Εκφοβισμός δημοσιογράφων και βουλευτών της αντιπολίτευσης, ποινικοποίηση της κριτικής. Ετσι λειτουργούν τα καθεστώτα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την κυβέρνηση είναι (;) συμπτωματική
Από τη στιγμή που άρχισαν να δημοσιοποιούνται νέα αρχεία γύρω από τον Τζέφρι Έπσταϊν, δημοσιογράφοι και άνθρωποι της τέχνης στράφηκαν σχεδόν ενστικτωδώς προς τον δικό τους χώρο. Όχι από κουτσομπολιό, αλλά επειδή η σύγχρονη τέχνη βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε άμεση γειτνίαση με τους διαδρόμους της οικονομικής και πολιτικής ισχύος.
Οι ζάμπλουτοι του κόσμου τούτου δεν αντιμετωπίζουν την τέχνη απλώς ως πολιτιστική αξία, αλλά ως εργαλείο: για δάνεια, για κύρος, για κοινωνική νομιμοποίηση. Η μετατροπή των συλλογών σε χρηματοπιστωτικά εργαλεία και το λεγόμενο artwashing δεν είναι παρενέργειες του συστήματος· είναι οργανικά του στοιχεία.
Το πρόβλημα είναι ότι η εικόνα που αποκτούμε από αυτά τα αρχεία είναι παραπλανητική. Βλέπουμε μέσα από κλειδαρότρυπες. Μας επιτρέπεται να ρίξουμε μια ματιά στους χώρους υποδοχής της εξουσίας, όχι στα δωμάτια όπου λαμβάνονται οι πραγματικές αποφάσεις.
Κι όμως, η κουλτούρα που εκπροσωπεί ο Έπσταϊν —μια κουλτούρα ακραίας ανισότητας, ατιμωρησίας και θεσμικής συνενοχής— δεν είναι περιθωριακή. Είναι βαθιά ενσωματωμένη στο οικοσύστημα της τέχνης, διαμορφώνοντας συνθήκες που γεννούν κυνισμό, εκμετάλλευση και ηθική απονέκρωση.
Θεσμική ευγένεια, χρήμα και «ήπια» συνενοχή
Η υπόθεση του Ντέιβιντ Ρος, πρώην διευθυντή μουσείου και επικεφαλής τμήματος στη School of Visual Arts, είναι ενδεικτική. Υπήρξε ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους του χώρου που υπέστησαν συνέπειες για τις ανταλλαγές του με τον καταδικασμένο παιδοβιαστή και μαστροπό Τζέφρι Έπσταϊν. Τα email του ήταν σοκαριστικά, αλλά όχι απροσδόκητα για όσους γνωρίζουν πώς λειτουργεί η θεσμική κορυφή. Οι επικεφαλής οργανισμών μαθαίνουν να καλλιεργούν σχέσεις με δωρητές και επιτρόπους, να χρησιμοποιούν τη γλώσσα της οικειότητας και της κολακείας για να εξασφαλίζουν χρήματα, επιρροή, «λύσεις».
Ο Ντέιβιντ Α. Ρος δεν προκύπτει από τα αρχεία ως μια τυχαία ή περιφερειακή φιγούρα, αλλά ως φορέας μιας βαθιά ριζωμένης θεσμικής οικειότητας. Σύμφωνα με τους New York Times, στην πολυετή αλληλογραφία του με τον Τζέφρι Έπσταϊν υιοθετεί έναν λόγο θερμό, συμπονετικό και συχνά κολακευτικό.
Μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Έπσταϊν στη Φλόριντα, μιλά για «αδικαιολόγητη τιμωρία», αντιμετωπίζει ειρωνικά τη φυλακή ως «θερινή κατασκήνωση» και αναπαράγει το αφήγημα της πολιτικής σκευωρίας.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η αντίδρασή του το 2009, όταν ο Έπσταϊν του περιγράφει την ιδέα χρηματοδότησης ενός καλλιτεχνικού πρότζεκτ με ανήλικα μοντέλα που θα παρουσιάζονταν ως μεγαλύτερα από την πραγματική τους ηλικία. Η επιδοκιμαστική απάντηση και ο χαρακτηρισμός της ιδέας ως «ισχυρής» και «ανατριχιαστικής» δεν συνιστούν απλώς κακή κρίση, αλλά μια επικίνδυνη εξοικείωση με το απαράδεκτο.
Ο ίδιος ο Ρος υποστήριξε αργότερα ότι αυτός ο τόνος δεν εξέφραζε ειλικρινή ενθουσιασμό, αλλά τη γλώσσα της εξεύρεσης πόρων: μια στρατηγική οικειότητας για να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο οικονομικής στήριξης. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το ουσιαστικό πρόβλημα που αποκαλύπτουν τα email.
Δεν καταγράφουν μόνο μια προσωπική πλάνη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θεσμικοί παράγοντες της τέχνης εκπαιδεύονται να σιωπούν, να κολακεύουν ή να υπερβαίνουν συνειδητά ηθικά όρια όταν απέναντί τους βρίσκεται η οικονομική ισχύς. Η παραίτησή του από τη School of Visual Arts ήρθε μόνο μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων και την αντίδραση των φοιτητών. Όσα διαβάζουμε, επομένως, δεν αφορούν απλώς τη σχέση δύο προσώπων, αλλά ένα σύστημα στο οποίο η θεσμική ευγένεια προς τον δωρητή μετατρέπεται σε ήπια μορφή συνενοχής — μέχρι τη στιγμή που το φως γίνεται αδύνατο να αγνοηθεί.
Το ζήτημα είναι το εξής: πόσοι θα έκαναν παρόμοιους συμβιβασμούς και πόσοι δεν θα τους έκαναν, αν το αντάλλαγμα ήταν μια μεγάλη επιταγή, μια νέα πτέρυγα, η διασφάλιση των μισθών του προσωπικού; Το ερώτημα αυτό δεν λειτουργεί ως δικαιολογία, αλλά ως αναγκαίο πλαίσιο. Γιατί, όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένα, ο πολιτιστικός τομέας λειτουργεί στα όρια της εξάντλησης, μεταφέροντας δυσανάλογες ευθύνες σε ελάχιστους πόρους — και ακριβώς εκεί αποκαλύπτονται τα πραγματικά όρια της ηθικής.
Ο Λέον Μπλακ και το όριο ανάμεσα στο νόμιμο και το ανεκτό
Και κάπου εδώ, η περίπτωση του Λέον Μπλακ παύει να είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο και μετατρέπεται σε σύμπτωμα ενός βαθύτερου θεσμικού προβλήματος. Ο δισεκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής ιδιωτικών κεφαλαίων και επί χρόνια επίτροπος του Museum of Modern Art (ΜοΜΑ) δεν υπήρξε απλώς ένας πλούσιος γνωστός του Τζέφρι Έπσταϊν. Τα πιο πρόσφατα αρχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το United States Department of Justice (DoJ) περιλαμβάνουν ωμές, ανατριχιαστικές περιγραφές φερόμενης κακοποίησης, αποτυπωμένες σε προσωπικό ημερολόγιο που αποδίδεται σε θύμα του κυκλώματος.
Λέον Μπλακ
Στο υλικό αυτό εμφανίζονται καταγραφές σε πρώτο πρόσωπο, κωδικοποιημένες σημειώσεις, καθώς και εκτενή email νομικών εκπροσώπων που συνοψίζουν καταγγελίες σε βάρος του Μπλακ. Ορισμένα κρίσιμα στοιχεία —η χρονολογία, ο τόπος, οι φερόμενοι δράστες— ταυτίζονται με αγωγή που κατατέθηκε το 2023. Σε αυτήν, γυναίκα με αυτισμό και σπάνια μορφή συνδρόμου Down υποστηρίζει ότι βιάστηκε από τον Μπλακ το 2002, σε ηλικία 16 ετών, στο σπίτι του Έπσταϊν στο Μανχάταν. Σύμφωνα με τα ίδια τα δικαστικά έγγραφα, η αναπτυξιακή της ηλικία εκείνη την περίοδο εκτιμάται ότι αντιστοιχούσε σε παιδί περίπου 12 ετών. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, αν και η ενάγουσα —γνωστή ως Jane Doe— έχει στο μεταξύ απομακρυνθεί από τη νομική της εκπροσώπηση.
DoJ, Hyperallergic
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουν τα αρχεία σε σημειώσεις και αλληλογραφία της δικηγόρου Τζιν Κρίστενσεν, η οποία εκπροσωπούσε τόσο την Jane Doe όσο και άλλη γυναίκα που έχει κατηγορήσει τον Μπλακ για σεξουαλική κακοποίηση. Εκεί καταγράφεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο βίας, με εξαιρετικά συγκεκριμένες λεπτομέρειες — μεταξύ άλλων, καταγγελίες για δαγκώματα στα γεννητικά όργανα, αιμορραγία, εξευτελισμό και άρνηση ιατρικής φροντίδας.
Όπως σημειώνει η ίδια η Κρίστενσεν, οι περιγραφές διαφορετικών γυναικών παρουσιάζουν ανησυχητικές ομοιότητες, παρότι οι ίδιες δεν γνώριζαν η μία την άλλη και οι λεπτομέρειες αυτές δεν ήταν δημόσια γνωστές. «Υπάρχουν πράγματα που είναι απλώς υπερβολικά συγκεκριμένα για να επινοηθούν», φέρεται να αναφέρει.
DoJ, Hyperallergic
Ο Λέον Μπλακ αρνείται κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες. Μέσω της δικηγόρου του υποστηρίζει ότι ζήτησε ανεξάρτητη έρευνα, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα 158 εκατομμύρια δολάρια που κατέβαλε στον Έπσταϊν αφορούσαν αποκλειστικά φορολογικό και κληρονομικό σχεδιασμό. Ωστόσο, το ίδιο το ύψος του ποσού —εξωφρενικό για τέτοιου είδους υπηρεσίες, και μάλιστα από άνθρωπο χωρίς επίσημη σχετική κατάρτιση— εγείρει εύλογα ερωτήματα. Δεν πρόκειται για μια σχέση όπου ο Μπλακ είχε εμφανές οικονομικό ή επαγγελματικό κίνητρο να εξαρτηθεί από τον Έπσταϊν· αντιθέτως, όλα δείχνουν μια ιδιότυπη εγγύτητα, ασύμβατη με την εικόνα ενός απλού συμβούλου. Ενώ, ένα εύλογο ερώτημα αιωρείται πάνω από την εν λόγω συμφωνία. Τι θα μπορούσε να προσφέρει ο Έπσταϊν σε έναν επενδυτή του μεγέθους και της εμπειρίας του Λέον Μπλακ;
DoJ, Hyperallergic
Νομικά, τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί οριστικά. Θεσμικά όμως, το ερώτημα παραμένει εκκωφαντικό. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις καλλιτεχνών και εργαζομένων στον πολιτισμό, και παρά το γεγονός ότι το MoMA ανακοίνωσε το 2021 πως ο Μπλακ δεν θα διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία του διοικητικού συμβουλίου, ο ίδιος εξακολουθεί να παραμένει επίτροπος, όπως σημειώνει το Hyperallergic. Ένας άνθρωπος που, από το 2014, έχει επηρεάσει καθοριστικά τον οικονομικό σχεδιασμό και τις στρατηγικές επιλογές ενός από τους ισχυρότερους καλλιτεχνικούς θεσμούς στον κόσμο.
DoJ, Hyperallergic
Σε αυτό το σημείο, ο κυνισμός παύει να μοιάζει υπερβολικός. Όταν οι δομές δείχνουν διατεθειμένες να προστατεύσουν την ισχύ και όχι την ηθική λογοδοσία, πώς να πειστούν καλλιτέχνες, επιμελητές και εργαζόμενοι ότι υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να υπηρετείς αυταρχικά καθεστώτα και στο να εργάζεσαι για θεσμούς δημοκρατικών κοινωνιών;
Και τότε επιστρέφει το πιο άβολο ερώτημα: για ποιον φτιάχνουμε τελικά τέχνη; Αν η δημιουργία, η έκθεση και η κυκλοφορία της μπορούν να υπάρξουν μόνο χάρη σε ανθρώπους που μας τραβούν μαζί τους στη λάσπη, ποιο είναι το πραγματικό τίμημα;