Αλεξάντερ Κλούγκε: Πέθανε ο σκηνοθέτης που άλλαξε το γερμανικό σινεμά
Ο Αλεξάντερ Κλούγκε, εμβληματική μορφή του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, που συνέδεσε το σινεμά με τη φιλοσοφία και την ιστορία, άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Μαρτίου
«Σήμερα βλέπουμε έναν παράξενα μεταβαλλόμενο κόσμο. Κάποιοι μιλούν ακόμη και για έναν ‘σκοτεινό διαφώτισμό’, που έχει αναδυθεί κυρίως στο περιβάλλον της Silicon Valley». Αυτή ήταν μία από τις τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις του Αλεξάντερ Κλούγκε στην εφημερίδα Die Zeit καθώς αποχαιρετούσε τον φίλο του Γιούργκεν Χάμπερμας.
Λίγο αργότερα, στις 25 Μαρτίου, ο σπουδαίος Γερμανός σκηνοθέτης, συγγραφέας και διανοούμενος πέθανε στο Μόναχο, σε ηλικία 94 ετών, όπως επιβεβαίωσε ο εκδοτικός οίκος Suhrkamp στο Spiegel.
Er wurde als Vertreter des Neuen Deutschen Films und großer Gesellschaftsanalytiker bekannt. Später prägte er mit seiner Produktionsfirma das deutsche Privatfernsehen. Jetzt ist Alexander Kluge im Alter von 94 Jahren gestorben. https://t.co/Kq02gm1Kqe
Ο Κλούγκε δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος του κινηματογράφου. Υπήρξε μία από τις πιο σύνθετες και επιδραστικές μορφές της μεταπολεμικής Γερμανίας: συγγραφέας, θεωρητικός, σκηνοθέτης, τηλεοπτικός παραγωγός, πανεπιστημιακός. Γεννήθηκε το 1932 στο Χάλμπερστατ, γιος αγροτικού γιατρού, και στα τέλη του 1944 επιστρατεύτηκε στη Volkssturm.
Από τη Νομική στη λογοτεχνία και την κριτική σκέψη
Αν και ξεκίνησε ως δικηγόρος, γρήγορα στράφηκε στη συγγραφή και στον κινηματογράφο. Το εύρος των ενδιαφερόντων του ήταν εντυπωσιακά ευρύ: λογοτεχνία, ιστορία, μουσική, όπερα, τέχνη, πολιτική, κοινωνική θεωρία, επιστήμη, νομική. Ανήκε στον κύκλο της Gruppe 47 και έγινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματά του, ενώ αργότερα θα συνυπογράψει με τον θεωρητικό Όσκαρ Νεγκτ σημαντικά έργα πολιτισμικής και κοινωνικής κριτικής, όπως τα Public Sphere and Experience (1972), History and Obstinacy (1980) και το δίτομο The Undervalued Human Being (2001). Τιμήθηκε σχεδόν με κάθε μεγάλο γερμανικό βραβείο, ανάμεσά τους και το ιδιαίτερα σημαντικό Georg Büchner Prize το 2003.
Ο άνθρωπος πίσω από τον Νέο Γερμανικό Κινηματογράφο
Στον κινηματογράφο, το όνομά του ταυτίστηκε όσο λίγα με τον Νέο Γερμανικό Κινηματογράφο. Το 1962 ήταν μία από τις κεντρικές μορφές πίσω από το περίφημο Oberhausen Manifesto, όταν 26 νεαροί Δυτικογερμανοί σκηνοθέτες, κανείς τους ακόμη με μεγάλου μήκους ταινία στο ενεργητικό του, διακήρυξαν στο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους του Ομπερχάουζεν πως «ο πατροπαράδοτος κινηματογράφος είναι νεκρός». Ήταν μια κατά μέτωπο σύγκρουση τόσο με την κινηματογραφική κληρονομιά του ναζισμού όσο και με το συντηρητικό μεταπολεμικό κινηματογραφικό κατεστημένο της Δυτικής Γερμανίας. Ο Κλούγκε, με το νομικό του υπόβαθρο αλλά και την πολιτική-θεωρητική του οξύτητα, δεν υπήρξε μόνο δημιουργός· έγινε και ένας από τους βασικούς υπερασπιστές, οργανωτές και θεωρητικούς του κινήματος.
Το Ουλμ και η ιδέα του Autorenkino
Το 1964 ίδρυσε μαζί με τον Έντγκαρ Ράιτς και τον Ντέτεν Σλάιερμαχερ το Ινστιτούτο Κινηματογραφικού Σχεδιασμού του Ουλμ, την πρώτη κινηματογραφική ακαδημία της Δυτικής Γερμανίας, έναν χώρο πειραματισμού και θεωρητικής αναμέτρησης που διηύθυνε έως το 1970.
Στα χρόνια που ακολούθησαν παρενέβη διαρκώς στη δημόσια συζήτηση για το σινεμά, συνυπογράφοντας κείμενα και παρεμβάσεις όπως το Taking of Stock: The Utopian Film το 1983. Παράλληλα, διαπραγματεύτηκε με κρατικούς φορείς και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός συστήματος δημόσιας χρηματοδότησης που επέτρεψε την ύπαρξη ενός Autorenkino, ενός κινηματογράφου των δημιουργών, όπου οι σκηνοθέτες μπορούσαν να έχουν ουσιαστικό έλεγχο της παραγωγής τους χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από την αγορά.
Ένα σινεμά ενάντια στην εύκολη αφήγηση
Από το 1960 έως το 1986 γύρισε, ως σκηνοθέτης ή συν-σκηνοθέτης, 14 ταινίες μεγάλου μήκους και 16 μικρού μήκους. Το έργο του, ωστόσο, δεν έμοιαζε με το έργο των άλλων μεγάλων ονομάτων του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. Ενώ την ίδια περίοδο αναδεικνύονταν σκηνοθέτες όπως ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ο Βέρνερ Χέρτσογκ και ο Βιμ Βέντερς, ο Κλούγκε ακολουθούσε έναν πολύ πιο υβριδικό, δοκιμιακό και αποσπασματικό δρόμο.
Οι ταινίες του δεν υπάκουαν στη συμβατική αφήγηση, απέφευγαν το «ραμμένο» συνεκτικό μοντάζ και δεν επιδίωκαν ούτε την ομαλή ροή ούτε την εύκολη ταύτιση. Ούτε, όμως, ακολουθούσαν τον σοβιετικό μονταζιακό δυναμισμό τύπου Αϊζενστάιν, γιατί και αυτή η μορφή κατεύθυνσης του θεατή τού φαινόταν υπερβολικά καθοδηγητική.
Ο Αλεξάντερ Κλούγκε λαμβάνει το βραβείο «Theodor-W.-Adorno-Preis» (2009) από την Πέτρα Ροτ, στην Paulskirche της Φρανκφούρτη, Γερμανία. Πηγή: Wikimedia
Η πραγματικότητα ως κατασκευή
Στον πυρήνα της αισθητικής του βρισκόταν η ιδέα ότι η πραγματικότητα δεν είναι κάτι έτοιμο και δεδομένο, αλλά κάτι που παράγεται. Άρα δεν μπορεί να αποδοθεί αληθινά μόνο με απλή καταγραφή. Για τον Κλούγκε, η πραγματικότητα περιλαμβάνει δράσεις, φαντασιώσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Χωρίς αυτά, δεν υπάρχει ουσιαστικός ρεαλισμός.
Οι ταινίες του έστηναν έτσι πυκνά δίκτυα από εικόνες, ήχους, αποσπάσματα, ντοκουμέντα, πίνακες, φωτογραφίες, λεζάντες, voice-over, μουσικά κομμάτια και θεωρητικά θραύσματα, με στόχο όχι να κλείσουν το νόημα αλλά να το ανοίξουν. Ο ίδιος ήθελε η ταινία να «συμβαίνει στο κεφάλι του θεατή».
Το «Yesterday Girl» και η μεταπολεμική Γερμανία
Αυτό το βλέπουμε ήδη στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το Abschied von gestern (Yesterday Girl, 1966). Η ηρωίδα, η Ανίτα Γκ., μια νεαρή Εβραία πρόσφυγας από την Ανατολική Γερμανία, περιπλανιέται σε μια αφιλόξενη Δυτική Γερμανία, ερχόμενη αντιμέτωπη με τη συνέχεια κοινωνικών πρακτικών και νοοτροπιών που επιβίωναν κάτω από την επίσημη μεταπολεμική ρητορική περί ρήξης με το ναζιστικό παρελθόν.
Η ταινία μπλέκει την οδύσσεια της Ανίτα με παραμύθια, ονειρικές σεκάνς, ζωγραφικούς πίνακες, φωτογραφίες, σχέδια, νομικά κείμενα, ντοκιμαντερίστικο υλικό και μεσότιτλους, ενώ στο ηχητικό πεδίο συνυπάρχουν η στεγνή αφήγηση του ίδιου του Κλούγκε, όπερα, κλασική μουσική, λαϊκές μελωδίες του ’30 και του ’40 και ηχητικά μοντάζ που δεν συγχρονίζονται πάντα με την εικόνα. Παρ’ όλα αυτά —ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό— ήταν μία από τις λίγες εμπορικά επιτυχημένες ταινίες του και τιμήθηκε στη Βενετία το 1966 με ειδικό βραβείο της επιτροπής.
Το τσίρκο ως αλληγορία για ένα άλλο σινεμά
Στο Die Artisten in der Zirkuskuppel: ratlos (Artists Under the Big Top: Perplexed, 1968), ο Κλούγκε φτιάχνει μια αλληγορία για ένα άλλο σινεμά. Η Λένι Πάικερτ, που κληρονομεί ένα τσίρκο από τον πατέρα της, θέλει να αφήσει πίσω της τα εξημερωμένα ζώα και τα εξημερωμένα νοήματα, επιδιώκοντας ένα θέαμα που θα στηρίζεται στην αγάπη και στον σεβασμό προς την πολυπλοκότητα του πραγματικού, όχι στον εμπορικό υπολογισμό. Όμως οι φιλοδοξίες της συγκρούονται με οικονομικούς περιορισμούς και με ένα κοινό που ούτε καταλαβαίνει ούτε επιθυμεί τα πειράματά της.
Στο τέλος καταλήγει να δουλεύει στην τηλεόραση, ελπίζοντας ότι μια «πολιτική των μικρών βημάτων» ίσως επιτρέψει κάποτε την υλοποίηση του οράματός της. Η ταινία λειτουργεί έτσι και σαν σχόλιο για το χάσμα ανάμεσα στις ουτοπίες του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου και στην πραγματικότητα μιας συχνά αδιάφορης ή εχθρικής αγοράς.
Οι ήρωες των αδιεξόδων
Οι πρώτες ταινίες του Κλούγκε διαλύουν τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκουμέντο. Οι ήρωές του έχουν ενέργεια, φιλοδοξία, επιθυμία για αλλαγή, αλλά περιορισμένη πρακτική ικανότητα. Στο Gelegenheitsarbeit einer Sklavin (Part-Time Work of a Female Slave, 1973), η Ρόσβιτα Μπρόνσκι στηρίζει την οικογένειά της κάνοντας παράνομες αμβλώσεις, ενώ σταδιακά αποκτά πολιτική συνείδηση και προσπαθεί να γίνει ακτιβίστρια. Η ένταση ανάμεσα στην οικογενειακή επιβίωση και στη χειραφετητική πολιτική δράση είναι κεντρική, χωρίς ποτέ να επιλύεται εύκολα.
Στο Der Starke Ferdinand (Strongman Ferdinand, 1976), ένας ειδικός στην ασφάλεια, καλόβουλος αλλά υπερβολικός, αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από ζώνες ασφαλείας και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Ο Κλούγκε συχνά τοποθετεί τέτοιες μορφές σε κοντινά πλάνα, ενώ η ήρεμη δική του φωνή σχολιάζει και πλαισιώνει τα αδιέξοδά τους.
Η γερμανική ιστορία ως πεδίο μάχης
Αν μία ταινία συμπυκνώνει την αναμέτρησή του με τη γερμανική ιστορία, αυτή είναι το Die Patriotin (The Patriot, 1979). Εκεί, μια καθηγήτρια λυκείου, η Γκάμπι Τάιχερτ, μαζί με —όσο παράδοξο κι αν ακούγεται— το γόνατο ενός νεκρού στρατιώτη, του δεκανέα Βίλαντ που σκοτώθηκε στο Στάλινγκραντ, λειτουργούν ως οδηγοί σε ένα ταξίδι μέσα στο παρελθόν.
Η Τάιχερτ διαπιστώνει ότι το υλικό που υπάρχει για τη διδασκαλία της γερμανικής ιστορίας είναι ανεπαρκές, ενώ το αποσπασμένο γόνατο, ως τμήμα ενός σώματος, ενός στρατού, ενός έθνους, γίνεται και αυτό φορέας ιστορίας, μνήμης και διαμαρτυρίας. Η ταινία επιχειρεί να συναρμολογήσει θραύσματα του παρελθόντος σε μια ιδιότυπη εγκυκλοπαίδεια βίας και πένθους.
Το «Germany in Autumn» και η εποχή της RAF
Το Deutschland im Herbst (Germany in Autumn, 1978), μία συλλογική δουλειά με τη συμμετοχή μεταξύ άλλων του Φασμπίντερ, του Ράιτς και του Σλέντορφ, ήταν η απάντηση ενός κινηματογραφικού συνόλου στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επικράτησε στη Δυτική Γερμανία το φθινόπωρο του 1977, όταν η δράση της RAF οδήγησε σε σκληρή κρατική αντίδραση, καχυποψία, καταγγελίες και κλίμα που ξυπνούσε μνήμες από το Τρίτο Ράιχ. Ο Κλούγκε ήθελε να καταγράψει «εικόνες της ίδιας μας της χώρας» που τα κυρίαρχα μέσα δεν έδειχναν.
Οι τελευταίες ταινίες και ο χρόνος που καταβροχθίζει τα πάντα
Στις τελευταίες του ταινίες πριν περάσει οριστικά στην τηλεόραση, ο κατακερματισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος. Το Die Macht der Gefühle (The Power of Emotion, 1983) παρεμβάλλει συνεχώς σκηνές από όπερες και στοχάζεται πάνω στην τραγικότητα και στην ανάγκη μιας διεξόδου για την ανθρώπινη ευτυχία.
Το Der Angriff der Gegenwart auf die übrige Zeit (The Attack of the Present Against the Rest of Time, 1985), που στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε ως The Blind Director, εξετάζει έναν παρόντα χρόνο που καταβροχθίζει το παρελθόν και απειλεί το μέλλον. Και το Vermischte Nachrichten (Miscellaneous News, 1986), σε φόρμα τηλεοπτικού δελτίου, αντιπαραβάλλει για παράδειγμα την αναφορά στο ατύχημα του Τσερνόμπιλ με το βλέμμα ενός βρέφους, παράγοντας μια από τις πιο ανησυχητικές εικόνες προαισθήματος καταστροφής.
Η στροφή στην τηλεόραση
Λίγο μετά, ο Κλούγκε μεταφέρει τη βάση του στην τηλεόραση, όπου εργάστηκε έκτοτε σε εκπομπές όπως οι The Hour of the Filmmakers, 10 Before 11, News and Stories και Prime Time: Late Edition. Δεν το είδε ποτέ ως υποχώρηση. Αντιθέτως, πίστευε ότι εκεί μπορούσε να συνεχίσει το πρόταγμα του Autorenkino με άλλα μέσα, μέσα στην ίδια τη βιομηχανία του θεάματος αλλά ενάντια στις αυτοματοποιημένες βεβαιότητές της. Το 1987 συνίδρυσε τη dctp, που παρείχε πολιτιστικό και επιστημονικό περιεχόμενο σε ιδιωτικούς σταθμούς όπως το Sat.1 και το RTL, ενώ από την ίδια εταιρική στέγη προήλθε και το SPIEGEL TV.
Ο κινηματογράφος πέρα από τις ταινίες
Ο Κλούγκε πίστευε βαθιά ότι ο κινηματογράφος δεν ταυτίζεται απλώς με τις ταινίες. Για εκείνον, το σινεμά προϋπήρχε των φιλμικών μηχανών, ως λειτουργία της ανθρώπινης φαντασίας, ως πρώτη ύλη συνειρμών. Γι’ αυτό και επέμενε ότι ο κινηματογράφος θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και μετά την πιθανή παρακμή ή εξαφάνιση της κλασικής μορφής του. Μάλιστα, θεωρούσε πιθανό ότι, όταν «ξαναγεννηθεί», θα πάρει μια μορφή που ίσως δεν θα αναγνωρίζουμε αμέσως.
Το αποτύπωμά του
Ακριβώς γι’ αυτό ο θάνατός του δεν κλείνει απλώς μια σπουδαία καριέρα. Σηματοδοτεί το τέλος μιας μορφής δημιουργού που έβλεπε τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, την πολιτική σκέψη και τα μέσα ως συγκοινωνούντα πεδία. Και άφησε πίσω του ένα έργο που δεν ζητούσε από τον θεατή να παρακολουθήσει παθητικά, αλλά να σκεφτεί, να συνδέσει, να αμφισβητήσει, να συνεχίσει μόνος του την ταινία μέσα στο μυαλό του – κρατώντας τη σκέψη του δασκάλου του, Τέοντορ Αντόρνο, ζωντανή.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, Φ hill Sessions επιστρέφει στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» στον Λόφο Φιλοπάππου, παρουσιάζοντας ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα 16 συναυλιών
Το χαμένο δραματικό ειδύλλιο «Ο μαγεμένος βοσκός», που ο Σπυρίδων Περεσιάδης έγραψε το 1909 παρουσιάζεται μέσα από τη σύγχρονη, λυρική ανάγνωση του Γιάννη Σκουρλέτη.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας