Οι επιζώσες του Έπσταϊν ζητούν λογοδοσία εν μέσω κρίσης των θεσμών: Τι μάθαμε από την εκρηκτική ακρόαση της Παμ Μπόντι
Η σύγκρουση για τα αρχεία του Τζέφρι Έπσταϊν στην Επιτροπή Δικαιοσύνης δεν ανέδειξε μόνο πολιτική ένταση, αλλά –σύμφωνα με τη Ρουθ Μάρκους– μια βαθύτερη κρίση στη λειτουργία των θεσμών και στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης
Η κρίση των θεσμών στην οποία αναφέρεται η Μάρκους δεν αφορά απλώς το ύφος ή τις προσωπικές επιθέσεις. Αφορά την ίδια τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου και ισορροπιών: μια ακρόαση εποπτείας υπάρχει ώστε το Κογκρέσο να ζητά απαντήσεις από την εκτελεστική εξουσία.
Όταν η επικεφαλής του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποφεύγει συστηματικά τις ερωτήσεις, μετατρέπει τον έλεγχο σε κομματική αντιπαράθεση και απαντά με αντεπιθέσεις αντί στοιχείων, τότε –κατά την ανάλυση– δεν έχουμε απλώς πολιτική πόλωση, αλλά αποδυνάμωση ενός βασικού θεσμικού μηχανισμού. Και όταν, επιπλέον, αιωρούνται καταγγελίες ότι η ποινική εξουσία ασκείται με πολιτικά κριτήρια, το ζήτημα παύει να είναι επικοινωνιακό και γίνεται ζήτημα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Η Γενική Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Πάμ Μπόντι, χειρονομεί κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων, στο πλαίσιο ακρόασης για την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Καπιτώλιο, στην Ουάσιγκτον, ΗΠΑ, 11 Φεβρουαρίου 2026. REUTERS/Kent Nishimura
Από την εποπτεία στο «νομοθετικό ροντέο»
«Δεν μου λες τίποτα, ξεπεσμένε αποτυχημένε δικηγόρε. Ούτε καν δικηγόρος», φώναζε η Μπόντι στον Τζέιμι Ράσκιν, κορυφαίο Δημοκρατικό της επιτροπής και καθηγητή συνταγματικού δικαίου. Η τετράωρη και πλέον διαδικασία, που κανονικά θα εντασσόταν στο θεσμικό «πάρε-δώσε» μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, εξελίχθηκε –κατά τη Μάρκους– σε «νομοθετικό ροντέο».
Η Μπόντι επιτέθηκε και σε άλλους βουλευτές: στον Νταν Γκόλντμαν είπε ότι είναι «τόσο καλός δικηγόρος σήμερα όσο και όταν προσπάθησε να παραπέμψει τον Τραμπ», ενώ στον Χανκ Τζόνσον διέκοψε λέγοντας «ο χρόνος σας τελείωσε». Σύμφωνα με την ανάλυση, σε μια εποχή κομματικής πόλωσης κάθε ακρόαση έχει στοιχεία θεάματος, όμως με τη Μπόντι πρόκειται για «αναμέτρηση χωρίς γάντια», χωρίς καν το προσχηματικό περίβλημα θεσμικού σεβασμού.
Το «εγχειρίδιο» Μπόντι και το burn book
Κατά τη Μάρκους, η γενική εισαγγελέας ακολουθεί πλέον ένα σταθερό μοτίβο. Πρώτα, «whataboutism» – αντιστρέφει τις κατηγορίες ρωτώντας αν οι βουλευτές είχαν πιέσει τον προκάτοχό της, Μέρικ Γκάρλαντ. Έπειτα, στοχευμένες επιθέσεις: εμφανίστηκε με ταξινομημένο φάκελο, ένα «burn book» όπως το αποκάλεσε ο Ράσκιν, με στοιχεία για εγκληματικές υποθέσεις στις περιφέρειες των ερωτώντων.
Όταν η Μέρι Γκέι Σκάνλον ζήτησε κατάλογο οργανώσεων που έχουν χαρακτηριστεί εγχώριες τρομοκρατικές, η Μπόντι απάντησε ότι «δεν θα πάρετε τίποτα για τη δημόσια ασφάλεια, τίποτα». Στον Τζάρεντ Μοσκόβιτς, που της ζήτησε να παρουσιάσει τα «αντιπολιτευτικά στοιχεία» που είχε ετοιμάσει το επιτελείο της εναντίον του, η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω. Ακόμη και ο Ρεπουμπλικανός Τόμας Μάσι δέχθηκε επίθεση: χαρακτηρίστηκε «αποτυχημένος πολιτικός» με «σύνδρομο διαταραχής Τραμπ».
Παράλληλα, η Μπόντι επαινούσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επικαλούμενη τους χρηματιστηριακούς δείκτες και λέγοντας «αυτό θα έπρεπε να συζητάμε», ζητώντας μάλιστα από τους Δημοκρατικούς να «ζητήσουν συγγνώμη» για τις παραπομπές του.
Τα θύματα στο επίκεντρο
Η ακρόαση περιστράφηκε γύρω από τη διαχείριση των αρχείων Έπσταϊν και –κυρίως– από τον τρόπο με τον οποίο το Υπουργείο Δικαιοσύνης χειρίστηκε τις ίδιες τις γυναίκες που υπέστησαν την κακοποίηση. Η βουλεύτρια Πραμίλα Τζαγιαπάλ κάλεσε τις επιζώσες που βρίσκονταν στην αίθουσα να σηκώσουν το χέρι «αν δεν έχουν ακόμη καταφέρει να συναντηθούν με το Υπουργείο Δικαιοσύνης»· όπως κατέγραψε στα πρακτικά, κάθε μία από τις παρούσες γυναίκες σήκωσε το χέρι της. Στρέφοντας ξανά προς τη γενική εισαγγελέα, τη ρώτησε ευθέως αν θα γυρίσει να τους ζητήσει συγγνώμη «για όσα τις υπέβαλε το Υπουργείο με την απολύτως απαράδεκτη δημοσιοποίηση των αρχείων και των πληροφοριών τους».
Η Παμ Μπόντι δεν στράφηκε προς τις επιζώσες. Αντίθετα, άρχισε να αναφέρεται στον προκάτοχό της, Μέρικ Γκάρλαντ, και όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε απάντησε: «Δεν πρόκειται να κατέβω στο επίπεδο των θεατρινισμών της». Νωρίτερα, στην εισαγωγική της τοποθέτηση, είχε δηλώσει ότι είναι «εισαγγελέας καριέρας» που έχει περάσει όλη της τη σταδιοδρομία «υπερασπιζόμενη τα θύματα» και ότι είναι «βαθιά λυπημένη για όσα έχει υποστεί οποιοδήποτε θύμα, ιδιαίτερα εξαιτίας αυτού του τέρατος», υπερασπιζόμενη ταυτόχρονα τους χειρισμούς της υπόθεσης.
Επιπλέον, φωτογράφοι κατέγραψαν ότι η Μπόντι κρατούσε έγγραφο με την ένδειξη «Jayapal Pramila Search History». Η ίδια η Τζαγιαπάλ χαρακτήρισε το γεγονός «εντελώς ανάρμοστο», εντείνοντας το ήδη φορτισμένο κλίμα της συνεδρίασης.
Η Γενική Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, κρατά ένα χαρτί με την ένδειξη «Jayapal Pramila Search History», σε αναφορά προς την Αμερικανίδα βουλευτή Πραμίλα Τζαγιαπάλ (Δημοκρατική – Ουάσιγκτον), μέλος της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής, κατά τη διάρκεια ακρόασης της επιτροπής για την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον, ΗΠΑ, 11 Φεβρουαρίου 2026. REUTERS/Kent Nishimura
Τζαγιαπάλ προσφώνησε την Παμ Μπόντι ως «κυρία υπουργέ». Η Μπόντι τη διέκοψε αμέσως, διορθώνοντάς την κοφτά: «είμαι γενική εισαγγελέας». Η Τζαγιαπάλ απάντησε «συγγνώμη, δεν το κατάλαβα», με το ακροατήριο να ξεσπά. Μια σύντομη σκηνή που ανέδειξε πόσο εύθραυστη έχει γίνει η εμπιστοσύνη ως προς το αν ένα εκτελεστικό όργανο ανταποκρίνεται πράγματι στον θεσμικό του ρόλο.
Στο ίδιο πνεύμα, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στην επιτροπή, Τζέιμι Ράσκιν, κατηγόρησε τη Μπόντι ότι «στέκεται στο πλευρό των δραστών» και «αγνοεί τα θύματα», προειδοποιώντας πως αυτό θα είναι η πολιτική της κληρονομιά αν δεν αλλάξει πορεία. Αργότερα, ο Τζάρεντ Μοσκόβιτς ζήτησε από τις γυναίκες να σταθούν και να απαντήσουν αν είχαν συναντηθεί με το Υπουργείο ή αν είχαν προσφέρει μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία. Καμία δεν σήκωσε το χέρι στην ερώτηση αν είχε υπάρξει συνάντηση. Όλες, όμως, σήκωσαν το χέρι όταν ρωτήθηκαν αν είχαν απευθυνθεί — ατομικά ή μέσω δικηγόρου — στο Υπουργείο για να προσφέρουν κατάθεση και στοιχεία, και αν είχαν αγνοηθεί ή απορριφθεί. Όλες δήλωσαν επίσης ότι παραμένουν πρόθυμες να συνεργαστούν.
Γιατί έχει σημασία αυτό
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα διότι η κριτική προς το Υπουργείο δεν αφορά μόνο τις πολιτικές διαγραφές ονομάτων, αλλά και την καθυστέρηση στη δημοσιοποίηση των φακέλων, παρά τη σχετική προθεσμία, καθώς και την ατελή απόκρυψη προσωπικών στοιχείων και φωτογραφιών επιζωσών στα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Μετά τις αντιδράσεις θυμάτων και δικηγόρων, το Υπουργείο απέσυρε χιλιάδες έγγραφα από την ιστοσελίδα του και προχώρησε σε περαιτέρω αποχαρακτηρισμούς ονομάτων υψηλού προφίλ έπειτα από κοινοβουλευτικές πιέσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άρνηση μιας άμεσης συγγνώμης προς τις παρούσες γυναίκες δεν αποτέλεσε απλώς ένα επικοινωνιακό επεισόδιο, αλλά ανέδειξε το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική περί υπεράσπισης των θυμάτων και στην πρακτική διαχείριση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τη Μάρκους, το πολιτικό βάρος της υπόθεσης έχει πλέον μετατοπιστεί: η πλήρης δημοσιοποίηση των αρχείων, που υπήρξε προεκλογικό σύνθημα των Ρεπουμπλικανών, έχει μετατραπεί τώρα σε ισχυρό εργαλείο πίεσης στα χέρια των Δημοκρατικών. Όμως —και εδώ βρίσκεται η ουσία της ανάλυσης— το ζήτημα δεν εξαντλείται στο αν διαγράφηκαν περισσότερα ή λιγότερα ονόματα. Η σύγκρουση για τον Έπσταϊν λειτουργεί ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης προβληματικής εικόνας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η Γενική Εισαγγελέας των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, αντιδρά ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μιλά κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου στην Ουάσιγκτον, ΗΠΑ, 15 Οκτωβρίου 2025. REUTERS/Jonathan Ernst/Φωτογραφία Αρχείου
Η μεγάλη εικόνα
Η Μάρκους επισημαίνει ότι η εμμονή αποκλειστικά στο σκάνδαλο Έπσταϊν κινδυνεύει να επισκιάσει άλλα ζητήματα: τις κατηγορίες για πολιτικά υποκινούμενες διώξεις, τις απορριφθείσες κατηγορίες κατά προσώπων όπως ο Τζέιμς Κόμεϊ και η Λετίσια Τζέιμς, τις πιέσεις προς αξιωματούχους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, καθώς και άλλες αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις του υπουργείου. Με άλλα λόγια, η αντιπαράθεση για τα αρχεία δεν είναι απλώς μια μάχη διαφάνειας· αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης για το κατά πόσο η ποινική εξουσία ασκείται με θεσμικά κριτήρια ή με πολιτικά αντανακλαστικά.
Η φράση «ανακτώ τον χρόνο μου» ακούστηκε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Στην κοινοβουλευτική πρακτική σημαίνει ότι ο βουλευτής παίρνει πίσω τον χρόνο της ερώτησής του και ο μάρτυρας οφείλει να σταματήσει να μιλά. Ο Τζέιμι Ράσκιν το υπενθύμισε ρητά. Η Παμ Μπόντι, ωστόσο, απάντησε: «δεν μπορείτε να ανακτήσετε τον χρόνο σας».
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που, κατά τη Μάρκους, συμπυκνώνει τη θεσμική κρίση: όταν η επικεφαλής του Υπουργείου Δικαιοσύνης αμφισβητεί ακόμη και τους βασικούς κανόνες μιας διαδικασίας εποπτείας, δεν πρόκειται απλώς για ένταση ή κακή συμπεριφορά. Πρόκειται για άρνηση της ίδιας της λογικής του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Το «ανακτώ τον χρόνο μου» δεν είναι μόνο διαδικαστικός όρος· είναι η έκφραση της εξουσίας του Κογκρέσου να επιβάλλει λογοδοσία.
Αν αυτό υπονομεύεται, τότε το ερώτημα που θέτει η Μάρκους αποκτά βαρύτερη σημασία: ακόμη κι αν αλλάξουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί, τι θα έχει απομείνει για «ανάκτηση» από το ίδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης;