«Κλασικές μνήμες από την σύγχρονη ελληνική τέχνη» ξαναζούν στη Βιέννη
Συνολικά 53 έργα διάσημων Ελλήνων καλλιτεχνών απαρτίζουν την έκθεση «Αρχαιότητα και Μοντερνισμός, κλασικές μνήμες στη σύγχρονη ελληνική τέχνη» που φιλοξενείται μέχρι τις 24 Αυγούστου στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Την έκθεση εγκαινίασε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας.
Μέχρι τις 24 Αυγούστου οι επισκέπτες του Μουσείου Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη, θα έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν στη μεγάλη αίθουσά του, τα 53 έργα διάσημων Ελλήνων καλλιτεχνών-ζωγράφων και γλυπτών-που απαρτίζουν την έκθεση «Αρχαιότητα και Μοντερνισμός, κλασικές μνήμες στη σύγχρονη ελληνική τέχνη», την οποία εγκαινίασε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψής του στην Αυστρία.
Οι καλλιτέχνες των οποίων τα έργα παρουσιάζονται στην έκθεση, η οποία διοργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου και χορηγείται από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, είναι οι: Παρθένης, Γκίκας, Εγγονόπουλος, Μόραλης, Νικολάου, Βασιλείου, Καπράλος, Αβραμίδης, Φασιανός, Καράς, Μυταράς, Σόρογκας, Δρούγκας, Λαζόγκας, Χριστάκης, αλλά και οι νεότεροι: Μανουσάκης, Μποκόρος, Παπαδημητρίου.
Δύο από τους καλλιτέχνες μάλιστα έχουν άμεση σχέση με τη Βιέννη. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης σπούδασε εκεί την εποχή του 1900 και επηρεάστηκε από ιδέες και μορφές των βιεννέζικων Κινημάτων της Σετσεσιόν και του Γιούγκεντστιλ, ενώ ο γλύπτης Ιωάννης Αβραμίδης σπούδασε στην αυστριακή πρωτεύουσα όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, έχοντας κάνει λαμπρή καριέρα.
Η επιλογή καλλιτεχνών και έργων προσδιορίστηκε από το διάλογό τους με την Αρχαιότητα, που ξεκινά ουσιαστικά στο Μεσοπόλεμο και εγγράφεται στο ευρύτερο ρεύμα επιστροφής στην τάξη και την παράδοση που παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη αυτή την εποχή. Στην Ελλάδα η σύνθεση μοντερνισμού και παράδοσης αποτέλεσε το κυρίαρχο αίσθημα της «Γενιάς του Τριάντα», ενώ μεταπολεμικά η ιδεολογία αυτή επιβιώνει σε πολλούς ζωγράφους που μπορούν να θεωρηθούν επίγονοι της περιώνυμης γενιάς.
Όπως τόνισε στην ομιλία της κατά τα εγκαίνια της έκθεσης, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ένα από τα χαρακτηριστικά που συμμερίζονται οι καλλιτέχνες της Γενιάς του Τριάντα είναι ο ανθρωποκεντρισμός, ένα σταθερό γνώρισμα της ελληνικής τέχνης στη διαχρονική πορεία της. Καλλιτέχνες και λογοτέχνες αυτής της γενιάς – και ανάμεσά τους δύο Βραβεία Νόμπελ, οι ποιητές Γιώργος Σεφέρης και Οδυσσέας Ελύτης – κατάφεραν να ανανεώσουν το ύφος και την αισθητική της ελληνικής τέχνης.
Η κ. Λαμπράκη-Πλάκα επισήμανε πως μετά από μια διακοπή του διαλόγου με την Αρχαιότητα, λόγω της κυριαρχίας των αφαιρετικών τάσεων στη δεκαετία του 1950 και 1960, ο αρχαίος κόσμος επανεμφανίζεται την εποχή της επτάχρονης δικτατορίας ως ειρωνικό σχόλιο για να σαρκάσει την προπαγανδιστική διαχείριση της Αρχαιότητας από το καθεστώς. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, η αναφορά στην Αρχαιότητα υπαγορεύεται είτε από υπαρξιακά κίνητρα είτε από τον ευρύτερο προβληματισμό της διεθνούς συγκυρίας, ο διάλογος με την Αρχαιότητα θα γνωρίσει τώρα καινούριες πολύτροπες μεταμορφώσεις.
Η έκθεση «Κλασικές μνήμες στη σύγχρονη ελληνική τέχνη» διοργανώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το χειμώνα του 1999-2000, με την ευκαιρία των εγκαινίων του Πολιτιστικού Κέντρου του Ιδρύματος Ωνάση, στον Ολυμπιακό Πύργο της Νέας Υόρκης. Η ίδια έκθεση εγκαινίασε τον Οκτώβριο του 2007 το Πολιτιστικό Έτος της Ελλάδας στο Πεκίνο, όπου και γνώρισε μεγάλη επιτυχία πάντοτε με τη χορηγία του Ιδρύματος Ωνάση.
Στην επιτυχή διοργάνωση της έκθεσης στη Βιέννη, της οποίας την επιμέλεια είχε η Ολγα Μεντζαφού-Πολύζου, διευθύντρια Συλλογών και Μουσειακού υλικού της ΕΠΜΑΣ, συνέβαλαν ο πρέσβης της Ελλάδας στη Βιέννη, Παναγιώτης Ζωγράφος και η πολιτιστική σύμβουλος, Αικατερίνη Πετράκη.
Μπορεί τα New Year's resolutions να μοιάζουν λίγο αστεία, αλλά αν είναι να μπούμε σε αυτό το «παιχνίδι» ας το κάνουμε σωστά. Τα μυστικά για να πετύχουμε τους στόχους μας.