Χρόνια σκληρά και δύσκολα περιμένουν την Κούβα, λέει ο επαναστάτης Μπενίγνο
Δυσοίωνο φαντάζεται το μέλλον της Κούβας ο γνωστός ως Μπενίγνο, Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες. Παρουσιάζοντας στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο του «Η ζωή και ο θάνατος της επανάστασης στην Κούβα», ο Μπενίγνο μίλησε για την επανάσταση και όσα ακολούθησαν.
Δυσοίωνο φαντάζεται το μετα-φιντελικό μέλλον της Κούβας ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον Τσε ζωντανό, ο γνωστός ως Μπενίγνο, Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες. Ξεδιπλώνοντας τις αναμνήσεις του μέσα από μία χειμαρρώδη αφήγηση, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Η ζωή και ο θάνατος της επανάστασης στην Κούβα», ο Μπενίγνο μίλησε για όσα τον οδήγησαν να ενταχθεί στον επαναστατικό στρατό, για τον άδικο σκοτωμό αυτών που αγαπούσε, για όσα έζησε η χώρα του και όσα προβλέπει ότι θα ζήσει.
Η πρόβλεψή του για το μέλλον της χώρας του είναι ότι θα επανέλθει στη κατάσταση που επικρατούσε πριν από την επανάσταση στην εποχή του Μπατίστα. «Δυστυχώς η χώρα μου, από τη στιγμή που πήρε τη σημερινή της μορφή, έχει υποστεί κάθε είδους ταπείνωση. Είχαμε πάνω μας την αμερικάνικη μπότα και μετά ήρθε η μπότα της Ανατολικής Ευρώπης.
»Μετά τον Κάστρο περιμένουν τη χώρα μου στιγμές σαν κι αυτές που ζουν σήμερα οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι χώρες αυτές μετά από 70 χρόνια σοσιαλισμού και επανάστασης, στη διάρκεια των οποίων θεωρούσαμε ότι είχαν ζήσει την καλύτερη ζωή σύμφωνα με τα κομμουνιστικά δεδομένα, τώρα ζουν μέσα στην πείνα, τη δυστυχία και τα βάσανα. Στην Κούβα η οικονομία έχει καταρρεύσει και η γεωργία, πάνω στην οποία στηριζόταν η οικονομία, δεν έχει πια ζωή. Στην Κούβα υπήρχαν 162 εργοστάσια ζάχαρης, το 70% εξ αυτπών έκλεισε. Δεν πιστεύω ότι την χώρα μου την περιμένει κάτι καλό. Πιστεύω ότι θα ακολουθήσουν χρόνια σκληρά και δύσκολα».
Ο Μπενίγνο, που ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι, είπε πως στην αρχή δεν ήξερε τι θα πει επανάσταση και πως εντάχθηκε στον επαναστατικό στρατό για προσωπικούς λόγους.
«Τότε δεν είχα την διαύγεια, για να καταλάβω τους λόγους της επανάστασης. Ζούσα σε έναν μικρό αφιλόξενο κόσμου, όπου δεν υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας. Όταν έγινε η επανάσταση, συνεργάστηκα με τον επαναστατικό στρατό όχι από συμπάθεια, αλλά γιατί φοβόμουν ότι αυτός θα αντιδρούσε όπως ο στρατός του Μπατίστα. Στη συνέχεια όμως μου φέρθηκαν ανθρώπινα, όπως κανείς δεν μου είχε φερθεί ποτέ» είπε επισημαίνοντας τα όσα του έμαθαν για την επανάσταση χρησιμοποιώντας απλά λόγια ο Καμίλο Σιενφουέγος και ο Τσε Γκεβάρα.
Ώσπου έφτασε η στιγμή, που κάποιος προδότης τον κατέδωσε ως βασικό συνεργάτη του επαναστατικού στρατού με αποτέλεσμα να σκοτώσουν την αγαπημένη του στο χωριό, το άλογό του και το σκυλί του. Τότε έσπευσε να βρει τον Καμίλο και τον Τσε που τον περίμεναν και από αυτούς έμαθε τις αρχές της επανάστασης. «Μετά από ένα χρόνο έγινα κανονικός στρατιώτης του επαναστατικού στρατού. Οι ιδέες μου άλλαξαν και ήθελα πλέον να αγωνιστώ για την επανάσταση και όχι για όσα έχασα» πρόσθεσε.
Αρνούμενος ότι η επανάσταση στην Κούβα ηττήθηκε, δηλώνει ότι ο Φιντέλ Κάστρο παρέκκλινε από τις αρχές του. Ανέφερε ακόμη ότι, όταν ξεκίνησε η επανάσταση, κανείς δεν έκανε λόγο για κομμουνισμό ή για σοσιαλισμό και πως οι σοσιαλιστές ήταν η μειοψηφία στον επαναστατικό στρατό ήταν σοσιαλιστές. «Τότε ακούστηκε το σύνθημα Ναι στον Φιντελισμό, όχι στον κομμουνισμό. Δεν ξέρω αν αυτό είχε ως συνέπεια το ατύχημα που έπαθε ο Καμίλο Σιενφουέγος» είπε.
Ανέφερε ακόμη πως η χώρα βρέθηκε κάτω από τη σοβιετική επιρροή, όταν ήρθαν οι Ρώσοι αξιωματούχοι στην Κούβα και πρότειναν να αγοράζουν τη ζάχαρη έναντι 12 σεντς αντί για 4 που έδιναν οι Αμερικάνοι. Ο Φιντέλ τότε μιλούσε για τα πλεονεκτήματα της πώλησης της ζάχαρης στη Σοβιετική Ένωση. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως περίμενε ο λαός της Κούβας.
Οι Σοβιετικοί αγόραζαν τη ζάχαρη έναντι 12 σεντς, αλλά πλήρωναν σε είδος που ουσιαστικά ήταν άχρηστο. «Το πρώτο που μας έστειλαν ήταν μέσα μεταφοράς και εξοπλισμός, που χρησιμοποιούσαν την εποχή του Β Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία τους ήταν άχρηστα και που ποτέ δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει ο λαός της Κούβας. Και τότε όσοι Κουβανέζοι μπορούσαν, άρχισαν να φεύγουν από τη χώρα. Όσοι δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε, τους κατηγορούσαμε ως προδότες και στηρίζαμε τον Φιντέλ.
»Δεν θα θεωρούσα λάθος τη στάση του Φιντέλ. Αυτός είχε τις ιδέες και αυτό που ήθελε, το κατάφερε και έγινε μεγάλος ηγέτης. Είχε στα χέρια του τη χώρα, για να τη χρησιμοποιήσει όπως ήθελε με την στήριξη και της Ανατολικής Ευρώπης. Φιλοδοξούσε να γίνει σαν τους ηγέτες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά τους ξεπέρασε και σήμερα είναι ο απόλυτος ηγέτης της Κούβας» πρόσθεσε ο Μπενίγνο.
Στην ερώτηση αν ο Τσε ήταν ζωντανός που θα βρισκόταν σήμερα, απάντησε: «Είμαι απόλυτα σίγουρος πως δεν θα βρισκόταν στο Παρίσι. Σίγουρα θα ήταν σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, όπου θα γινόταν επανάσταση».
Όσο για την επιλογή του να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι, εξήγησε ότι το διάλεξε γιατί άρχισε να αναλύει την κατάσταση στην χώρα του με βάση όσα του είχε μάθει ο Τσε. «Μπόρεσα να δω ότι τα όνειρα του Τσε είχαν μετατραπεί σε εφιάλτη και ότι η επανάσταση πήρε δρόμο διαφορετικό από αυτό που οραματίστηκε. Βρεθήκαμε όλοι, όλος ο λαός, να ζούμε με διπλό πρόσωπο. Στην Κούβα δεν υπάρχει φιλία, αλλά μόνο μια γενική δυσπιστία. Είπα ότι αυτό δεν είναι επανάσταση. Γι αυτό έφυγα» κατέληξε ο Μπενίγνο.
Στο βιβλίο του «Η ζωή και ο θάνατος της επανάστασης στην Κούβα» διηγείται όλες τις μάχες του ένοπλου αγώνα, καθώς και αυτές της πολιτικής νομενκλατούρας κατά την περίοδο από το 1958 μέχρι το 1994.
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.