Όπως ανέφερε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η ιστοσελίδα WDRB, καθώς ο απρόκλητος πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται, περίπου 2.000 Ιρανοί που ζουν στο Λούισβιλ των ΗΠΑ αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επικοινωνία με συγγενείς και φίλους που ζουν στη χώρα καταγωγής τους, χάνοντας ουσιαστικά κάθε επαφή με την πραγματικότητα που επικρατεί εκεί.
Γι’αυτό το λόγο, το Κέντρο Μοχάμεντ Άλι, ένα μουσείο αφιερωμένο στον πυγμάχο με έδρα την πόλη του Κεντάκι, διοργάνωσε μια εκδήλωση, όπως διαβάζουμε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο, ώστε οι Ιρανοί που ζουν στη πόλη να μιλήσουν για τις επιπτώσεις του κοινού πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ.
«Οι Ιρανοί, ξέρετε, έχουν ένα αίσθημα υπερηφάνειας για την πατρίδα τους και νομίζω ότι υπάρχουν πολλά έντονα συναισθήματα [σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση]», δήλωσε η Δρ. Μαριάμ Μοάζεν από το Πανεπιστήμιο του Λούισβιλ στην εκδήλωση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, μια νέα δημοσκόπηση από το CBS News και το YouGov διαπιστώνει αυξανόμενη αντίθεση στον πόλεμο με το Ιράν, καθώς τα δύο τρίτα των Αμερικανών τον βλέπουν ως πόλεμο επιλογής και όχι ανάγκης.
Επιπροσθέτως, βίντεο που κάνουν το γύρο του διαδικτύου δείχνουν ανθρώπους να κατηγορούν την κυβέρνηση ότι τους στέλνει να συμμετάσχουν σέ έναν «πόλεμο του Ισράηλ και όχι της χώρας τους».
Παράλληλα, δημοσιογράφοι |και πολιτικοί σχολιαστές όπως η Άνα Κασπάριαν, κατηγορούν για τους ίδιους λόγους την ηγεσία των ΗΠΑ.
«Ο Κλέι κρίθηκε ένοχος»
Καθώς γενοκτονίες και πόλεμοι ματώνουν τον πλανήτη, από το Σουδάν μέχρι τη Γάζα και τον Λίβανο, αξίζει να θυμηθούμε την θρυλική ομιλία του Μοχάμεντ Άλι ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ.
Στις 20 Ιουνίου 1967, ο Άλι καταδικάστηκε σε φυλάκιση, επειδή αρνήθηκε να καταταγεί στις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ.
Χρησιμοποίησε δε τη φήμη του ως πρωταθλητής πυγμαχίας για να μεταβιβάσει στον αμερικανικό λαό ένα μήνυμα: ο πραγματικός εχθρός (και καταπιεστής) δεν είναι εκτός συνόρων, αλλά εντός.
«Γιατί να μου ζητήσουν να φορέσω στολή και να πάω 10.000 μίλια μακριά από το σπίτι μου για να ρίξω βόμβες και σφαίρες σε ανθρώπους στο Βιετνάμ, ενώ οι λεγόμενοι ‘Νέγροι’ στο Λούισβιλ αντιμετωπίζονται σαν σκυλιά;» αναρωτήθηκε σε δημόσια ομιλία του σχετικά με την απόφαση του.
Για αυτές τις δηλώσεις, αλλά και για την ίδια την πράξη αντίστασης, ο δικαστής Τζο Ίνγκραχαμ επέβαλε την ανώτατη ποινή στον Κάσιους Κλέι (όπως επέμεναν να τον αποκαλούν στο δικαστήριο): πέντε χρόνια σε ομοσπονδιακή φυλακή και πρόστιμο 10.000 δολαρίων.
Την επόμενη μέρα, η είδηση αυτή ήταν το κύριο θέμα της εφημερίδας The New York Times με τον τίτλο: «Ο Κλέι κρίθηκε ένοχος στην υπόθεση της στρατολόγησης και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης».
Η ποινή ήταν ασυνήθιστα σκληρή και στόχευε στο «θρυμμάτισμα» του Άλι, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα εξελιχθεί σε σύμβολο του αντιπολεμικού κινήματος.
Η ομιλία του Μοχάμεντ Άλι
«Όχι, δεν πρόκειται να πάω δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι μου για να βοηθήσω στη δολοφονία και την καταστροφή ενός άλλου φτωχού έθνους, απλώς και μόνο για να συνεχιστεί η κυριαρχία των λευκών δουλοκτητών επί των πιο σκουρόχρωμων λαών σε όλο τον κόσμο. Αυτή είναι η μέρα που τέτοια δεινά πρέπει να τερματιστούν. Με έχουν προειδοποιήσει ότι αν πάρω τέτοια θέση, θα θέσω σε κίνδυνο το κύρος μου και θα χάσω τα εκατομμύρια δολάρια που θα έπρεπε να κερδίσω ως πρωταθλητής.
Αλλά το έχω πει μια φορά και θα το ξαναπώ. Ο πραγματικός εχθρός του λαού μου βρίσκεται εδώ. Δεν θα ατιμάσω τη θρησκεία μου, τον λαό μου ή τον εαυτό μου, με το να γίνω εργαλείο για την υποδούλωση εκείνων που αγωνίζονται για τη δική τους δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα.
Αν πίστευα ότι ο πόλεμος θα έφερνε ελευθερία και ισότητα σε 22 εκατομμύρια ανθρώπους του λαού μου, δεν θα χρειαζόταν να με επιστρατεύσουν, θα καταταγόμουν αύριο. Αλλά πρέπει είτε να υπακούσω στους νόμους της χώρας είτε στους νόμους του Αλλάχ. Δεν έχω τίποτα να χάσω υπερασπιζόμενος τις πεποιθήσεις μου. Οπότε θα πάω φυλακή. Είμαστε στη φυλακή εδώ και τετρακόσια χρόνια».