Χαμογελούσε τη μέρα εκείνη η άνοιξη. Στο πρώτο της ξύπνημα. Χιονισμένος ακόμα ο κυπριακός Όλυμπος. Λευκές οι χαράδρες. «Έπιασέ μας πολλά βαρύς εφέτος ο χειμώνας, γιε μου». Σήμερα όμως η εαρινή πνοή είναι διάχυτη στην πλάση. Μοσχοβολά η παρθενική ανάσα της, καθώς ελισσόμαστε στις κορδέλες που θα μας φέρουν στη Μονή Μαχαιρά. Είναι ώρα που αφήσαμε την άσφαλτο. Λαχανιάζει το αυτοκίνητο στο χαλικόδρομο. Η ελιά στον κάμπο. Το αμπέλι ακουμπά στις πλαγιές. Κι’ όσο ανεβαίνουμε, το πεύκο. Λιγώτερο φουντωτό, αλλά πολύ πιο ψηλό και λυγερό από το δικό μας. Το πεύκο των βουνών της Κύπρου. Γίδια στα υψώματα. Μπουμπούκια στα δέντρα. Τοπίο ελληνικό. Ελλάδα οσμίζεσθε. Ελλάδα αποπνέουν τα ορατά και τα αόρατα.
Ένα-δυο χωριά στην αρχή της ανόδου. Η ερημιά ύστερα. Είναι τόσο αραιοκατοικημένο το νησί. Μισό εκατομμύριο ψυχές εκεί όπου θα χωρούσαν με άνεση πέντε.
Δύο ωρών ανήφορος για να διανύσουμε τα εικοσιπέντε, νομίζω, μίλια και να φθάσουμε στον αυλόγυρο της Μονής. Με τον πλούτο της κι’ αυτή. Και ποιο μοναστήρι της Κύπρου θα παραπονεθή για πενία; Μέγιστος γαιοκτήμονας η Εκκλησία. Από τις πλουσιώτερες η Μονή του Κύκκου, με τα κτήματά της απλωμένα σε εβδομήντα χωριά. Με τις αμέτρητες σκάλες τους —τα στρέμματά τους— η Φανερωμένη, η Μονή του Αποστόλου Ανδρέα, του Νεόφυτου, του Χρυσόστομου, του Αγίου Παντελεήμονα, της Χρυσορογιάτισσας. Η Μονή της Αχειροποιήτου, που θεωρείται από τις φτωχές, μπορεί να συντήρηση ένα μικρό χωριό. Περιουσία που υπολογίζεται σε δεκάδες χιλιάδες λίρες. Αξιοποιημένη και διοχετευμένη στην Παιδεία και σε έργα κοινωνικής προνοίας, πολλά κενά θα είχε καλύψει. Όσο όμως φειδωλή κι’ αν υπήρξε σε παροχές κατά το παρελθόν, θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίση κανείς τη σημαντική συμβολή της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά τη διάρκεια του αγώνα. Παλιά παράδοση των ελληνικών μοναστηριών ν’ ανταποκρίνωνται στους εθνικούς παλμούς.
Χτίσμα του 12ου αιώνα η Μονή Μαχαιρά. Πήρε το όνομα από ένα μαχαίρι. Ένοπλη βρέθηκε κρυμμένη μέσα στη γη η Μητέρα του Θεού της ειρήνης. Ένα μαχαιράκι μαζί με την εικόνα της. Την αφώπλισε ένας από τους Βρεττανούς που ερευνούσαν στο ναό, και δεν άφησε παρά την κενή θήκη για να θυμίζη τη διαρπαγή.
Στον Απόστολο Λουκά αποδίδεται η εικόνα. Μια από τις εβδομήντα τρεις εικόνες του. Αλλά ποιος την είδε; Μόνο εκείνος που την ανέσυρε από την κρύπτη της. Σκεπασμένη όπως βρέθηκε μένει η αγία μορφή και δεν προσφέρεται σε προσκύνημα παρά μια θαμπή μικρογραφία της Θεομήτορος.
Πλούσια τα ελέη των μοναχών. Γλυκό, τσικουδιά και ξηροί καρποί για το καλωσόρισμα. Θα ακολουθήση γεύμα με κοτόπουλο, πατάτες, τυρί, κρασί, φρούτα.
Προσκυνητές όμως της Παναγίας, έχουμε ένα προσκύνημα ακόμα. Κάπου εκεί. Μισής ώρας περίπου πορεία. Δεν είναι στρωμένος με πούπουλα ο δρόμος. Κοτρόνες και χαλίκια στο μονοπάτι. Ύστερα ένας απότομος γκρεμός. Χρειάζεται βοήθεια για να κατεβήτε και να φθάσετε στο στόμιο μιας σπηλιάς. Κάτι λιγώτερο: μια τρύπα. Η σπηλιά που έγινε ο τάφος του Αυξεντίου. Τάφος χωρίς νεκρό. «Ουκ έστιν ώδε…» (σ.σ. δεν είναι εδώ). Εγήγερται (σ.σ. έχει εγερθεί, έχει αναστηθεί) για να υψωθή σύμβολο στις ψυχές των ελεύθερων ανθρώπων. Έσκαψε ο Αυξεντίου με τα χέρια του τη γη που, πριν γίνη τάφος του, έγινε ορμητήριό του. Ένας βοσκός, που περνά τώρα στην Κένυα τις μέρες του με το βάρος της αράς (σ.σ. της κατάρας, του αναθέματος) του έθνους, ήταν ο Ιούδας που ωδήγησε τους διώκτες του παλληκαριού. Κινήθηκαν οι στρατιές για τον ένα. Τον κύκλωσαν από παντού. «Παραδόσου, Αυξεντίου. Λυπήσου τα νιάτα σου, Γρηγόρη!» Με το όπλο απαντά και θερίζει τους πολέμιους. Βενζίνη τότε χύνουν στο λάκκο του και ο Αυξεντίου γίνεται η λαμπάδα που φωτίζει την ελευθερία. Μαζί μ’ αυτήν και την ελληνική νεότητα. Την κατατρεγμένη, την αδικημένη, τη συκοφαντημένη. Παιδιά, έφηβοι και νέοι έγραψαν και το Κυπριακό έπος. Κεφάλια εφήβων στις αγχόνες. Από τη σπηλιά του Αυξεντίου, ζεστή κι’ αντρίκια, αντηχεί η φωνή της νεότητας.
Ανθισμένες τώρα γύρω του οι αμυγδαλιές, του πλέκουν λευκά στεφάνια. Από τα κλωνάρια τους τα πουλιά τού τραγουδούν τον έρωτα που δεν εχόρτασε. Την απανθρακωμένη σάρκα του δροσίζει το νερό της γειτονικής πηγής, καθώς κυλά κελαρύζοντας.
Δεν ποντάρω σε φτηνές εξάρσεις. Έρχεται όμως ώρα που, απωθώντας τον ψυχρό υπολογισμό, αφήνεσαι στην κυριαρχία των αισθημάτων σου. Έτσι αφήνομαι μπροστά στο κενό σου μνήμα, Γρηγόρη Αυξεντίου, και την εαρινή τούτη μέρα, παραμονές των παθών του σταυρωμένου Θεού, ψάλλω νοερά σε σένα, γλυκύ έαρ του έθνους, θρήνο επιτάφιο…
*Κείμενο του Παύλου Παλαιολόγου, που έφερε τον τίτλο «Πάνω από το κενό μνήμα» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» το Σάββατο 4 Απριλίου 1959.
Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Γρηγόρη Αυξεντίου, υπαρχηγού της ΕΟΚΑ και ήρωα του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα των ετών 1955-1959.
Ο Αυξεντίου, ο οποίος είχε γεννηθεί στο (νυν κατεχόμενο) χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928, έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Κυριακής 3ης Μαρτίου 1957. Βρήκε φρικτό τέλος (απανθρακώθηκε) στο κρησφύγετό του κοντά στη μονή Μαχαιρά, ύστερα από πολύωρη μάχη με τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, Φ hill Sessions επιστρέφει στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» στον Λόφο Φιλοπάππου, παρουσιάζοντας ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα 16 συναυλιών
Το χαμένο δραματικό ειδύλλιο «Ο μαγεμένος βοσκός», που ο Σπυρίδων Περεσιάδης έγραψε το 1909 παρουσιάζεται μέσα από τη σύγχρονη, λυρική ανάγνωση του Γιάννη Σκουρλέτη.