Άναρχη δόμηση, λανθασμένες επιλογές, μία πόλη πέρα από τα όρια της και στο βάθος έλλειψη πόρων και πολιτικά εμπόδια, συνθέτουν ένα δυσεπίλυτο γρίφο για την Αττική.
Οι επιπτώσεις της κακοκαιρίας της περασμένης εβδομάδας στην Αττική, με ανυπολόγιστες υλικές ζημιές, αλλά και τον τραγικό θάνατο μίας γυναίκας στη Γλυφάδα, επανέφεραν μία συζήτηση που επαναλαμβάνεται όλο και πιο τακτικά: φταίνε τα μπαζωμένα ρέματα, η άναρχη δόμηση, οι αμαρτίες του χωροταξικού και πολεοδομικού παρελθόντος που επιστρέφουν συνεχώς.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ίδιας της Άνω Γλυφάδας, εκεί που το νερό παρέσυρε το αυτοκίνητο που παρέσυρε με τη σειρά του την άτυχη γυναίκα. Από την περιοχή της Αργυρούπολης μέχρι τη Βάρη, κατεβαίνουν ρέματα από τον Υμηττό, τα οποία έχουν ως επί το πλείστον επικαλυφθεί για να γίνουν δρόμοι.
Για την ακρίβεια, αυτή είναι η συνολική κατάσταση του λεκανοπεδίου. Στους Χάρτες Πλημμυρικού Κινδύνου της Πολιτικής Προστασίας, οι πράσινες, κίτρινες και πορτοκαλί περιοχές υποδηλώνουν τις περιοχές πλημμυρικού κινδύνου με Χρόνο Επαναφοράς τα 50, 100 και 1000 χρόνια αντίστοιχα, ενώ με γαλάζιο εμφανίζονται οι περιοχές που έχουν τα χαρακτηριστικά να πλημμυρίσουν. Πρόκειται συνολικά για το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής.
Η Αθήνα είναι μια πόλη που αναπτύσσεται άτσαλα και φρενιτικά εδώ και έναν αιώνα – και συνεχίζει. Ιδίως όμως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια του ‘50 και του ‘60, υπέστη ένα απότομο κύμα αστικοποίησης που, μαζί με κάποιες μάλλον λανθασμένες κεντρικές πολιτικές επιλογές, οδήγησε σε μία τελείως άναρχη επέκταση της πόλης.
Όπως λένε ειδικοί με τους οποίους μιλήσαμε, τα ρέματα, δηλαδή οι φυσικές διαδρομές του νερού από τα ψηλά στα χαμηλά, ήταν αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για τη ρυμοτόμηση της άναρχης δόμησης. Για να το πούμε πιο απλά, καθώς τα σπίτια άρχισαν να επεκτείνονται προς το βουνό, τα ρέματα καλύφθηκαν από άσφαλτο και έγιναν δρόμοι. Κάτω από την άσφαλτο τοποθετήθηκαν κλειστοί αγωγοί για να υποκαταστήσουν το ρέμα.
Εδώ αρχίζουν τα προβλήματα: πρώτα απ’ όλα, τι γίνεται όταν γεμίσει ένα κλειστό δοχείο όπως είναι οι αγωγοί, επειδή ας πούμε δεν είναι καθαρισμένος ή επειδή περνάει ασυνήθιστα μεγάλος όγκος νερού ανά μονάδα χρόνου; Ο νόμος του Bernoulli στη Φυσική λέει ότι αν μικρύνεις τη διατομή ενός αγωγού (επειδή π.χ. έχεις στενέψει το ρέμα), αυξάνεις την ταχύτητα. Ταυτόχρονα, πολλές φορές ο όγκος του νερού γίνεται τόσο αναντίστοιχος της διατομής, που εκτινάσσονται τα καπάκια των φρεατιών – χαρακτηριστική είναι άλλωστε η εικόνα του οχήματος της ΕΥΔΑΠ στις βροχές στις αρχές του μήνα, που έχει σταθμεύσει πάνω από ένα καπάκι στην Ποσειδώνος για να αποτρέψει την εκτίναξή του.
Δεν είναι το μόνο πράγμα στο οποίο είναι αμείλικτη η φυσική όμως. Η στοιχειώδης λογική της αντιπλημμυρικής προστασίας λέει ότι όταν το νερό κατεβαίνει από τα ψηλά στα χαμηλά, χρειάζεται να περιορίζεται ο όγκος του, να ανακόπτεται η ορμή του, αλλά και να συγκρατούνται κάπως τα φερτά υλικά που συμπαρασύρει μπαίνοντας στον αστικό ιστό.
Για μεγάλο μέρος της Αττικής, ωστόσο, εκεί που υπήρχε βλάστηση με δέντρα και θάμνους, τώρα υπάρχει μία απολύτως λεία άσφαλτος. Ακόμα χειρότερα, με τις φωτιές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στους τρεις βασικούς ορεινούς όγκους της περιφέρειας, την Πάρνηθα, την Πεντέλη και τον Υμηττό, η βλάστηση αντικαθίσταται από καμμένες πλαγιές, γεμάτες με υλικά που μπορεί να τα παρασύρει εύκολα και ανεμπόδιστα το νερό.
Ενδεικτικό των κινδύνων που δημιουργούνται είναι το παράδειγμα που φέρνει μιλώντας στο in ειδικός: το νερό που αρχίζει να συσσωρεύεται προς την κορυφή του Υμηττού είναι 1ης τάξης, σύμφωνα με τη σχετική ορολογία· όταν πια φτάνει στην περιοχή της Αργυρούπολης, έχει γίνει 4ης.
Σε μία προβληματική κατάσταση όπου επικράτησε η απρόβλεπτη πληθυσμιακή έκρηξη της πόλης και η άναρχη δόμηση που ήρθε μαζί της, έχει επικαθίσει τώρα κι ο παράγοντας της κλιματικής κρίσης που διαταράσσει τα δεδομένα.
Όταν σχεδιάζεται ένα οποιοδήποτε αντιπλημμυρικό έργο, σε έναν βαθμό γίνεται αποδεκτός κάποιος κίνδυνος πλημμύρας. Για τα συνήθη έργα αυτού του τύπου, το αποδεκτό διάστημα σχεδιασμού (η λεγόμενη περίοδος επαναφοράς) είναι τα 50 ή 100 έτη. Ωστόσο, με τα νέα δεδομένα της κλιματικής κρίσης, αυτό που κατά μέσο όρο συνέβαινε μέχρι τώρα κάθε 50 χρόνια, αρχίζει να συμβαίνει συχνότερα. Αντίστοιχα, αυτό που συνέβαινε κάθε 5 χρόνια, μπορεί να κινδυνεύσει να γίνει καθημερινότητα.
Εδώ και πολλά χρόνια έχει απαγορευτεί το μπάζωμα και ο λεγόμενος «εγκιβωτισμός» των ρεμάτων σε υπόγειους αγωγούς, αλλά αυτό δεν αρκεί. Η Αθήνα επεκτείνεται συνεχώς και δείχνει να έχει πιεστεί πέρα από τα όριά της. Ιδέες υπάρχουν, άλλες πιο άμεσες και άλλες πιο μακροπρόθεσμες: να καταστεί υποχρεωτική η χρήση διηθητικών υλικών στις νέες κατασκευές, να φτιαχτούν δεξαμενές ανάσχεσης κάτω από πάρκα και δημόσιους χώρους, να εξασφαλιστούν περισσότεροι χώροι πρασίνου και φυσικά να επαναφυσικοποιηθούν τα ρέματα.
Πώς θα γίνουν όμως όλα αυτά; Μέχρι πολύ πρόσφατα, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην αντιπλημμυρική προστασία ήταν η αποσπασματικότητα του σχεδιασμού, παρότι όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι τα υδατικά διαμερίσματα -όπως η Αττική- οφείλουν να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι με κάθε αρχή να φροντίζει τη δική της περιοχή αντί να βλέπει τη ροή του νερού στο επίπεδο της λεκάνης απορροής.
Από το 2018, στη βάση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 60 του 2007, έχουν καταρτιστεί ενιαία Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας για κάθε υδατικό διαμέρισμα της χώρας, μ νπροβλέποντας μέτρα πρόληψης, ετοιμότητας, αποκατάστασης και κυρίως, προστασίας. Το Σχέδιο για την Αττική, που ολοκλήρωσε πρόσφατα την 1η του αναθεώρηση από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εντοπίζει ως βασικές αιτίες πλημμύρας στην Αττική την αδυναμία της κοίτης των ρεμάτων να παροχετεύσουν τις πλημμύρες, τη βλάστηση και τα σκουπίδια μέσα στις κοίτες, το τσιμέντωμα των ρεμάτων και την αποσπασματική αντιπλημμυρική προστασία.
Ειδικά το τελευταίο, είναι και το πρωταρχικό πρόβλημα που τα ΣΔΚΠ καλούνται να λύσουν. Για δεκαετίες, τα αντιπλημμυρικά έργα υπήρξαν κατακερματισμένα, υλοποιούμενα από διαφορετικές αρχές, χωρίς συνεννόηση. Ωστόσο, «δεν επαρκεί μία μεμονωμένη διευθέτηση ή ένα φράγμα, αλλά ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός στο επίπεδο της λεκάνης απορροής του ποταμού, ιδίως από τη στιγμή που η κατάσταση με τη δόμηση και τα δίκτυα των ομβρίων υδάτων έχουν τροποποιήσει την υδρολογική συμπεριφορά των περιοχών. Ένα έργο που επιδιορθώνει σημειακά ένα μεμονωμένο πρόβλημα, μπορεί να δημιουργήσει πλημμυρικά φαινόμενα στον «κατάντη»», όπως σημειώνει μιλώντας στο in η Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ και Υδραυλικός Μηχανικός (MSc), Γεωργία Παπαδονικολάκη.
Με το Master Plan της Αττικής να έχει ολοκληρωθεί, το πρόβλημα που αναδύεται τώρα είναι συχνό: η έλλειψη πόρων, όχι μόνο για την υλοποίηση των έργων, αλλά και για τη διαχείρισή τους. Η κρίση και τα μνημόνια έχουν αφήσει τις αποκεντρωμένες διοικήσεις -τις καθ’ ύλην αρμόδιες για την υλοποίηση των αντιπλημμυρικών- αποψιλωμένες, χωρίς το αναγκαίο προσωπικό να διαχειριστεί των όγκο σχεδίων που θα όφειλαν να γίνουν. «Δεν έχουμε αντικειμενικά τη δυνατότητα να “τρέξουμε” έναν διαγωνισμό για έργο ύψους 2 εκατομμυρίων, που θα κολλήσει για παράδειγμα σε ενστάσεις», λέει στέλεχος της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής στο in.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν και τα πιο διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. «Αν μπαίναμε σε μία λογική να ανοιχτούν ξανά τα ρέματα, πολλά από τα οποία είναι χτισμένα μέχρι και ως τα πρανή τους, υπάρχουν κατοικίες που θα έπρεπε να απαλλοτριωθούν, να μετεγκατασταθούν και να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες τους», σημειώνει ειδικός με τον οποίον συνομίλησε το in. «Ποιος θα έπαιρνε την ευθύνη να το κάνει;»
Ένα φρούτο με μεγάλη ιστορία, που όμως τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων χάρη στην υψηλή του περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά.