Στις 13 Φεβρουαρίου 1933 γεννήθηκε στην Κύπρο, στο ορεινό Παλαιχώρι της επαρχίας Λευκωσίας, ο Μιχαλάκης Καραολής, μέλος μιας οικογένειας που ανήκε στα μεσαία στρώματα της κυπριακής κοινωνίας, το τέταρτο παιδί του Σάββα και της Παναγιώτας Καραολή.
Νέος που είχε όλη τη ζωή μπροστά του, με αθλητική κορμοστασιά (ήταν αθλητής στίβου του ΑΠΟΕΛ και του ΓΣΠ, ικανός δρομέας διαφόρων αποστάσεων) και υψηλό για τα τότε δεδομένα της Κύπρου μορφωτικό επίπεδο (είχε φοιτήσει στην Αγγλική Σχολή της Λευκωσίας), ο Καραολής έλαβε τη γενναία απόφαση να ακολουθήσει το δύσβατο δρόμο της αντίστασης επί Αγγλοκρατίας, συμμετέχοντας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών) και βγαίνοντας στο αντάρτικο.
Έτσι, τον Ιούνιο του 1955 τοποθέτησε ωρολογιακή βόμβα στην κυβερνητική υπηρεσία όπου εργαζόταν και ο ίδιος. Λίγο αργότερα, στις 28 Αυγούστου 1955, ως μέλος των πρώτων εκτελεστικών ομάδων της ΕΟΚΑ που είχαν συσταθεί στη Λευκωσία και αποσκοπούσαν στην εξουδετέρωση αστυνομικών ή πληροφοριοδοτών τους, ο Καραολής προέβη, από κοινού με το συναγωνιστή του Ανδρέα Παναγιώτου, στην εκτέλεση του ελληνοκυπρίου αστυνομικού Ηροδότου Πουλλή. Ο Πουλλής ήταν μέλος ενός ειδικού κλιμακίου της Αστυνομίας που επιδιδόταν στη συλλογή πληροφοριών για την ΕΟΚΑ και συνεργαζόταν με το βρετανικό αποικιακό καθεστώς.
Οι δράστες κατάφεραν αρχικά να διαφύγουν, αλλά ο Καραολής συνελήφθη αργότερα από τους Άγγλους (στις 3 Σεπτεμβρίου 1955), ενόσω επιχειρούσε να προωθηθεί στα ορεινά της Κύπρου, ώστε να ενταχθεί στις ανταρτικές ομάδες της ΕΟΚΑ. Οδηγήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, όπου υπέστη φρικτούς βασανισμούς, προκειμένου να αποκαλύψει μυστικά του ένοπλου κινήματος της ΕΟΚΑ. Ο Καραολής κράτησε το στόμα του κλειστό, γεγονός που επέσυρε τη μήνιν των αγγλικών κατοχικών Αρχών.
Στην επακολουθήσασα δίκη (άρχισε τον Οκτώβριο του 1955), με το διαβόητο Ραούφ Ντενκτάς να εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή και να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, ο νεαρός Κύπριος καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού βάσει των μαρτυρικών καταθέσεων δύο τουρκοκυπρίων αστυνομικών και παρά το γεγονός ότι οι σφαίρες που είχαν σκοτώσει τον Πουλλή δεν προέρχονταν από το δικό του όπλο, αλλά από εκείνο του Παναγιώτου.
Ήταν προφανές ότι οι Άγγλοι, προεξάρχοντος του τότε κυβερνήτη της μεγαλονήσου, Τζον Χάρτινγκ, ήθελαν διά των εκτελέσεων να παρουσιαστούν ως αμείλικτοι τιμωροί και απηνείς διώκτες των συλληφθέντων, προκειμένου να κάμψουν το φρόνημα των λοιπών κυπρίων αγωνιστών.
Τούτου δοθέντος, οι προσπάθειες που κατέβαλε ο Καραολής για να γλιτώσει από την αγχόνη (μεταξύ άλλων, ζήτησε την απονομή χάριτος από τη βασίλισσα Ελισάβετ) απέβησαν μάταιες, παρά τη διεθνή κατακραυγή και κινητοποίηση που προκλήθηκε μετά τη θανατική καταδίκη του.
Ο Μιχαλάκης Καραολής απαγχονίστηκε μαζί με τον Ανδρέα Δημητρίου, έναν άλλον φυλακισμένο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Μαΐου 1956 στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Λίγο πριν οδηγηθούν στην αγχόνη, οι δύο νεαροί Κύπριοι εξομολογήθηκαν στον ιερέα των φυλακών και κοινώνησαν των αχράντων μυστηρίων. Υπήρξαν τα πρώτα μέλη της ΕΟΚΑ στα οποία εφαρμόστηκε η θανατική ποινή, και μάλιστα δι’ απαγχονισμού (ακολούθησαν άλλες επτά παρόμοιες εκτελέσεις από τις βρετανικές κατοχικές δυνάμεις της Κύπρου, με τελευταία εκείνη του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, στις 14 Μαρτίου 1957).
Η απόφαση για την επιβολή της θανατικής ποινής στους δύο αγωνιστές της ΕΟΚΑ πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στην Κύπρο, με το μαθητόκοσμο να διοργανώνει μεγάλης κλίμακας διαδηλώσεις. Την προηγουμένη των εκτελέσεων, η ογκώδης και μαχητική διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα υπέρ του αγώνα της ΕΟΚΑ και της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα κατέληξε σε αιματηρές συγκρούσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι και να τραυματιστούν εκατοντάδες άλλοι.
Οι σοροί των δύο απαγχονισθέντων κυπρίων αγωνιστών ετάφησαν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον περίβολο των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας, χωρίς την παρουσία συγγενών και φίλων. Ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιήθηκε για την ταφή των εννέα απαγχονισθέντων από τις βρετανικές Αρχές κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ (Μιχαλάκης Καραολής, Ανδρέας Δημητρίου, Χαρίλαος Μιχαήλ, Ανδρέας Ζάκος, Ιάκωβος Πατάτσος, Μιχαήλ Κουτσόφτας, Στέλιος Μαυρομμάτης, Ανδρέας Παναγίδης και Ευαγόρας Παλληκαρίδης).
Εξάλλου, στο ίδιο σημείο τοποθετήθηκαν οι σοροί τεσσάρων ακόμη αγωνιστών της ΕΟΚΑ που έπεσαν μαχόμενοι για την ανεξαρτησία της μεγαλονήσου (Γρηγόρης Αυξεντίου, Μάρκος Δράκος, Στυλιανός Λένας και Κυριάκος Μάτσης).
Μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, το 1960, το εν λόγω «κοιμητήριο» διαμορφώθηκε σε μουσειακό χώρο, τα λεγόμενα «Φυλακισμένα Μνήματα». Εκεί, προς τιμήν και εις μνήμην των κυπρίων αγωνιστών, δεσπόζει η ακόλουθη επιγραφή: «Του ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται».
Όσα διαβάσατε παραπάνω έχουν καταγραφεί ήδη και σε παλαιότερα άρθρα μας που ήταν αφιερωμένα στη μνήμη του Μιχαλάκη Καραολή. Το παρόν δημοσίευμα επικεντρώνεται στη σαφώς λιγότερο γνωστή πτυχή του συντομότατου βίου του, στη σχέση του με τον αθλητισμό και ειδικότερα με τα αγαπημένα του σωματεία, τον ΑΠΟΕΛ και τον ΓΣΠ (Γυμναστικός Σύλλογος Λευκωσίας «Τα Παγκύπρια»).
Επί του προκειμένου διαβάζουμε στο διαδικτυακό τόπο «ΑΠΟΕΛ ΔΡΟΜΕΙΣ» (apoelrunners.com) τα εξής:
Ο Μιχαλάκης Καραολής ήταν αθλητής στίβου του ΑΠΟΕΛ στα 400 μ., 800 μ., 1.500 μ. και 5.000 μ. Αγωνίστηκε σε αγώνες στίβου με τον ΑΠΟΕΛ μέχρι και μία βδομάδα πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, ενώ την ίδια χρονιά αγωνίστηκε σε αγώνες που ακολούθησαν με τα χρώματα του ΓΣΠ.
Αναφέρει για τον Μιχαλάκη Καραολή ο Ανδρέας Χατζηβασιλείου: «Την Πρωτομαγιά του 1955, ένα μήνα ακριβώς μετά την έναρξη του αγώνα, κάναμε τα καθιερωμένα Ανθεστήρια στο ΓΣΠ. Ο σύλλογός μας συμμετείχε με άρμα που είχε επάνω του τους ολυμπιακούς κύκλους καμωμένους από άνθη με βάση τα χρώματα που είχαν. Έναν από τους κύκλους αυτούς τον κρατούσε ο αθλητής μας ο Μιχαλάκης Καραολής. Λίγες μέρες μετά είχαμε και τους Παγκύπριους αγώνες. Ο Μιχαλάκης στα 800 μ. τερμάτισε 2ος με εξαιρετικά καλή επίδοση. Ένα μήνα περίπου μετά τους αγώνες πήρα επιστολή από τον ΣΕΓΑΣ, που προσκαλούσε τον ΓΣΠ για φιλοξενία στην Αθήνα και για αγώνες με συλλόγους της περιοχής. Οι αγώνες αυτοί θα διεξήγοντο αρχές Σεπτεμβρίου. Αυτό θα ήταν ένα καλό κίνητρο για τους αθλητές μας, αφού, εκτός από τη δωρεάν μεταφορά, η φιλοξενία θα περιλάμβανε και δωρεάν διαμονή, ξεναγήσεις, γεύματα σε ταβέρνες κ.λπ. Έτσι δημιουργήθηκε έντονο το ενδιαφέρον γι’ αυτό το ταξίδι από όλους ανεξαίρετα τους αθλητές μας, αξιόλογους και μη. Ο μόνος που δεν ήρθε για να ζητήσει συμμετοχή ήταν ο Μιχαλάκης Καραολής, που θα ήθελα να ήταν ο πρώτος που θα μου ζητούσε κάτι τέτοιο, αφού εκτός από εξαίρετος αθλητής ήταν και εξαίρετος χαρακτήρας. Τον πλησίασα και του είπα ότι η συμμετοχή του θα εξασφάλιζε την πρωτιά στον σύλλογο στη σκυταλοδρομία 4×400 και στα 800 μ. Αυτός μου αρνήθηκε ευγενικά. Σκέφτηκα ότι μπορεί αυτό να είναι καμώματα της νεανικής ηλικίας και έτσι ξαναπήγα και τον βρήκα, αλλά και πάλι μου αρνήθηκε, χωρίς να μου αναφέρει κανένα λόγο. Έτσι, τέλη Αυγούστου, αναχωρήσαμε για Ελλάδα. Εκεί που διαμέναμε είχαμε ένα ραδιόφωνο και κάθε νύχτα το συντονίζαμε να ακούμε τις ειδήσεις από την Κύπρο, αφού ο αγώνας της ΕΟΚΑ άρχισε να φουντώνει και είχαμε την αγωνία να μαθαίνουμε τα νέα από τον τόπο μας. Ένα βράδυ λοιπόν, στις 2 ή 3 του Σεπτέμβρη, δεν θυμούμαι τώρα ακριβώς, ακούσαμε ότι συνελήφθη ο Μιχαλάκης Καραολής για την εκτέλεση του προδότη αστυνομικού Ηρόδοτου Πουλλή στις 28 Αυγούστου. Έπεσε κατήφεια και μουγγαμάρα σε όλη την ομάδα, πράγμα που επηρέασε και την απόδοση των αθλητών στους αγώνες που ακολούθησαν».
Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, μια συγκινητική μαρτυρία που ανακαλύψαμε στο πολύτιμο Αρχείο του Οργανισμού μας, κατατεθειμένη από τον πατριάρχη της ελληνικής αθλητικής δημοσιογραφίας, τον αείμνηστο Πέτρο Λινάρδο (1925-2022), πολυγραφότατο αρθρογράφο και συγγραφέα.
Ο Πέτρος Λινάρδος
Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την Τρίτη 12 Αυγούστου 1980, και στο πλαίσιο πολυσέλιδης ειδικής έκδοσης για την Κύπρο (αφιερώματος στα 20 χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας), είχε συμπεριληφθεί ένα άρθρο του Λινάρδου, που έφερε τον τίτλο «Έκφραση του αδούλωτου φρονήματος των Κυπρίων η άμιλλα στους στίβους».
Από εκεί προέρχεται το ακόλουθο απόσπασμα, οι καταληκτικές παράγραφοι:
Τη στιγμή τούτη, καθώς ρίχνω μια ματιά σε μερικές παλιές φωτογραφίες που μιλούν για τους άθλους των Κυπρίων αθλητών και αθλητριών στο Στίβο, αισθάνομαι έντονο το νυγμό (σ.σ. ψυχικό ερεθισμό) της συγκίνησης από τις μορφές ενός Κυριακίδη και ενός Φραγκούδη, μιας Καβουνίδου και των νεώτερων, του Τζιωρτζή ή της Λάμπρου και τόσων άλλων. Ωστόσο, ανάμεσα σ’ αυτές τις συγκλονιστικές παρουσίες ξεχωρίζω μια φωτογραφία πολυσήμαντη και συγκλονιστική. Διαβάζω στο πίσω μέρος: «Λευκωσία 1955. Αθλητική Πρωτομαγιά και Ανθεστήρια. Τη δάδα κρατάει ακοντίστρια (η Ι. Σωτηροπούλου – Σκέμπα). Πλαισιώνεται από αθλητές που κρατούν λουλουδισμένους τους πέντε ολυμπιακούς κύκλους. Δεύτερος από τα δεξιά ο πρωταθλητής στα 400 και 800 μ. Μιχαλάκης Καραολής».
Εδώ σταματάει η λεζάντα. Η μνήμη, ωστόσο, προχωρεί πιο πέρα: Ο Μιχαλάκης Καραολής μετά από λίγες μέρες συνελήφθη από τους Βρετανούς, για να οδηγηθεί στην αγχόνη το Μάρτιο (σ.σ. Μάιο το ορθόν) του 1956.
Δεν είναι μελοδραματική η κατάδυση στην ανθρώπινη συγκίνηση, αρκεί να γίνεται για το ξύπνημα της ευθύνης. Και ακριβώς ο Καραολής, ο αθλητής Καραολής, ο αγωνιστής Καραολής, θέλει την προκοπή και την ανέλιξη του Κυπριακού Στίβου.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Μιχαλάκης Καραολής, δεύτερος εκ δεξιών, στην αθλητική Πρωτομαγιά του 1955, στη Λευκωσία (πηγή: apoelrunners.com).