκόταν στο γιοτ του. Όπως είπε, όλα παρουσιάζονταν από τον Έπσταϊν σαν μέρος ενός δικτύου γνωριμιών που θα μπορούσε να ανοίξει δρόμους στον χώρο της μόδας, με αναφορές σε φωτογράφους, ανθρώπους του modeling και πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις.
«Θυμάμαι το πρόσωπό του»
Η γυναίκα λέει ότι αναγνώρισε τον Αλ Φαγιέντ χρόνια αργότερα, όταν είδε φωτογραφία του σε διαδικτυακό δημοσίευμα. Παρότι, όπως σημείωσε, στη χώρα καταγωγής της δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός, εκείνη δήλωσε απολύτως βέβαιη για την ταυτότητά του.
Κατά την περιγραφή της, όταν έφτασε στην αποβάθρα την υποδέχθηκε στο «τεράστιο σκάφος» ένας πολύ μεγαλύτερος άνδρας που συστήθηκε ως Μοχάμεντ. Στο γιοτ βρίσκονταν και άλλα άτομα, ανάμεσά τους, όπως ισχυρίζεται, άνδρας που παρουσιάστηκε ως αδελφός του, πιθανότατα ο Σαλάχ Φαγιέντ.
Η ίδια τοποθετεί τη συνάντηση στο καλοκαίρι του 1997, περίοδο κατά την οποία φωτογραφίες δείχνουν τον Ντόντι Φαγιέντ και την Νταϊάνα, πριγκίπισσα της Ουαλίας, πάνω στο Jonikal, το σούπεργιοτ της οικογένειας, στα ανοιχτά του Σεν Τροπέ. Η Νάταλι, πάντως, είπε ότι δεν θυμάται να είδε ούτε τον Ντόντι ούτε την Νταϊάνα.
Όπως περιγράφει, ο Αλ Φαγιέντ δεν αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον Έπσταϊν, παρά μόνο για να πει ότι εκείνος είχε κανονίσει τη συνάντηση. Σύμφωνα με τους Sunday Times, άρχισε να κάνει σεξουαλικά υπονοούμενα και να της λέει ότι ήθελε να «δοκιμάσει νέα πράγματα», ενώ εκείνη ανησυχούσε πως δεν μπορούσε να αποχωρήσει, αφού βρισκόταν πάνω στο σκάφος και είχε ήδη καθυστερήσει για άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Η Νάταλι καταγγέλλει ότι όταν ζήτησε να φύγει, δεν της επετράπη να αποβιβαστεί πριν δέσει ξανά το γιοτ, και ότι στη συνέχεια ο Αλ Φαγιέντ της επιτέθηκε σεξουαλικά. Όπως είπε, σε εκείνο το στάδιο ένιωθε πως είχε σχεδόν συνηθίσει να αντιμετωπίζεται με αυτόν τον τρόπο μέσα στο περιβάλλον που είχε διαμορφώσει ο Έπσταϊν.
Η μαρτυρία έρχεται την ώρα που οι αρχές στη Βρετανία εντείνουν την έρευνά τους για τον Μοχάμεντ Αλ Φαγιέντ, μετά τις καταγγελίες εκατοντάδων γυναικών για βιασμό και σεξουαλικές επιθέσεις. Σύμφωνα με τους Sunday Times, η έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, γνωστή ως Operation Cornpoppy, έχει αποκτήσει νέα δυναμική και σε συνάρτηση με τα αρχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί στις ΗΠΑ για τον Έπσταϊν.
Οι βρετανικές αρχές έχουν ήδη ανακρίνει τρία φερόμενα ως πρόσωπα που διευκόλυναν τη δράση του Αλ Φαγιέντ, ενώ εξετάζεται και το ενδεχόμενο να κληθούν και άλλα άτομα. Παράλληλα, υπάρχει συνεργασία με τις γαλλικές αρχές, οι οποίες διερευνούν καταγγελίες για sex trafficking που σχετίζονται με τον Αλ Φαγιέντ.
Στο μικροσκόπιο έχει μπει και η χρήση των αεροδρομίων Λούτον και Στάνστεντ, όπου η Harrods Aviation διατηρούσε εγκαταστάσεις για ιδιωτικά αεροσκάφη. Θύματα και ομάδες επιζωσών επισημαίνουν κοινά στοιχεία ανάμεσα στον τρόπο δράσης του Αλ Φαγιέντ και εκείνον του Έπσταϊν, κάνοντας λόγο για παρόμοιους μηχανισμούς μεταφοράς γυναικών, εκμετάλλευσης VIP διαδρομών και αξιοποίησης ολόκληρου δικτύου συνεργών.
Η ομάδα No One Above, που εκπροσωπεί επιζώσες, έχει τονίσει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο ένας ισχυρός άνδρας, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα ανθρώπων που φέρονται να γνώριζαν, να διευκόλυναν ή να συγκάλυπταν.
Η Μίλα Αντόνοβα και η προσπάθεια πίεσης προς τον Μπιλ Γκέιτς
Σε μια διαφορετική, αλλά ενδεικτική υπόθεση, σύμφωνα με το Fortune, τα έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης δείχνουν ότι ο Έπσταϊν χρηματοδοτούσε για χρόνια τη Μίλα Αντόνοβα, ρωσίδα παίκτρια μπριτζ που, σύμφωνα με τον δικηγόρο της, είχε διατηρήσει σχέση με τον Μπιλ Γκέιτς γύρω στο 2010.
Σύμφωνα με τα έγγραφα, ο Έπσταϊν βοήθησε στην τακτοποίηση ζητημάτων βίζας, της έστελνε χρήματα, τη φιλοξενούσε επανειλημμένα σε διαμερίσματά του στο Μανχάταν και πλήρωσε μαθήματα προγραμματισμού, ενώ αργότερα επικαλούνταν ακριβώς αυτή τη στήριξη για να ζητήσει από τον Γκέιτς να τον «αποζημιώσει».
Χαρακτηριστικό είναι email της 30ής Απριλίου 2018 προς τον προσωπάρχη του Γκέιτς, Λάρι Κόεν, στο οποίο ο Έπσταϊν σημείωνε ότι χρειάστηκε να φιλοξενήσει τη Μίλα στη Νέα Υόρκη «για την εβδομάδα» και σχολίαζε με νόημα: «Παίζοντας με τη φωτιά».
Η αλληλογραφία δείχνει ότι αυτή η πίεση δεν ήταν στιγμιαία. Ήδη από το 2017, σύμφωνα με το Fortune, ο Έπσταϊν ανέφερε ότι είχε καλύψει έξοδα σπουδών, είχε βοηθήσει με τη βίζα και είχε στηρίξει οικονομικά την Αντόνοβα μετά τη λήξη της σχέσης της με τον Γκέιτς, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτό είχε γίνει έπειτα από επιθυμία του ίδιου του δισεκατομμυριούχου.
Ο ρόλος του Μπόρις Νίκολιτς
Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση εμφανίζεται και ο Μπόρις Νίκολιτς, πρώην επιστημονικός σύμβουλος του Γκέιτς στο Ίδρυμα Γκέιτς και στην Bgc3. Σύμφωνα με το Fortune, ο Νίκολιτς ήταν ένας από τους πιο συχνούς συνομιλητές του Έπσταϊν για χρόνια και σύμφωνα με τα emails φέρεται να είχε μεσολαβήσει αρχικά για ζητήματα της Αντόνοβα, μεταξύ άλλων σε υπόθεση μετανάστευσης το 2013.
Σε μεταγενέστερη αλληλογραφία, ο Νίκολιτς προσπαθούσε να βάλει σε σειρά τα γεγονότα που οδήγησαν στη ρήξη της σχέσης του με τον Γκέιτς. Σε ένα από τα emails του αναφέρει λιτά: «Η Μίλα προέκυψε», τοποθετώντας έτσι την Αντόνοβα στον πυρήνα ενός ευρύτερου προβλήματος που, όπως φαίνεται, επηρέασε και τις ισορροπίες στον κύκλο του συνιδρυτή της Microsoft.
Ο ίδιος ο Νίκολιτς έχει δηλώσει ότι ο Έπσταϊν ήταν δεινός χειριστής ανθρώπων και ότι μετανιώνει βαθιά για τη σχέση του μαζί του. Δεν του έχει απαγγελθεί κατηγορία.
Η στρατηγική του Έπσταϊν: χρήματα, εξάρτηση και «υπενθυμίσεις»
Από τα emails προκύπτει ότι ο Έπσταϊν δεν περιοριζόταν στο να προσφέρει βοήθεια. Φρόντιζε να υπενθυμίζει σε τρίτους πως αυτή η βοήθεια συνεχιζόταν και μπορούσε να μετατραπεί σε μέσο πίεσης. Σύμφωνα με το Fortune, σε μήνυμα προς τον Νίκολιτς, φέρεται να ζητούσε να μεταφερθεί στον Γκέιτς ότι «ακόμη έχω νέα από τη Μίλα» και ότι «την έβαλα σε σχολή υπολογιστών».
Η ίδια η Αντόνοβα, σε email του 2017, ευχαριστούσε τον Έπσταϊν και τον Νίκολιτς λέγοντας ότι της είχαν δώσει τη δυνατότητα να ξαναπάρει τον έλεγχο της ζωής της, καθώς ζούσε τότε με ελάχιστα χρήματα στον καναπέ φίλου της στο Πάλο Άλτο και ετοιμαζόταν για συνεντεύξεις στον χώρο της τεχνολογίας.
Ο Έπσταϊν, όμως, χρησιμοποιούσε αυτή την εικόνα για να πιέζει τον Γκέιτς. Σύμφωνα με το Fortune, σε ιδιωτικό μήνυμα προς τον Νίκολιτς φέρεται να τον αποκαλεί «τρελό», σχολιάζοντας σκωπτικά ότι η «πρώην κοπέλα του στο μπριτζ» δεν μπορούσε να πληρώσει ούτε για κλιματισμό, ενώ εκείνος ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο.
Το τελευταίο αίτημα πριν από τη σύλληψη
Η πίεση κορυφώθηκε στις αρχές του 2019. Σύμφωνα με το Fortune, στις 5 Ιανουαρίου εκείνου του έτους, ο Έπσταϊν έστειλε email απευθείας στον Γκέιτς γράφοντας ότι «κάποια στιγμή» θα ήθελε να τον αποζημιώσει για όσα είχε ξοδέψει. Λίγες ημέρες αργότερα, επανήλθε ζητώντας συνάντηση με τον ίδιο και τον Λάρι Κόεν.
Δεν είναι σαφές αν έλαβε ποτέ απάντηση. Πάντως, λίγο αργότερα άρχισε να αναζητεί παλαιότερα emails και φωτογραφίες που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν πότε και πώς είχε γνωρίσει τον Γκέιτς, επιχειρώντας προφανώς να συγκροτήσει ένα πιο ισχυρό χαρτί πίεσης.
Πέντε μήνες μετά, συνελήφθη με κατηγορίες για συνωμοσία με σκοπό τη σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων. Έναν μήνα αργότερα βρέθηκε νεκρός στο κελί του στο Μανχάταν.
Τι δείχνουν συνολικά οι δύο υποθέσεις
Παρότι πρόκειται για διαφορετικές ιστορίες, η μία υπόθεση αφορά τη φερόμενη διαμεσολάβηση του Έπσταϊν σε σεξουαλική εκμετάλλευση νεαρής γυναίκας από ισχυρό επιχειρηματία και η άλλη μια πιο έμμεση μορφή χειραγώγησης μέσω οικονομικής στήριξης και προσωπικών μυστικών, και οι δύο συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: ο Έπσταϊν φαίνεται να αξιοποιούσε ανθρώπους, χρήματα, γνωριμίες και προσωπικές εξαρτήσεις ως εργαλεία επιρροής.
Στη μία περίπτωση, η «επαγγελματική ευκαιρία» φέρεται να λειτούργησε ως προκάλυμμα για κακοποίηση. Στην άλλη, σύμφωνα με το Fortune, η οικονομική βοήθεια προς μια γυναίκα συνδέθηκε με προσπάθεια πίεσης προς έναν από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες του κόσμου. Και στις δύο, το μοτίβο που διακρίνεται είναι το ίδιο: ο Έπσταϊν δεν επένδυε μόνο σε ανθρώπους, αλλά και στη δυνατότητα να τους χρησιμοποιεί αργότερα ως μοχλούς πίεσης.