Τι περιμένει η Τουρκία από την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα και τη συνάντηση με τον Ερντογάν
Η καθηγήτρια Ayşe Küçük γράφει στο τουρκικό κρατικό πρακτορείο Ανατολού για την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Τουρκία και τις δυσκολίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η Δρ. Ayşe Küçük, μέλος του διδακτικού προσωπικού του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Gelişim της Κωνσταντινούπολης, γράφει στο τουρκικό κρατικό πρακτορείο Ανατολού για τα κυριότερα θέματα και τις προσδοκίες από τη συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Κυριάκο Μητσότακη, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Τουρκία σήμερα.
Στο άρθρο της η Δρ. Ayşe Küçük αναφέρει:
«Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα επισκεφθεί την Τουρκία στις 11 Φεβρουαρίου (σήμερα) στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Τουρκίας-Ελλάδας. Ο βασικός στόχος της επίσκεψης αυτής είναι η ανάπτυξη καλών σχέσεων γειτονίας στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, η ειρηνική επίλυση των διαφορών και η διεύρυνση και εμβάθυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Δομικά προβλήματα και αναζήτηση περιορισμένης συνεργασίας
Όπως είναι γνωστό, οι δύο πλευρές έχουν βιώσει άμεσα και έμμεσα 14 κρίσεις εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο μιας «παρατεταμένης σύγκρουσης» [1] που βασίζεται σε βαθιές ιστορικές ρίζες. Λαμβάνοντας υπόψη τις ραγδαίες αλλαγές στο διεθνές σύστημα, μπορεί να ειπωθεί ότι σε μια περίοδο έντασης στις υπερατλαντικές σχέσεις, οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας έχουν επίσης επηρεαστεί από αυτή την ένταση.
Είναι εμφανές ότι η πολιτική της τετελεσμένων γεγονότων που ακολουθεί η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, η οποία εδώ και καιρό ασκεί μια πιο αποτελεσματική εξωτερική πολιτική για να εκμεταλλευτεί τις περιφερειακές και παγκόσμιες ισορροπίες προς όφελός της, αυξάνει τον κίνδυνο στις σχέσεις της με την Τουρκία.
Η επίσκεψη Μητσοτάκη
Αναπόφευκτα, κατά την επίσημη επίσκεψη του Μητσότακη, θα τεθούν τα ιστορικά σημεία έντασης, οι διαφωνίες και οι αντιδράσεις στα τετελεσμένα γεγονότα που αποσκοπούν στη δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων. Η ύπαρξη αυτού του πλαισίου θα επηρεάσει τα αποτελέσματα της συνάντησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξοπλισμός των νησιών με μη στρατιωτικό καθεστώς από την Ελλάδα, τα χωρικά ύδατα, η υφαλοκρηπίδα, η γραμμή FIR, οι διαφορές για την αποκλειστική οικονομική ζώνη, τα προβλήματα που σχετίζονται με τη Λωζάνη και τα νησιά, οι νησίδες και οι βραχονησίδες (EGEAYDAAK) που αναπτύχθηκαν μετά από αυτήν, καθώς και η ύπαρξη βασικών προβλημάτων όπως η Κύπρος, δημιουργούν μια γραμμή έντασης για αυτή τη συνάντηση.
Επομένως, θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε σημαντικά αποτελέσματα από την επίσκεψη του Μιτσότακη στην Άγκυρα. Πράγματι, πριν από την επίσκεψη, ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι το σημαντικότερο ανεπίλυτο ζήτημα μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας είναι η οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών, της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στην Αίγαιο και την Ανατολική Μεσόγειο, και τόνισε ότι, ακόμη και αν τα μεγάλα ζητήματα δεν μπορούν να επιλυθούν, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν εποικοδομητικές σχέσεις σε συγκεκριμένους τομείς. Τα θέματα που αναφέρονται σε αυτή τη δήλωση αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών και είναι διαπραγματεύσιμα.
Ωστόσο, στις ίδιες δηλώσεις του ο Μητσότακης εντός του πλαισίου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, στην οποία η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, ανέφερε ότι η Ελλάδα «επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα κατά 12 μίλια, ασκώντας το δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στην Ιόνιο Θάλασσα» και «θα προβεί σε αντίστοιχη ενέργεια και για το Αιγαίο Πέλαγος, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν». Τα θέματα που αναφέρονται σε αυτή τη δήλωση αφορούν την άμεση κυριαρχία των κρατών. Η διαπραγμάτευση αυτών των δικαιωμάτων δεν είναι καθόλου εύκολη. Επιπλέον, υπάρχουν συμβατικές υποχρεώσεις για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, των οποίων η κυριαρχία έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα, οι οποίες, λόγω του νομικού-πολιτικού τους χαρακτήρα, αποτελούν διεθνείς υποχρεώσεις που περιορίζουν την κυριαρχία της Ελλάδας. Η πιθανότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων έχει παρόμοια διάσταση.
Η Τουρκία παρέμεινε σιωπηλή το 1936, όταν η Ελλάδα επέκτεινε τα εθνικά της χωρικά ύδατα από 3 σε 6 ναυτικά μίλια, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Η επέκταση αυτή ήταν μια εξέλιξη που έβλαψε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο. Σήμερα, η Τουρκία δεν μπορεί να παραμείνει σιωπηλή απέναντι στην επιθυμία της Ελλάδας να επεκτείνει εκ νέου τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Η Τουρκία θεωρεί μια τέτοια κατάσταση ως αιτία πολέμου (casus belli). Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα προσπαθεί να ξεπεράσει αυτούς τους περιορισμούς με τετελεσμένα γεγονότα. Δηλαδή, δεν παρατηρείται αλλαγή στάσης από την πλευρά της Ελλάδας (όπως και από την πλευρά της Τουρκίας).
Θέματα που αφορούν την κυριαρχία εξακολουθούν να αποτελούν το σημαντικότερο πρόβλημα στις τουρκο-ελληνικές σχέσεις.
Από την ένταση στον διάλογο: Ελεγχόμενη ομαλοποίηση
Παρά όλα αυτά τα γεγονότα, είναι αναμφισβήτητο ότι κάθε είδους εποικοδομητικός διάλογος, συνομιλία και διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο πλευρών είναι αναπόφευκτα αναγκαία. Σε αυτό το σημείο, ίσως το πιο σημαντικό είναι η διατήρηση των πρωτοβουλιών που ενισχύουν την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας μέσω διαφόρων τρόπων και μεθόδων διαλόγου. Είναι αμφίβολο κατά πόσο αυτή η προσδοκία θα ικανοποιηθεί με επίσημες δηλώσεις που αυξάνουν την ένταση. Αυτή η επίσκεψη αποτελεί σημαντικό δείκτη για το ότι οι δίαυλοι σε επίπεδο ηγετών παραμένουν ανοιχτοί. Η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων χωρίς τη ανάγκη διαμεσολαβητών ή μεσολαβητικών οργανισμών είναι πολύτιμη και για τις δύο πλευρές της Αιγαίου.
Η Διακήρυξη των Αθηνών, στην οποία συμμετέχουν η Τουρκία και η Ελλάδα, ανακοινώθηκε το 2023. Από τότε, έχουν επιτευχθεί σημαντικά κέρδη, όπως η μείωση των εντάσεων στο Αιγαίο, η συνεργασία σε θέματα μετανάστευσης και η διατήρηση των ανοιχτών καναλιών επικοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση μεταξύ του Μητσότακη και του Προέδρου Ερντογάν αναμένεται να αποτελέσει μέρος αυτής της «θετικής ατζέντας». Δηλαδή, αντί να επικεντρωθεί στα ζητήματα διαφωνίας μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας, η συνάντηση θα έχει ως βασικό στόχο την ανάπτυξη συνεργασιών σε τομείς με δυνατότητες συνεργασίας, με προτεραιότητα στη δημιουργία ενός διαλόγου βασισμένου στη συνεργασία στις διμερείς σχέσεις. Εκτός από αυτό, στην συνάντηση αναμένεται να τεθούν στο προσκήνιο η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, η κατάσταση στη Γάζα, οι εντάσεις μεταξύ Ιράν και Ισραήλ και, ιδίως, οι κίνδυνοι που ανακύπτουν για την ασφάλεια της Ευρώπης λόγω της απόκλισης μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης κατά την περίοδο του Ντόναλντ Τραμπ.
Θετική ατζέντα στον τομέα του εμπορίου, του τουρισμού και των μειονοτήτων
Παρόλο που οι δύο χώρες διαφωνούν σε βασικά ζητήματα, προσπαθούν να συνεχίσουν τη συνεργασία στους τομείς χαμηλής πολιτικής. Για το λόγο αυτό, η συνάντηση Μητσότακη – Ερντογάν αναμένεται να δώσει ώθηση στη συνεργασία σε πολλούς τομείς, όπως η υγεία, το περιβάλλον, ο πολιτισμός, η τέχνη, ο τουρισμός, η οικονομία και το εμπόριο. Σε αυτό το πλαίσιο, μεταξύ των θεμάτων που ξεχωρίζουν είναι οι οικονομικές σχέσεις, το εμπόριο και ο τουρισμός. Παρόλο που έχει τεθεί στόχος 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο όγκος του εμπορίου μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας το 2025 ήταν 6,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, οι περίοδοι καλύτερων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών έχουν θετικές επιπτώσεις στις μειονότητες και στις δύο χώρες. Για το λόγο αυτό, είναι πιθανό η θετική ατζέντα να έχει θετικά αποτελέσματα για την τουρκική μειονότητα στη Δυτική Θράκη (σς όπως η Τουρκία επιμένει να αποκαλεί την μουσουλμανική μειονότητα) και την ελληνική μειονότητα στην Τουρκία. Πράγματι, μεταξύ των προσδοκιών της Ελλάδας από την επίσκεψη, ο Τύπος ανέφερε ότι θα τεθεί στο προσκήνιο το θέμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Δεν είναι μυστικό ότι η Τουρκία και η Ελλάδα υιοθετούν γενικά μια ασυμβίβαστη στάση σε θέματα που θεωρούν εθνικά συμφέροντα. Δεν υπάρχει συμφωνία στα εθνικά συμφέροντα, αλλά είναι γνωστό ότι εκτός των εθνικών συμφερόντων, παράγουν ανταγωνιστικές πολιτικές σε περιφερειακό επίπεδο και υπερασπίζονται διαφορετικές θέσεις, ενώ μπορούν να συνεργαστούν σε θέματα που αφορούν την παγκόσμια ασφάλεια. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, η συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στις 11 Φεβρουαρίου και η συνεχιζόμενη συνεργασία αποτελούν ένα σημείο επαφής και κενό, δημιουργώντας μια ελεγχόμενη γραμμή αμοιβαίου οφέλους για τη βιωσιμότητα των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό δείχνει ότι, στο πλαίσιο των συνολικών προβλημάτων, των συγκρούσεων και της διπλωματίας, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία δημιουργίας μιας διαφορετικής/υποδιπλωματικής διάστασης».
[1] Ο όρος «παρατεταμένη σύγκρουση», που αναφέρεται σε επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις, χρησιμοποιείται για να περιγράψει «συγκρούσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών, που διαρκούν τουλάχιστον δέκα χρόνια, περιλαμβάνουν τρεις ή περισσότερες κρίσεις, εμπόλεμες ή ήπιες μορφές βίας και/ή εμπλέκουν τους συμμάχους ή τους προστάτες των εμπλεκόμενων χωρών». Το σημαντικό σε αυτές τις συγκρούσεις είναι η ύπαρξη συνεχούς και επαναλαμβανόμενης σύγκρουσης στους ίδιους τομείς ή θέματα. Michael Brecher, The World of Protracted Conflicts (Maryland: Lexington Books, 2016), 4.