Η Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα, η σταρ της Ιταλίας και αντίπαλο δέος της Μόνικα Μπελούτσι, δεν μετανιώνει και δεν φοβάται.
Η γυναίκα που με την αυθεντική, μεσογειακή της ομορφιά και το καθηλωτικό της ταλέντο σφράγισε μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές του παγκόσμιου σινεμά, πρωταγωνιστώντας πλάι στον Μάσιμο Τρουίζι στον οσκαρικό Ταχυδρόμο (Il Postino), έγινε ένα μοιραίο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ στο Ο Κόσμος δεν είναι Αρκετός και έχει αποθεωθεί από τον Τζορτζ Κλούνεϊ -πριν γυρίσει την πλάτη της στην λάμψη για να ακολουθήσει τη δική της δημιουργική ατζέντα πίσω από τις κάμερες.
Συγγραφέας, σκηνοθέτιδα και παραγωγός, η Κουτσινότα μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της Σικελίας και η πορεία της είναι αποτέλεσμα μιας ευλογημένης σειράς από συμπτώσεις.
Στη συνέντευξή της η Κουτσινόταν μίλησε για το άγουρο ξεκίνημα της, το ταξίδι της από τη Σικελία στο συννεφιασμένο Μιλάνο με μια φοκάτσια φτιαγμένη από τη μητέρα της στα μπαγκάζια, το κλάμα στο πεζοδρόμιο μιας μουντής πόλης του Βορρά και μετά τις απανωτές συγκυρίες που την έφεραν στο φως του προβολέα.
Κάποια δοκιμαστικά για το διαγωνισμό ομορφιάς της Μις Ιτάλια, ένας προστατευτικός φύλακας-άγγελος αδελφός της και μετά η τύχη του να πρωταγωνιστήσει σε μια από τις πιο συγκινητικές ταινίες της Ιταλίας.
Η Κουτσινότα έμαθε από νωρίς, λέει, τα μοιραία γυρίσματα της τύχης (ο πρωταγωνιστής του Il Postino, ο Μάσιμο Τροΐζι πέθανε σε ηλικία 41 ετών στις 4 Ιουνίου 1994, μόλις μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων από ανακοπή, ένα τραύμα που η ίδια δεν ξεπέρασε ποτέ) μέχρι τα λαμπερά κόκκινα χαλιά του Χόλιγουντ και τα αισθησιακά εξώφυλλα, η Ιταλίδα σταρ διέγραψε μια μυθική πορεία τεσσάρων δεκαετιών, καταφέρνοντας όμως να παραμείνει γειωμένη.
«Είμαι μια ντίβα με ποδιά» λέει.
Σήμερα, στα 57 της χρόνια, έχοντας περάσει με επιτυχία και πίσω από τις κάμερες ως σκηνοθέτης και παραγωγός, η Κουτσινότα χρησιμοποιεί τη δυνατή φωνή της για να σπάσει τα ταμπού που εξακολουθούν να περιβάλλουν τις γυναίκες.
Στη χειμαρρώδη και βαθιά εξομολογητική συνέντευξη της στο ιταλικό Vanity Fair στο πλαίσιο του Riviera International Film Festival, η ηθοποιός αποδομεί το πρότυπο της «τέλειας γυναίκας» και μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τις πιο σκοτεινές και ευάλωτες πτυχές της ζωής της.
Με λόγο που κόβει σαν ξυράφι, η σταρ από τη Σικελία μίλησε για τις προσωπικές μάχες, το τίμημα του Χόλιγουντ και τον διαρκή φόβο να έχει γεννηθεί γυναίκα σε μια κοινωνία γεμάτη έμφυλη βία.
Για την πρόωρη εμμηνόπαυση και τη μητρότητα
«Μπήκα στην εμμηνόπαυση πολύ νωρίς, στα 32 μου χρόνια, αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης μου, και στην αρχή σχεδόν δεν το κατάλαβα. Μετά από όλες τις ορμονοθεραπείες στις οποίες είχα υποβληθεί στην προσπάθειά μου να αποκτήσω ένα δεύτερο παιδί, σε κάποιο σημείο αποφάσισα να σταματήσω και να ζήσω αυτή τη φάση όπως ακριβώς ήταν.
Μου λείπει αυτό το παιδί που δεν ήρθε, γιατί ήθελα πολλά παιδιά. Προέρχομαι από μια οικογένεια με τέσσερα αδέλφια και πάντα ονειρευόμουν να αναδημιουργήσω την ίδια δυναμική για την κόρη μου, για να μην είναι μόνη της. Μου άρεσε απλά η ιδέα του να είμαι μητέρα· είναι κάτι που γεμίζει τη ζωή μου.
Όταν έγινα 50 χρονών, το γιόρτασα λέγοντας: ‘Δεν μας έχουν για πέταμα’. Η εμμηνόπαυση, μερικές φορές, είναι και το τέλος μιας μεγάλης δοκιμασίας».
Για τη γυναίκα ως θήραμα και τη βία
«Γεννιόμαστε με την αίσθηση ότι είμαστε θηράματα και συχνά ζούμε όλη μας τη ζωή έτσι. Το να βλέπω τις γυναίκες να συνεχίζουν να θεωρούνται θηράματα, να μην προστατεύονται πλήρως, με κάνει να νιώθω άσχημα. Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει θύμα της βίας κάποιου άλλου: δεν είσαι ποτέ πραγματικά ελεύθερος, δεν έχεις ποτέ μια ήρεμη ζωή. Δεν υπάρχει ελευθερία όταν ζεις με τον φόβο.
Στην Ιταλία είμαστε στο μηδέν σε αυτό το μέτωπο. Αν πεθαίνει μια γυναίκα κάθε μέρα, σημαίνει ότι έχουμε αποτύχει.
Μας λείπουν πραγματικά ισχυροί νόμοι και, κυρίως, η γρήγορη και αποτελεσματική εφαρμογή τους. Αν κάποιος κάνει κακό, πρέπει να συλλαμβάνεται και να καταδικάζεται. Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε χίλιες εξηγήσεις ή να αναλύουμε ασταμάτητα το ‘κίνητρο’.
Το δικό μου μήνυμα είναι: Μην φοβάστε ποτέ. Μην νιώθετε ποτέ ιδιοκτησία κανενός και ζήστε τη δική σας ζωή. Και πάνω απ’ όλα, μην αφήνετε ποτέ μόνο του όποιον φοβάται».
«Ο Χάρβεϊ Γουάινσταιν έκανε τη διανομή της ταινίας Ο Ταχυδρόμος (Il Postino) στην Αμερική. Προσωπικά δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα μαζί του, για να είμαι ειλικρινής.
Πολλά κορίτσια την πατάνε, ίσως λόγω έλλειψης εμπειρίας ή μιας στρεβλής εικόνας: νομίζουν ότι ορισμένες συμπεριφορές είναι μια σύντομη παράκαμψη για την επιτυχία.
Προσωπικά, ήμουν πάντα ένας άνθρωπος που επέλεγε να μην συμβιβάζεται, ακόμα και με το κόστος του να χάσω ευκαιρίες. Όχι επειδή ένιωθα ‘πιο δυνατή’, αλλά επειδή προερχόμουν από το μηδέν και ήθελα να χτίσω τα πάντα μόνη μου».
Για τη δυσλεξία και την ανασφάλεια της ομορφιάς
«Μεγάλωσα σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά στην επαρχία της Mεσίνας, στο Camaro Inferiore. Ανακάλυψα μόνο ως ενήλικη ότι ήμουν δυσλεκτική και υπερκινητική, ιδιότητες που στο σχολείο ερμηνεύονταν ως απροσεξία.
Για μια ηθοποιό, η δυσλεξία είναι τραγωδία. Ο φόβος του να μην είσαι ίδιος με όλους τους άλλους σε κάνει να νιώθεις διαφορετικός, λάθος.
Ως κορίτσι ένιωθα ‘λάθος’ γιατί περίμενα πάντα από κάποιον άλλον να με επιβραβεύσει για να νιώσω καλά.
Όταν είσαι νεαρή, είναι φυσικό να νιώθεις εύθραυστη: ίσως είσαι ψηλή, διαφορετική από τις άλλες, και σε κοροϊδεύουν.
Έμαθα να με αγαπάω μόνο όταν κατάλαβα ότι δεν είναι θέμα κάποιου άλλου να σου πει ποιος είσαι. Είναι μια αυστηρά δική σου, προσωπική υπόθεση, όταν στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη το πρωί, όταν πεις στον εαυτό σου: ‘Είμαι όμορφη ακριβώς έτσι όπως είμαι. Μου αρέσω’».
Για τον χρόνο που περνάει και τον Τζορτζ Κλούνεϊ
«Είμαι χαρούμενη που γερνάω. Επειδή το πέρασμα του χρόνου δεν είναι απώλεια, είναι δώρο.
Η ηλικία, με όλα όσα φέρνει, δεν είναι απλώς ένας αριθμός ή ένα σημάδι στο πρόσωπό σου: είναι εμπειρία, είναι μνήμη, είναι ζωή βιωμένη. Φοβάμαι τον θάνατο των άλλων, αυτό είναι αλήθεια.
Πριν δύο μόλις μέρες έκλαψα όταν έφυγα από τη Σικελία και αποχαιρέτησα τη μητέρα μου. Είναι 97 ετών, και αυτό με πονάει, γιατί σε ένα ορισμένο σημείο δεν σκέφτεσαι πια τον χρόνο που πέρασε, αλλά τον χρόνο που απομένει, και είναι όλο και πιο σύντομος.
Ο Τζορτζ Κλούνεϊ με είχε αποκαλέσει ‘την τέλεια γυναίκα’. Με κολακεύει, αλλά η τελειότητα είναι μια σχετική έννοια. Προτιμώ να αποκαλώ τον εαυτό μου ‘ντίβα με ποδιά΄. Μαγειρεύω, πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, καθαρίζω, και μετά, το βράδυ, φοράω τις παγιέτες και τα ψηλά μου τακούνια και με γιορτάζω».