Είκοσι χρόνια από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ για πρώτη φορά στην εξουσία είναι μια καλή ευκαιρία για να δει κανείς από πού ξεκίνησε και πού έφθασε το ΠΑΣΟΚ και τι έκανε —θετικό ή αρνητικό— στην πορεία του.
Νομίζω ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η παρουσία του ΠΑΣΟΚ στη δημόσια ζωή άλλαξε ριζικά το πολιτικό σκηνικό στη χώρα μας.
Το ΠΑΣΟΚ, ένα πραγματικά νέο κόμμα και όχι παραλλαγή ή συνέχεια άλλου κόμματος, κατόρθωσε να έλθει στην εξουσία επτά χρόνια μετά την ίδρυσή του και να τη διατηρήσει για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τον θάνατο του ιδρυτή του.
Και είναι χρήσιμο το φαινόμενο αυτό να μελετηθεί ψύχραιμα και αντικειμενικά όχι μόνο από τους ιστορικούς του μέλλοντος αλλά και από τους σύγχρονους πολιτικούς.
Το δικό μου —απλουστευτικό ίσως— συμπέρασμα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ ήλθε στην εξουσία γιατί υποσχέθηκε την αλλαγή και διατηρήθηκε στην εξουσία γιατί δεν πραγματοποίησε την αλλαγή — έτσι όπως την είχε υποσχεθεί.
Το πολιτικό επίτευγμα του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ ήταν νομίζω ότι κατόρθωσε, με το σύνθημα της αλλαγής, να συνενώσει για πρώτη φορά την κεντροαριστερή παράταξη στην Ελλάδα και να διεμβολίσει έτσι και την Αριστερά και το Κέντρο. Και έπεισε τους οπαδούς του ότι έτσι φέρνει στην εξουσία όλους εκείνους που επίστευαν —καλώς ή κακώς— ότι ήταν στο περιθώριο και της εξουσίας και της κοινωνίας.
Η παραμονή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία επί όλα αυτά τα χρόνια οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στη νομή αυτής ακριβώς της εξουσίας — της πάσης φύσεως εξουσίας, πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής κ.λπ.
Αυτή όμως η ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με την «εξουσία» πιστεύω ότι είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο το ΠΑΣΟΚ μεταμορφώθηκε βαθμιαία από επαναστατικό κίνημα αλλαγής σε καθεστωτικό κόμμα διαχείρισης της εξουσίας.
Και είναι γνωστό ότι η νοοτροπία της «διαχείρισης» εκτρέφει σιγά σιγά τον συμβιβασμό, την ανεπάρκεια, τη διαφθορά, τον κυνισμό και την αλαζονεία.
Το ΠΑΣΟΚ είχε υποσχεθεί την αλλαγή κυρίως σε δύο μεγάλους τομείς — την εξωτερική πολιτική και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ευτυχώς δεν την έκανε στον πρώτο. Αλλά δυστυχώς δεν την έκανε ούτε στον δεύτερο.
Την εποχή, μετά το 1974, που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έβαζε τις βάσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, ο Ανδρέας Παπανδρέου προέκρινε την απομάκρυνση της χώρας από τη Δύση και την ένταξή της στον Τρίτο Κόσμο.
Μετά τις εκλογές όμως του Οκτωβρίου 1981, ο πρωθυπουργός πλέον Ανδρέας Παπανδρέου δεν έβγαλε την Ελλάδα ούτε από την Ευρώπη ούτε από το ΝΑΤΟ. Ήταν η απαρχή της μεταστροφής της εξωτερικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, που το οδήγησε τελικά στην πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας. Για να δικαιώσει στα μάτια των οπαδών του τη μεταστροφή αυτή, το ΠΑΣΟΚ έκανε πολλά που έβλαψαν τη διεθνή θέση της χώρας. Το τελικό όμως αποτέλεσμα, το γεγονός δηλαδή ότι τα δύο μεγάλα κόμματα συμφωνούν για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία μας για τον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας, είναι ιδιαίτερα θετικό και ωφέλιμο. Αυτό όμως που δεν ωφελεί το εθνικό συμφέρον είναι η πλήρης μεταστροφή του σημερινού ΠΑΣΟΚ, που πήγε από το ένα άκρο στο άλλο. Από την «περήφανη» και «πατριωτική» εξωτερική πολιτική της δεκαετίας του ’80, έχουμε φθάσει σήμερα σε μια παθητική, άβουλη και ασπόνδυλη προσέγγιση των εθνικών μας θεμάτων.
Στον άλλο μεγάλο τομέα, της κοινωνικής δικαιοσύνης, το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε όλα αυτά τα χρόνια που κυβερνά να αλλάξει τη μοίρα του μέσου Έλληνα. Και είχε τη μοναδική ευκαιρία να το κάνει, αφού στο διάστημα αυτό εισέρρευσαν στην Ελλάδα από την Ευρώπη 60 δισεκατομμύρια δολάρια υπό διάφορες μορφές βοήθειας. Ποσό αστρονομικό για το μέγεθος της χώρας μας, που θα μπορούσε, αν είχε χρησιμοποιηθεί σωστά, να εκσυγχρονίσει την οικονομία μας και να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής των Ελλήνων. Δυστυχώς το ΠΑΣΟΚ απέδειξε ότι δεν είχε ούτε την ιδεολογική σαφήνεια ούτε τη διαχειριστική ικανότητα που απαιτούσαν αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Προσπάθησε να συμβιβάσει τις ανάγκες μιας φιλελεύθερης πολιτικής με τις αγκυλώσεις των σοσιαλιστικών του προκαταλήψεων. Και απέτυχε. Σήμερα ο εργαζόμενος δεν έχει καλύτερες αποδοχές. Ο αγρότης δεν έχει καλύτερο εισόδημα. Ο συνταξιούχος δεν έχει καλύτερη σύνταξη. Ο ασθενής δεν έχει καλύτερη περίθαλψη. Ο μαθητής δεν έχει καλύτερο σχολείο. Και ο πολίτης δεν έχει καλές υπηρεσίες από το κράτος.
Είκοσι χρόνια μετά την ενθουσιώδη και θριαμβευτική άνοδό του στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει σήμερα να βρίσκεται σε μια κατάσταση ιδεολογικής και πολιτικής αποτελμάτωσης, όπου κυριαρχούν, σε στιγμές παγκόσμιας κρίσεως, τα εσωκομματικά του προβλήματα και οι προσωπικές διαμάχες των στελεχών του.
Θλιβερά συμπτώματα, όλα αυτά, κοπώσεως και παρακμής, η έξοδος από την οποία δεν φαίνεται πιθανή, τουλάχιστον για το προβλεπτό μέλλον.
*Κείμενο του Πέτρου Μολυβιάτη, που έφερε τον τίτλο «Από κίνημα αλλαγής σε κόμμα διαχείρισης» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2001. Ο τότε βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ (και γενικός γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας το 1981) είχε καταθέσει την άποψή του στο πλαίσιο πολυσέλιδου αφιερώματος που είχε ετοιμάσει η εφημερίδα για τα είκοσι χρόνια από την πρώτη νίκη του ΠΑΣΟΚ (1981-2001), υπό το γενικό τίτλο «Τι άλλαξε η Αλλαγή».
Ο διπλωμάτης και επιφανής πολιτικός Πέτρος Μολυβιάτης, ένα εξέχον στέλεχος του λεγόμενου συντηρητικού χώρου, απεβίωσε πριν από έναν ακριβώς χρόνο, την Κυριακή 4 Μαΐου 2025.
Ο Μολυβιάτηςείχε γεννηθεί στη Χίο στις 12 Ιουνίου 1928. Η μητέρα του Αγάπη ήταν αδελφή του συγγραφέα Ηλία Βενέζη και καταγόταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας.
Σπούδασε Νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακολούθησε καριέρα στο διπλωματικό σώμα, με θητεία σε καίριες θέσεις: στις μόνιμες αντιπροσωπείες της Ελλάδας στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη και στην έδρα του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, καθώς και στις ελληνικές πρεσβείες της Μόσχας, της Άγκυρας και της Πρετόριας.
Ο Μολυβιάτης υπήρξε στενότατος συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλήως διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού (1974-1980) και γενικός γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας (1980-1985 και 1990-1995).
Εξελέγη βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας (1996-2004) και διετέλεσε τρεις φορές υπουργός Εξωτερικών (2004-2006, 2012 και 2015).
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, σε δήλωσή του μετά την αναγγελία θανάτου τού πρώην υπουργού Εξωτερικών, είχε χαρακτηρίσει τον Μολυβιάτη ως έναν από τους άτυπους αλλά ουσιαστικούς θεματοφύλακες της ιστορικής περιόδου της Μεταπολίτευσης, ως έναν υποδειγματικά εχέμυθο και πιστό πολιτικό, που δεν μίλησε γι’ αυτά που έζησε, αλλά συν-έγραψε κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης Ιστορίας γνωρίζοντας όσο λίγοι τη σημασία που έχουν οι κουίντες της ιστορικής σκηνής.