Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
weather-icon 21o
Άγγελος Τερζάκης: Στη δουλειά του καλλιτέχνη ενυπάρχει η ανταμοιβή

Άγγελος Τερζάκης: Στη δουλειά του καλλιτέχνη ενυπάρχει η ανταμοιβή

Μόνο μια δουλειά χαρούμενη μπορεί να είναι και καλλιτεχνική

Όταν μου ζητάνε —όπως είχε την ευγενική σκέψη να μου ζητήσει τώρα ο «Ταχυδρόμος»— να μιλήσω για κάποιο έργο μου ή, γενικότερα, για τον τρόπο της δουλειάς μου, η σκέψη μου πάει ακατανίκητα σε κάποιες άλλες εποχές, πολύ εχέμυθες, σεμνές. Σ’ εποχές που δεν είχανε τα σημερινά μέσα να διαφημίζουν τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες. Φέρνω πάντα παράδειγμα στους μαθητές μου της Δραματικής Σχολής την ελισαβετιανή εποχή λόγου χάρη, ή την αρχαία ελληνική. Ούτε εφημερίδες ήξεραν, ούτε φωτογραφίες ούτε συνεντεύξεις ούτε τίποτα από όλα εκείνα που συγκεντρώνουν την προσοχή σ’ ένα πρόσωπο, του καλλιεργούν, θέλοντας και μη, τις ανθρώπινες αδυναμίες. Αναλογίζομαι εποχές θρησκευτικές, τη βυζαντινή λόγου χάρη, όπου ο αγιογράφος υπέγραφε την εικόνα του: «Διά χειρός τού τάδε μοναχού, τού τάχα και ζωγράφου». Το καλλιτεχνικό έργο, τότε, είταν ευλαβική προσφορά στον Ύψιστο ή το πολύ-πολύ μια σεμνή ενασχόληση ταπεινού επαγγελματία, τεχνίτη δίχως υπερφίαλες αξιώσεις, πόζες, φιλαρέσκειες. Έχουμε καλλιτέχνες σημαντικούς ή μέγιστους που πέρασαν δίχως ν’ αφήσουν αχνάρι της ζωής τους.


«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 28.5.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Εμάς, μας έχει χαλάσει η εποχή μας. Το θεωρούμε φυσικό να περιαυτολογήσουμε, να προκαλέσουμε την περιέργεια του κόσμου, να παρουσιαστούμε μέσα στο πιο ευνοϊκό που γίνεται φως. Κι’ αν ακόμα θέλεις ν’ απόσχεις, δεν μπορείς: Όχι μόνο το παράδειγμα σε παρακινεί να μην υστερήσεις, αλλά και συλλογίζεσαι πως το κάτω-κάτω είναι άδικο να ρίξεις χάμου τ’ άρματα όταν άλλοι οπλίζονται ως τα δόντια. Μπαίνεις λοιπόν στο χορό, παρασύρεσαι. Κάθε φορά που είναι να μιλήσω για κάτι που με αφορά, κάνω αυτές τις σκέψεις, στερεότυπα. Ξέρω βέβαια πως η παροιμία που λέει συχωρεμένη την αμαρτία όταν είναι κι’ ομολογημένη, ισοδυναμεί με μια πρόφαση, γι’ αυτό και θα μιλήσω εδώ προσέχοντας όσο μπορώ να μην κολακέψω τον εαυτό μου.

Έχω πει πως έπιασα και ξανάγραψα όλο το έργο «Ο σταυρός και το σπαθί», πέρα για πέρα, μιας και μου ζητήθηκε από δυο φίλους, εξαίρετους καλλιτέχνες, την Έλσα Βεργή και τον Μάνο Κατράκη, για το Φεστιβάλ Αθηνών. Θα πω εδώ λίγα λόγια γι’ αυτή την απροσδόκητη εμπειρία μου.


«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 28.5.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Απροσδόκητη γιατί δεν συνηθίζω να ξαναδιαβάζω τον αλλοτινό εαυτό μου. Φοβάμαι, τρέμω, τις απογοητεύσεις. Αλλά, στην περίπτωση τούτη, δεν είταν στο χέρι μου ν’ αγνοήσω το κείμενο το γραμμένο πριν από είκοσι οχτώ χρόνια. Έπρεπε να ξέρω τι δίνω, αν το υπογράφω ακόμα ή αν πρέπει να έχω επιφυλάξεις, και ποιες. Η δοκιμή με τσάκισε. Όταν πήρα μια νύχτα, ως τις τρεισήμιση το πρωί, και το ξαναδιάβασα, είδα περίεργα πράγματα. Διαφωνούσα και δεν διαφωνούσα με τον παλαιό εαυτό μου. Για τη γενική πορεία του μύθου, για την εξωτερική δράση, το περίγραμμα των προσώπων, τις καταστάσεις ιδωμένες σχηματικά, δεν είχα καμμιά σχεδόν επιφύλαξη. Οι αντιρρήσεις μου εντοπίζονταν σε άλλα στοιχεία του έργου, ουσιαστικότερα, μερικά τους καθαυτό κρυφά. Αλλά και πόσο καίρια! Τότε είδα πως ένα δραματικό έργο είναι κάτι πολύ πιο εσωτερικό απ’ όσο το φαντάζεται ο δίχως πείρα, νεαρός συγγραφέας, ή ο απληροφόρητος τρίτος.


«Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 28.5.1966, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το πιο φανερό που έπρεπε ν’ αναθεωρηθεί είταν ο λόγος. Μέσα σε είκοσι εφτά χρόνια, ένας συγγραφέας εξελίσσεται μαζί με την εποχή του. Η πρώτη δυσκολία που αντιμετώπισα είταν λοιπόν αυτή. Σήμερα δεν γράφω πια στο ιδίωμα του 1938-39. Τι να κάνω; Ν’ αλλάξω εντελώς την υφή του λόγου; Το έκρινα αμέσως από την αρχή και μάταιο κι’ ανεπίτρεπτο. Η τραγωδία «Ο σταυρός και το σπαθί» ανήκει σε μιαν ορισμένη εποχή, μορφή και περιεχόμενο γεννιόνται μαζί, είναι αλληλένδετα. Θα ισοδυναμούσε με μασκάρεμα της αρχικής ιδέας το ντύσιμό της με λόγο βασικά διαφορετικό. Αποφάσισα λοιπόν να διατηρήσω το ύφος του καιρού όπου το έργο πρωτογράφτηκε, να το απαλλάξω όμως από ορισμένα γνωρίσματα που τα έκρινα σήμερα αδυναμίες. Το σύνολο έπρεπε να ελαφρώσει μαζί και να πυκνωθεί. Αυτά χωρίς και να χαθεί μεσοδρομίς η κάποια νεανική του αγνότητα, ο «ρομαντισμός» του.


Εύκολο να το λέει κανείς! Ορίστε να ξαναμπήτε στην ατμόσφαιρα ενός έργου που το είχατε ζήσει είκοσι εφτά χρόνια πριν! Οι πρώτες δύο νύχτες της δουλειάς είταν μαρτυρικές. Είχα ζητήσει προθεσμία ένα μήνα για να κάνω τη δοκιμή, να ιδώ το πρώτο αποτέλεσμα, και αυτή η επαφή με μια πραγματικότητα τόσο διαφορετική από εκείνην που φανταζόμουν, μου έκοβε τα χέρια. Είναι απίστευτα δύσκολο ν’ αναπλωρήσεις (σ.σ. κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, να αναπλεύσεις, να κινηθείς αντίθετα προς τον άνεμο ή το ρεύμα, με τον καιρό κόντρα). Και η δυσκολία δεν είταν να «βγει ο στίχος» (πρόκειται για έργο έμμετρο, γραμμένο σε μέτρα ιαμβικά). Η δυσκολία είταν να ξαναδοκιμάσεις την ίδια όπως τότε πίστη, την ίδια παραφορά, την ίδια έξαρση. Να πιστέψεις μ’ όλο σου το είναι στην εποχή, στα πρόσωπα, στις καταστάσεις. Να χαρείς τη δουλειά σου. Γιατί μόνο μια δουλειά χαρούμενη μπορεί να είναι και καλλιτεχνική.

Την τρίτη νύχτα, ξαφνικά, απροσδόκητα, είδα να γίνεται φως. Με τι τρόπο; Δεν ξέρω. Είχα ξαναβρεί κάτι απολησμονημένο μέσα μου; Με είχε συνεπάρει ξανά η δραματική ατμοσφαίρα του μύθου; Πιστεύω στη μαγική δύναμη της «δραματικής ατμοσφαίρας», αυτήν βάζω ψηλότερα απ’ όλα —μύθο, πρόσωπα, καταστάσεις, δράση, συγκρούσεις— και νιώθω πως από αυτήν ακτινοβολούν τα πάντα. Η δραματική ατμοσφαίρα είναι για τον συγγραφέα ό,τι η συναισθηματική αυθυποβολή για τον ηθοποιό. Αν πιάσεις τη δραματική ατμοσφαίρα ενός θέματος, έχεις ελπίδα να ιδείς το δρόμο ν’ ανοίγεται μπροστά σου, τα πιο περίπλοκα προβλήματα να λύνονται. Διαφορετικά, όλη η πείρα, η τέχνη και η σοφία των αιώνων δεν σ’ ωφελούν.


Η τέχνη του δράματος στηρίζεται κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σε κάποια λεπτότατα, αδιόρατα σημεία, κρυφούς συνδέσμους, συσχετισμούς, παραπομπές, σχέσεις, μετατροπίες (σ.σ. εδώ με τη σημασία των μεταβάσεων-ανατροπών), που δεν τα πιάνει το ανύποπτο μάτι. Αυτά ακριβώς μου είχαν ξεφύγει στην πρώτη γραφή του έργου. Τώρα, τα έβλεπα, τα ένιωθα, τα διαισθανόμουν. Ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς μου είταν η λείανση αυτών των μεταβάσεων. Ήξερα πως ο τρίτος, πιθανότατα, δεν θα τα επισημάνει. Αλλά τι μ’ ένοιαζε! Στη δουλειά του καλλιτέχνη ενυπάρχει η ανταμοιβή. Είναι ένα απροσδιόριστο μεθύσι. Έτσι και μια φορά το δοκιμάσεις, αδιαφορείς ύστερα για όλα: για την πιθανή παρανόηση, ή την επίκριση.

Σ’ όλη μου τη ζωή πίστεψα πως η καλλιτεχνική λειτουργία είναι μια κατάσταση καθαρά ερωτική. Ό,τι προκύπτει ως καρπός της, αποτελεί το επί πλέον. Το βίωμα που σου έχει παρασχεθεί, η έκσταση, η δόνηση, δεν ζητάνε συμπλήρωμα για να τελειωθούν.

*Κείμενο του Άγγελου Τερζάκη, που έφερε τον τίτλο 1938 – «Ο σταυρός και το σπαθί» – 1966 και είχε δημοσιευτεί στον «Ταχυδρόμο» στις 28 Μαΐου 1966.

Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, εθνική φυσιογνωμία στο χώρο των γραμμάτων επί σαράντα και πλέον χρόνια, γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907.


Ο Τερζάκης σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά άσκησε τη δικηγορία μόνο δύο έτη (1928-1930), καθώς στη συνέχεια αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και δημοσίευσε τα πρώτα του μυθιστορήματα (είχαν προηγηθεί δύο συλλογές διηγημάτων σε πολύ νεαρή ηλικία, το 1925 και το 1929). Αφού κέρδισε μια αρχική αναγνώριση με τα δύο πρώτα του μυθιστορήματα, συνέγραψε ακολούθως το σπουδαιότερο αστικό έργο του, τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» (1937).

Παράλληλα άρχισε να απασχολείται στο Εθνικό Θέατρο, το οποίο έμελλε να υπηρετήσει στη μακρά θεατρική ζωή του από διάφορες ηγετικές θέσεις. Η σταδιοδρομία του στο Εθνικό Θέατρο κάθε άλλο παρά ανέκοψε τη συγγραφική δραστηριότητά του, την ερωτική σχέση του με τον πεζό λόγο.


Ο πολυγραφότατος Τερζάκης, εξέχουσα προσωπικότητα της Γενιάς του ’30, συνέγραψε πληθώρα θεατρικών έργων (πρώτο εξ αυτών υπήρξε ο «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», που πρωτοπαίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1936) και πεζογραφημάτων, μεταξύ αυτών και την «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» (1945), ένα από τα πλέον δημοφιλή ιστορικά μυθιστορήματα στον ελλαδικό χώρο, που άνοιξε νέους ορίζοντες στον μεταπολεμικό πεζό λόγο.

Η συγγραφική προσφορά του Τερζάκη επεκτάθηκε στη θεατρική κριτική, στο δοκίμιο, στη μετάφραση και στη δημοσιογραφία (έγραψε κυρίως επιφυλλίδες και υπήρξε βασικός συνεργάτης της εφημερίδας «Το Βήμα» επί σειράν ετών).


Εξάλλου, ο Τερζάκης, πνεύμα ανήσυχο, άνθρωπος με άγρυπνη συνείδηση και βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, διετέλεσε διευθυντής του εξαίρετου περιοδικού «Εποχές» στην προδικτατορική περίοδο, ενώ το 1964 εξέδωσε το ιστορικό κείμενό του «Ελληνική Εποποιία 1940-1941».

Ο Τερζάκης, που είδε πολλά βιβλία του να μεταφράζονται σε ξένες γλώσσες και αρκετά θεατρικά έργα του να παίζονται στο εξωτερικό, εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1974, ενώ τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου, με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών.


Ο Άγγελος Τερζάκης μαζί με τη σύζυγό του, Λουίζα

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 6.9.1990, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Άγγελος Τερζάκης απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 1979.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
Απόρρητο