Στις 11 μ.μ. στις 31 Ιανουαρίου 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την ΕΕ, ολοκληρώνοντας μια διαδικασία που είχε αρχίσει αρκετά χρόνια νωρίτερα.
Σε δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 23 Ιουνίου 2016, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων επέλεξε την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στο δημοψήφισμα
Μεταξύ 2013 και 2016, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κινήθηκε σταθερά προς τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την παραμονή ή την αποχώρηση από την ΕΕ, αναλύει μελέτη της Βουλής των Κοινοτήτων της Βρετανίας.
Τον Ιανουάριο του 2013, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον παρουσίασε για πρώτη φορά το όραμά του για τη μεταρρύθμιση της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ και πρότεινε ένα μελλοντικό δημοψήφισμα μετά την επαναδιαπραγμάτευση. Αυτή η δέσμευση επισημοποιήθηκε στο μανιφέστο των Γενικών Εκλογών του Συντηρητικού Κόμματος του 2015, το οποίο δεσμεύτηκε να διεξαγάγει δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του 2017.
Μετά τη νίκη του στις εκλογές, ο Κάμερον ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους ηγέτες της ΕΕ, σκιαγραφώντας βασικές απαιτήσεις μεταρρύθμισης με επίκεντρο την οικονομική διακυβέρνηση, την ανταγωνιστικότητα, την κυριαρχία, την ευημερία και την ελεύθερη κυκλοφορία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του τέλους του 2015 και των αρχών του 2016, πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις στις συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την υποστήριξη ομιλιών, κοινοβουλευτικών δηλώσεων και επίσημης επιστολής προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ.
Τον Δεκέμβριο του 2015, ψηφίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος για το Δημοψήφισμα περί Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέποντας νομικά την ψηφοφορία, ενώ τον Φεβρουάριο του 2016, οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν σε ένα σχέδιο «νέας συμφωνίας» που χορηγεί στο Ηνωμένο Βασίλειο ειδικό καθεστώς εντός της ΕΕ.
Μετά από αυτή τη συμφωνία, ο Κάμερον ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα θα διεξαγόταν στις 23 Ιουνίου 2016 και η κυβέρνηση δημοσίευσε υλικό, συμπεριλαμβανομένου ενός φυλλαδίου που διανεμήθηκε σε όλα τα νοικοκυριά του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηρίζοντας την παραμονή στην ΕΕ.
Το δημοψήφισμα
Στις 23 Ιουνίου 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο διεξήγαγε δημοψήφισμα για τη συνέχιση ή μη της συμμετοχής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το εκλογικό σώμα να καλείται να επιλέξει μεταξύ παραμονής και αποχώρησης. Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στις 24 Ιουνίου 2016 και έδειξαν νίκη της αποχώρησης με 51,9% έναντι 48,1% υπέρ της παραμονής.
Μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος, ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον ανακοίνωσε την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι θα παραμείνει στη θέση του μέχρι την ανάδειξη νέου ηγέτη του Συντηρητικού Κόμματος, η οποία αναμενόταν έως το Συνέδριο του κόμματος τον Οκτώβριο.
Τα επακόλουθα
Η Τερέζα Μέι αναλαμβάνει ως νέα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου στις 13 Ιουλίου 2016 και ο Ντέιβιντ Ντέιβις διορίζεται υπουργός Εξωτερικών για την Έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μεταξύ Ιουλίου 2016 και Μαΐου 2017, η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι επικεντρώθηκε στην προετοιμασία και την επίσημη έναρξη του Brexit. Τα πρώτα βήματα περιλάμβαναν την αναδιαμόρφωση του ρόλου του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ, την εγγύηση έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και την έμφαση στην επιθυμία αποφυγής σκληρών συνόρων στην Ιρλανδία.
Αυτή η περίοδος σημαδεύτηκε επίσης από σημαντικές νομικές προκλήσεις, που κορυφώθηκαν με αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που απαιτούσαν κοινοβουλευτική έγκριση πριν από την ενεργοποίηση του Άρθρου 50, ενώ παράλληλα επιβεβαιώθηκε ότι η συναίνεση των αποκεντρωμένων νομοθετικών σωμάτων δεν ήταν νομικά απαραίτητη. Το Κοινοβούλιο στη συνέχεια ψήφισε τον Νόμο περί Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γνωστοποίηση Αποχώρησης), δίνοντας στην κυβέρνηση την εξουσία να ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης.
Τον Μάρτιο του 2017, το Ηνωμένο Βασίλειο ενεργοποίησε επίσημα το Άρθρο 50, ξεκινώντας τη διετή διαδικασία διαπραγματεύσεων για το Brexit. Παράλληλα, η κυβέρνηση δημοσίευσε βασικά έγγραφα πολιτικής που περιέγραφαν τους διαπραγματευτικούς της στόχους και τη μελλοντική της σχέση με την ΕΕ. Η πολιτική δυναμική συνεχίστηκε με την προκήρυξη γενικών εκλογών για τον Ιούνιο του 2017, κατά τις οποίες τα μεγάλα κόμματα παρουσίασαν αντικρουόμενες απόψεις για το Brexit στα προεκλογικά τους προγράμματα, ενώ η ΕΕ-27 συμφώνησε σε κατευθυντήριες γραμμές διαπραγμάτευσης για τις συνομιλίες με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Τερέζα Μέι πρωθυπουργός
Μετά τις Γενικές Εκλογές του Ιουνίου 2017, η Τερέζα Μέι σχημάτισε μια κυβέρνηση μειοψηφίας των Συντηρητικών και παρέτεινε την κοινοβουλευτική σύνοδο για να δοθεί επαρκής χρόνος για τη νομοθεσία που αφορουσε στο Brexit.
Οι επίσημες διαπραγματεύσεις για την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2017, παράλληλα με την εισαγωγή σημαντικών νομοσχεδίων που σχετίζονται με το Brexit, κυρίως του νομοσχεδίου για την (Αποχώρηση) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την κατάργηση του δικαίου της ΕΕ και τη διασφάλιση της νομικής συνέχειας.
Από τα μέσα έως τα τέλη του 2017, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δημοσίευσε πολλά έγγραφα πολιτικής και θέσεων που περιέγραφαν τη διαπραγματευτική της στάση σε διάφορα κοινά για τους πρώην εταίρους θέματα. Πραγματοποιήθηκαν αρκετοί γύροι διαπραγματεύσεων, με τακτικές δηλώσεις στο Κοινοβούλιο και συνεργασία με αποκεντρωμένες διοικήσεις, επιχειρήσεις και διεθνείς εταίρους.
Μια κρίσιμη στιγμή ήρθε τον Σεπτέμβριο του 2017, όταν η ομιλία της Τερέζα Μέι στη Φλωρεντία πρότεινε μια μεταβατική περίοδο μετά το Brexit για να διευκολυνθεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφέρει η ιστοσελίδα του γραφείου της.
Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ κατέληξαν σε συμφωνία επί μιας Κοινής Έκθεσης που ολοκλήρωνε τη «Φάση 1» των διαπραγματεύσεων του Άρθρου 50, η οποία κάλυπτε τα δικαιώματα των πολιτών, τον οικονομικό διακανονισμό και τη Βόρεια Ιρλανδία, και προετοίμαζε το έδαφος για την έναρξη συνομιλιών για τη μελλοντική σχέση το 2018.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αναμενόταν να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 11 μ.μ. στις 29 Μαρτίου 2019. Ωστόσο, μετά από ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 14 Μαρτίου 2019, η κυβέρνηση ζήτησε άδεια από την ΕΕ για να παρατείνει το Άρθρο 50 και να συμφωνήσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία Brexit.
Επιζητώντας παράταση
Στις 20 Μαρτίου 2019, η Πρωθυπουργός απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, ζητώντας την παράταση του Άρθρου 50 έως τις 30 Ιουνίου 2019, μας πληροφορεί η ιστοσελίδα της.
Μετά από συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου την επόμενη μέρα, οι ηγέτες της ΕΕ των 27 συμφώνησαν να χορηγήσουν παράταση.
Στις 2 Απριλίου 2019, η Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει περαιτέρω παράταση της διαδικασίας του Άρθρου 50 και προσφέρθηκε να συναντηθεί με τον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης για να καταλήξουν σε συμφωνία που θα μπορούσε να κερδίσει την υποστήριξη των βουλευτών.
Σε συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 10 Απριλίου 2019, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ των 27 συμφώνησαν να παρατείνουν το Άρθρο 50 έως τις 31 Οκτωβρίου 2019.
Στις 19 Οκτωβρίου 2019, η νέα συμφωνία της Πρωθυπουργού για το Brexit απορρίφθηκε λόγω τροπολογίας στη Βουλή των Κοινοτήτων. Σύμφωνα με τον Νόμο περί Αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Αριθμός 2) του 2019 – κοινώς γνωστό ως «Νόμος Μπεν» – η Πρωθυπουργός έγραψε στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, ζητώντας παράταση της διαδικασίας του Brexit.
Παράταση
Στις 28 Οκτωβρίου 2019, οι Πρέσβεις της ΕΕ συμφώνησαν σε περαιτέρω παράταση του Brexit έως τις 31 Ιανουαρίου 2020.
Ο Μπόρις Τζόνσον κέρδισε την πλειοψηφία στις Γενικές Εκλογές του Ηνωμένου Βασιλείου, στις 12 Δεκεμβρίου 2019, και επιβεβαίωσε τη δέσμευσή του να «ολοκληρώσει το Brexit» έως τις 31 Ιανουαρίου 2020.
Στις 23 Ιανουαρίου 2020, ο Νόμος περί Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συμφωνίας Αποχώρησης) του 2020 έλαβε Βασιλική Έγκριση. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την ΕΕ και εισήλθε σε μεταβατική περίοδο, στις 11 μ.μ. στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Στις 11 μ.μ. στις 31 Δεκεμβρίου 2020, η μεταβατική περίοδος έληξε και το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση της ΕΕ.