Όσον αφορά το βαθμό επιρροής των πολιτικών συγγραμμάτων του Ισοκράτη –γι’ αυτά κάναμε λόγο στο τελευταίο άρθρο μας– στον ελληνικό κόσμο της εποχής του, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να τον προσδιορίσουμε με πειστικό τρόπο. Παρά ταύτα, ευλόγως μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτές οι «πολιτικές επιφυλλίδες» με την ευρεία κυκλοφορία θα ασκούσαν κάποια έστω επίδραση στην τότε κοινή γνώμη, όπως υποδηλώνει και το γεγονός ότι εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες –μία από αυτές ήταν ο Τιμόθεος, ο γιος του Κόνωνος, αθηναίος στρατηγός στα χρόνια της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας– διατηρούσαν στενές σχέσεις μαζί του.
Ο Ισοκράτης κατάφερε να αφήσει το στίγμα του και στο λογοτεχνικό πεδίο, καθώς ήταν ένας σπουδαίος γλωσσικός καλλιτέχνης – επαναλαμβάνουμε ότι μνημονεύεται ως εκείνος που ολοκλήρωσε την αττική έντεχνη πεζογραφία. Ως μαθητής του Γοργία, του περίφημου λεοντίνου σοφιστή, συνειδητοποίησε από νωρίς την απίστευτη δύναμη της λέξης ως ηχητικού φορέα, αλλά δεν προέβη σε υπερβολές ως προς την εκλογή των λέξεων και τη χρήση σχημάτων λόγου, κατά το παράδειγμα του δασκάλου του. Αντίθετα, από αυτήν την άποψη υπήρξε φειδωλός –ολοένα και περισσότερο μεγαλώνοντας– και ορθολογιστής στην καλλιτεχνική του δημιουργία, στη λογοτεχνική του παραγωγή.
Αντί των φανταχτερών λέξεων και των αλλεπάλληλων ηχητικών σχημάτων του σαγηνευτικού Γοργία, ο Ισοκράτης χρησιμοποιεί μακροπερίοδο λόγο, που διακρίνεται κατεξοχήν για το ρυθμό του και για την απουσία χασμωδιών. Ο μεγάλος τεχνίτης του αττικού λόγου, ένα από τα κορυφαία υποδείγματα της ρητορικής τέχνης του 4ου αιώνα π.Χ., έχει βεβαίως επίγνωση του ωραίου τρόπου με τον οποίο μιλά, έχει σαφή αντίληψη της επίδρασης που ήδη ασκεί χάρη στον ίδιον –και έμελλε να ασκήσει και σε μεταγενέστερες εποχές– η έντεχνη πεζογραφία, εκτοπίζοντας βαθμηδόν τα διάφορα ποιητικά είδη.
Χαρακτηριστικό των απόψεων του Ισοκράτη επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τον Ευαγόρα (εγκώμιο εις μνήμην του βασιλιά της Σαλαμίνας της Κύπρου και πατέρα του Νικοκλέους): όμως δε καίπερ τοσούτον πλεονεκτούσης της ποιήσεως, ουκ οκνητέον, αλλ’ αποπειρατέον των λόγων εστίν, ει και τούτο δυνήσονται, τους αγαθούς άνδρας ευλογείν μηδέν χείρον των εν ταις ωδαίς και τοις μέτροις εγκωμιαζόντων («Παρ’ όλα αυτά, έστω και αν η ποίηση πλεονεκτεί τόσο πολύ, δεν πρέπει να διστάζουμε, αλλά πρέπει να επιχειρούμε να γράφουμε πεζούς λόγους, μήπως καταστεί δυνατόν να επαινούνται μ’ αυτούς οι ενάρετοι άνδρες κατά τρόπο εφάμιλλο εκείνων που τους εγκωμιάζουν με άσματα και στίχους», μτφρ Σταύρου Τσιτσιρίδη).
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, έκδοση του «Ευαγόρα», λόγου στον οποίον ο Ισοκράτης επαινεί το βασιλιά της Σαλαμίνας της Κύπρου και πατέρα του Νικοκλέους.