Σάββατο 21 Μαρτίου 2026
weather-icon 21o

The Expla-in Project: Τι συνδέει τον Τραμπ με τον Νετανιάχου;

Ένας πόλεμος με το Ιράν που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί εμπλέκεται ο Τραμπ και στο βάθος ένας φιλο-ισραηλινός χρηματοδότης με επιθετική ατζέντα.

Με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ και το Ισραήλ υπό τον Νετανιάχου να έχουν κηρύξει τον δεύτερο, πιο παρατεταμένο και περισσότερο αιματηρό πόλεμο ενάντια στο Ιράν μέσα σε έξι μήνες, ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος είναι ο σκοπός αυτού του πολέμου.

Φυσικά, ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να μην έχει μία και μοναδική απάντηση. Στους πολέμους συναντιούνται ιστορικές διαμάχες και πρόσκαιροι τακτικισμοί, κρατικά και ιδιωτικά συμφέροντα, αναμενόμενες και παράδοξες συμμαχίες, εσωτερικές και διεθνείς ισορροπίες. Αυτό το σύμπλεγμα είναι ακόμα πιο περίπλοκο στην περίπτωση του πολέμου στο Ιράν, όπου οι εξηγήσεις που δίνονται από τους αμερικανούς αξιωματούχους για την εμπλοκή τους εμφανίζονται να είναι αντιφατικές.

Το σίγουρο είναι ότι ο αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δέχεται πολλαπλές επικρίσεις, όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και μέσω φίλιων πυρών, για την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο. Οι περισσότερες εξ αυτών κατηγορούν την αμερικανική κυβέρνηση ότι σύρθηκε στον πόλεμο από το Ισραήλ και τον πρωθυπουργό Μπένγιαμιν Νετανιάχου.

Ταυτόχρονα, οι δύο ηγέτες δεν φείδονται και δημοσίων δηλώσεων αλληλοϋποστήριξης για κατανάλωση στο εσωτερικό των χωρών τους. Για παράδειγμα, όταν το αμερικανικό FOX News ζήτησε από τον Νετανιάχου να σχολιάσει τις κατηγορίες ότι εκείνος ήταν που παρέσυρε τον Τραμπ στον πόλεμο, δήλωσε ότι «ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο ισχυρότερος ηγέτης στον κόσμο και κάνει αυτό που εκείνος πιστεύει ότι είναι το σωστό για την Αμερική».

Αντίστοιχα, από την αρχή του πολέμου, ο Τραμπ με τη σειρά του έχει κατακεραυνώσει επανειλημμένα τον ισραηλινό Πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ για την άρνησή του να απονείμει χάρη στον πρωθυπουργό Νετανιάχου για τις υποθέσεις διαφθοράς και δωροδοκίας που τον έχουν οδηγήσει στα ισραηλινά δικαστήρια.

Αφήνοντας λοιπόν τις υπόλοιπες παραμέτρους στην άκρη, αξίζει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που συνδέει τον Τραμπ και τον Νετανιάχου, σε προσωπικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Κοινή αφετηρία

Κάποιες ρίζες της σχέσης τους είναι κάπως παράπλευρες: για παράδειγμα, αν ψάξουμε την ιστορία του ειδησεογραφικού ιστότοπου Breitbart που με τα χρόνια θα κατέληγε βασικό όργανο προπαγάνδας του Ντόναλντ Τραμπ, θα βρούμε ότι αυτό είχε ξεκινήσει ως ένας απλός aggregator επιλεγμένων ειδήσεων. Οι ιδρυτές του, Άντριου Μπράιτμπαρτ και Λάρι Σόλοφ, αποφάσισαν να το αναβαθμίσουν σε ένα «αναπολογητικά φιλο-ισραηλινό» μέσο, ύστερα από συνάντηση που είχαν με τον Νετανιάχου στο Ισραήλ το 2007.

Η πραγματική αρχή της ιστορίας όμως, τοποθετείται το 2008, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα κερδίζει στις αμερικανικές εκλογές και γίνεται ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα επιθυμεί να αλλάξει ρότα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιδίως όσον αφορά τη Μέση Ανατολή. Άλλωστε, βασική προεκλογική του διακήρυξη έχει υπάρξει ο τερματισμός του πολέμου στο Ιράκ, που ξεκίνησε επί των ημερών του απερχόμενου προέδρου, Τζωρτζ Μπους του νεότερου, έχει οδηγήσει σε εκατόμβες ιρακινών και αμερικανών νεκρών και έχει ταυτιστεί με το νεοσυντηρητικό πολεμικό δόγμα.

Στη ρητορική του ο Ομπάμα φαίνεται να προωθεί τη διπλωματία, τη διαμεσολάβηση και τη συνεργασία, προσέγγιση που δεν επιβεβαιώνεται πάντα από τις επιλογές του κατά τις δύο προεδρικές του θητείες. Ωστόσο, αυτή την προσέγγιση θα προτάξει στην επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος – προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Μπένγιαμιν Νετανιάχου που σχεδόν ταυτόχρονα με τον Ομπάμα, εκλέγεται πρωθυπουργός του Ισραήλ ως επικεφαλής του σκληρού δεξιού κόμματος Λικούντ, θέση την οποία κατέχει με μικρά διαλείμματα μέχρι σήμερα.

Η προσέγγιση Ομπάμα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα προσωπικής ιδιοσυγκρασίας, αλλά και απόπειρα να πιάσει το νήμα από εκεί που το έχει αφήσει η κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον τη δεκαετία του 1990, όταν ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δράσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στον ισραηλινό πρωθυπουργό Γιτζάκ Ραμπίν και τη Φατάχ του Γιασέρ Αραφάτ για την επίτευξη των Συμφωνιών του Όσλο.

Ακολούθως, ο Ραμπίν δολοφονήθηκε από έναν ισραηλινό εξτρεμιστή, με το σύνολο των υποστηρικτών του να κατηγορούν ως ηθικό αυτουργό τον Νετανιάχου, ο οποίος ηγήθηκε των καταγγελιών κατά του Ραμπίν για ενδοτισμό.

Όταν ο Ομπάμα έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της Παλαιστίνης, το τοπίο ήταν ριζικά διαφορετικό από αυτό που είχε να διαχειριστεί ο Κλίντον το 1995. Με τις Συμφωνίες του Όσλο να έχουν αποτύχει να δώσουν τέλος στους εποικισμούς και να διασφαλίσουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και ανεξαρτησία για τους Παλαιστίνιους, η Φατάχ παραμερίστηκε και τα ηνία του αγώνα πήραν οι ένοπλες οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ στο Λίβανο και η Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Ταυτόχρονα, στο Ισραήλ, η Δεύτερη Ιντιφάντα, η ήττα από την Χεζμπολάχ και ο Πόλεμος της Γάζας τη δεκαετία του 2000, είχαν ενδυναμώσει την εθνικιστική δεξιά – τον Νετανιάχου.

Ταυτόχρονα, μια νέα σκληρή δεξιά έχει αρχίσει να παίρνει σχήμα και γύρω από το ρεπουμπλικανικό κόμμα, που μέσα από διάφορες μεταμορφώσεις ανά τα χρόνια, θα καταλήξει να αποτελέσει το κυρίως σώμα των υποστηρικτών του Τραμπ. Κι εκεί εμφανίζεται ένας κομβικός χρηματοδότης για να φροντίσει τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις, συμπληρώνοντας το καταστροφικό παζλ.

Ο μεγιστάνας και το Ιράν

Η σύγκρουση Ομπάμα με Νετανιάχου διαφαίνεται ήδη από την πρώτη συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο το 2009 – και είναι ο αμερικανός Πρόεδρος που θα ρίξει την πρώτη βολή, όταν στην κοινή συνέντευξη τύπου τους δηλώνει ότι βάση για οποιαδήποτε συζήτηση είναι η ισραηλινή κυβέρνηση να παύσει άμεσα τους νέους εποικισμούς στη Δυτική Οχθή. Η τοποθέτηση αυτή θορυβεί τον Νετανιάχου και αποτελεί την αρχή μίας μακράς και κλιμακούμενης έχθρας ανάμεσα στους δύο.

Οι σχέσεις μεταξύ τους θα επιδεινώνονται ανά τα χρόνια, με τον Ομπάμα να πραγματοποιεί επισκέψεις σε κράτη της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής χωρίς στάση στο Ισραήλ και να τάσσεται δημοσίως υπέρ ενός παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967. Από την άλλη, ο Νετανιάχου συσφίγγει τις σχέσεις του με την αμερικανική νέα δεξιά κατά του Ομπάμα και σε επίσκεψη στον Λευκό Οίκο, θα νουθετήσει δημοσίως τον αμερικανό Πρόεδρο ενάντια στα σύνορα του 1967. Γι’ αυτή την τελευταία συνάντηση, συνεργάτης του Ομπάμα έχει δηλώσει σε ντοκιμαντέρ του καναλιού PBS ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ γύρισε στο τέλος της συνάντησης και αναρωτήθηκε «ποιος είναι η υπερδύναμη εδώ».

Το μεγαλύτερο όμως «ατόπημα» του Ομπάμα, που θα συσπειρώσει την αμερικανική νέα δεξιά και τους υποστηρικτές του Νετανιάχου εναντίον του είναι η στρατηγική του για το Ιράν. Η κυβέρνησή του ναι μεν επιβάλλει κυρώσεις στο Ιράν ενάντια στο πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει αυτές τις κυρώσεις ως μοχλό για την έναρξη συνομιλιών προκειμένου να επιτευχθεί μία συμφωνία για την παύση του προγράμματος και την εξασφάλιση του πυρηνικού αφοπλισμού.

Από την άλλη, ο Νετανιάχου από την πρώτη συνάντηση στον Λευκό Οίκο έχει προωθήσει μία πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στο Ιράν – πράγμα όχι παράλογο, καθώς θεωρεί ότι αυτή είναι η πραγματική δύναμη πίσω από τους περιφερειακούς μη-κρατικούς δρώντες που συγκρούονται με το Ισραήλ στην περιοχή, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.

Ωστόσο, υπάρχει ένα πρόσωπο που φαινομενικά βρίσκεται εκτός πολιτικής, επιτελεί όμως έναν κομβικό ρόλο στην υποστήριξη και χρηματοδότηση, τόσο της ισραηλινής, όσο και της αμερικανικής σκληρής δεξιάς: ο δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας των καζίνο, Σέλντον Άντελσον.

Ο Άντελσον που σκαρφαλώνει κάποια στιγμή στη θέση του 10ου πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο, έχει βγάλει τα χρήματά του στην αγορά του Λας Βέγκας, αλλά η μεγάλη και πιο επιθετική του κίνηση ήταν η μετατροπή της κινεζικής περιφέρειας του Μακάο σε παγκόσμια πρωτεύουσα των καζίνο και του στοιχηματισμού – η οποία συνοδεύτηκε από διεθνείς έρευνες κατά του μεγιστάνα για διαφθορά και συνεργασία με δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή.

Ως προς τις πολιτικές του ενασχολήσεις, ο Άντελσον στην Αμερική θα αναχθεί στον μεγαλύτερο χρηματοδότη των πιο σκληροπυρηνικών στελεχών του ρεπουμπλικανικού κόμματος, ξεκινώντας με δεκάδες εκατομμυρίων δολαρίων σε δωρεές σε προεκλογικές καμπάνιες που σιγά-σιγά θα γίνουν εκατοντάδες.

Ο Άντελσον κηρύσσει πόλεμο στον Ομπάμα και χρηματοδοτεί αδρά τους αντιπάλους του, προκειμένου να αποτρέψει -χωρίς επιτυχία- την επανεκλογή του το 2012. Στο γεύμα των ανταποκριτών στο Λευκό Οίκο το 2013, ο Ομπάμα θα αστειευτεί ότι «ο Άντελσον έριξε 100 εκατομμύρια σε διαφημίσεις εναντίον μου πέρυσι… με τόσα λεφτά θα μπορούσε να αγοράσει ένα νησί και να το ονομάσει Όχι-Ομπάμα».

Ταυτόχρονα, ήδη από το 2007 στο Ισραήλ έχει ανοίξει τη δωρεάν εφημερίδα Israel Hayom, η οποία από τότε μέχρι σήμερα θεωρείται «φερέφωνο» του κόμματος Λικούντ και του Νετανιάχου, με σθεναρή υποστήριξη στον ίδιο και μύδρους για τους αντιπάλους του. Μάλιστα, η εφημερίδα θα αποτελέσει και μέρος των πολλών κατηγοριών που θα αντιμετωπίσει αργότερα ο Νετανιάχου για διαφθορά.

Η χρηματοδότηση του Άντελσον, έχει μία βασική ατζέντα: πάνω απ’ όλα το Ισραήλ. Ο ίδιος είναι τόσο σθεναρός υποστηρικτής του, που έχει δηλώσει δημόσια ότι «δυστυχώς» έχει φορέσει τη στολή του αμερικανικού στρατού και όχι του IDF, αλλά νιώθει περήφανος για την ισραηλινή σύζυγό του Μίριαμ και τα παιδιά τους που υπηρέτησαν στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις. Σε άλλη φάση έχει πει χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι όλοι οι Μουσουλμάνοι, τρομοκράτες – αλλά όλοι οι τρομοκράτες είναι Μουσουλμάνοι», ενώ έχει προτείνει μια δοκιμαστική ρίψη πυρηνικών στην έρημο, ωστέ να σταλεί το μήνυμα στο Ιράν ότι «η επόμενη θα είναι στο κέντρο της Τεχεράνης».

Η εποχή Τραμπ

Από τα μέσα της δεύτερης θητείας του Ομπάμα, οι ρεπουμπλικάνοι κερδίζουν το αμερικανικό Κονγκρέσσο και τον Μάρτιο του 2015, προς τα τέλη της προεδρίας Ομπάμα, ο Νετανιάχου καλείται σε αυτό για μια ομιλία στην οποία κατακεραυνώνει την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τη Συμφωνία με το Ιραν που εκείνη τη στιγμή βρίσκεται σε διαδικασία διαπραγμάτευσης (θα κυρωθεί το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς). Ο Νετανιάχου καταχειροκροτείται σε πάμπολλες στιγμές της ομιλίας του από τους ρεπουμπλικάνους.

Όταν έρθει η ώρα των αμερικανικών εκλογών του 2016, δε, ο Άντελσον γίνεται ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ η Israel Hayom για πρώτη φορά δηλώνει με πρωτοσέλιδο τη στήριξή της σε συγκεκριμένο υποψήφιο στις αμερικανικές εκλογές. Η κίνηση αυτή προκαλεί πολιτική αναταραχή στο Ισραήλ, με τους ηγέτες της ισραηλινής αντιπολίτευσης να καταγγέλουν τον Νετανιάχου για παρέμβαση στα εσωτερικά ξένου κράτους.

Ο Τραμπ εντάσσει στο προεκλογικό του πρόγραμμα την ακύρωση της συμφωνίας του Ομπάμα με το Ιράν, ενώ κατά την πρώτη του θητεία, θα προβεί σε μία σειρά κινήσεων ακραιφνώς φιλο-ισραηλινών και αντι-ιρανικών, που σπάνε γεωπολιτικά ταμπού δεκαετιών: μεταφέρει την πρεσβεία των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ -αναγνωρίζοντας έτσι τη διχασμένη πόλη ως de facto πρωτεύουσα του Ισραήλ-, αναγνωρίζει ως έδαφος του Ισραήλ τα Υψίπεδα του Γκολάν και δολοφονεί στη Βαγδάτη το ηγετικό στέλεχος των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν, Κασέμ Σολεϊμανί, με μία επίθεση η οποία επικρίθηκε παγκοσμίως ως κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση Τραμπ μεθοδεύει τις περιβόητες «Συμφωνίες του Αβραάμ», επιχειρώντας να οδηγήσει σταδιακά τα διάφορα αραβικά κράτη του Κόλπου και όχι μόνο σε διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, απομονώνοντας έτσι το Ιράν, την Παλαιστίνη και τον Λίβανο.

Μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, έδειξαν τον μεγα-χρηματοδότη του Τραμπ, Άντελσον, ως εμπνευστή και υπαίτιο των επιθετικών και ριψοκίνδυνων κινήσεων που αφορούν τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο Τραμπ ηττάται στις αμερικανικές εκλογές του 2020 και αμφισβητεί -με στοιχεία που θα αποδειχθούν απολύτως έωλα εν καιρώ- το αποτέλεσμα και τη νίκη του Τζο Μπάιντεν.

Αυτή η ήττα φέρνει τον Νετανιάχου σε δύσκολη θέση. Τα ισραηλινά ΜΜΕ σημειώνουν ότι ο ίδιος για πρώτη φορά καθυστερεί να απευθυνθεί στον αμερικανό Πρόεδρο. Όταν τελικά πολλές ώρες μετά το αποτέλεσμα, αποφασίζει να συγχαρεί τον Τζο Μπάιντεν, προκαλεί την οργή του Τραμπ, ο οποίος τον κατηγορεί σε σειρά δηλώσεων στον Τύπο ότι «έσπευσε» να συγχαρεί τον αντίπαλό του, κίνηση την οποία ο ίδιος εκλαμβάνει ως προδοσία. Μάλιστα, σε έναν δημοσιογράφο θα πει για τον Νετανιάχου «γ****ε τον».

Η Επιχείρηση της Χαμάς «Πλημμύρα του Αλ-Άκσα» στις 7 Οκτωβρίου του 2023 και η έναρξη της σφαγής στη Γάζα, οδηγεί σε μία αναταραχή στην περιοχή που από τη μία «παγώνει» τις Συμφωνίες του Αβραάμ και από την άλλη χρησιμοποιείται από το Ισραήλ για την αποδυνάμωση των δρώντων εναντίον του στην περιοχή: δολοφονία της ηγεσίας της Χεζμπολάχ και βομβαρδισμός του Νοτίου Λιβάνου, αλλαγή καθεστώτος στη Συρία, ισοπέδωση της Γάζας, δολοφονίες ηγετών της Χαμάς και τον Ιούνιο του 2025, βομβαρδισμός του Ιράν για 12 ημέρες με αμερικανική συνδρομή – της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Σέλντον Άντελσον φεύγει από τη ζωή στις αρχές του 2021. Κηδεύεται στο Ισραήλ παρουσία του κλειστού οικογενειακού του κύκλου – και φυσικά του Νετανιάχου. Η περιουσία και η πολιτική του ατζέντα περνούν στα χέρια της χήρας του, Μίριαμ, η οποία στηρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ με περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια στην προεκλογική του καμπάνια για τις εκλογές του 2024. Παίρνοντας το μικρόφωνο σε προεκλογική εκδήλωση, θα επαινέσει τον Τραμπ που στην πρώτη του θητεία παρέδωσε «όπως υποσχέθηκε» την Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Τον Οκτώβριο του 2025, ο Τραμπ δίνει μια ομιλία στην ισραηλινή Κνεσέτ. Σ’ αυτή χαιρετίζει από το βήμα την παρευρισκόμενη Μίριαμ Άντελσον, με επευφημίες για εκείνη και τον σύζυγό της, αναμνήσεις από τις τακτικές επισκέψεις τους στον Λευκό Οίκο και την αξιομνημόνευτη ατάκα «δεν ξέρω αν αγαπάει περισσότερο το Ισραήλ ή την Αμερική… μάλλον δεν θέλει να το απαντήσει αυτό».

Σε άλλη δημόσια εκδήλωση που θα βρεθούν μαζί, ο Τραμπ θα αποκαλύψει ότι προσφέρθηκε να τον χρηματοδοτήσει με άλλα 250 εκατομμύρια δολάρια, αν θελήσει να κατέβει και για τρίτη προεδρική θητεία.

Ίσως τελικά ο λόγος που ο Τραμπ προέβη στον πόλεμο με το Ιράν, αποξενώνοντας μεγάλο μέρος των επώνυμων υποστηρικτών του που θεωρούν ότι έχει παραβιάσει το δόγμα «πρώτα η Αμερική» για χάρη του Ισραήλ, αλλά και την αμερικανική κοινή γνώμη που τον αποδοκιμάζει στις δημοσκοπήσεις, να είναι πιο απλός και υλικός απ’ ό,τι αφήνεται να εννοηθεί.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026
Απόρρητο