Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
weather-icon 10o
H Gen Z ξεμπροστιάζει τη μεγάλη απάτη της μόδας πολυτελείας στο TikTok

H Gen Z ξεμπροστιάζει τη μεγάλη απάτη της μόδας πολυτελείας στο TikTok

Μέσα από αποκαλυπτικά βίντεο στο TikTok, η νέα γενιά αγοραστών ξεσπάει εναντίον των brands πολυτελείας

Η εμπειρία του Wisdom Kaye, ενός από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς περιεχομένου στον χώρο της μόδας με 13 εκατομμύρια ακόλουθους, λειτούργησε ως θρυαλλίδα για μια συζήτηση που σιγόβραζε εδώ και χρόνια.

Αφού ξόδεψε 18.000 δολάρια στον οίκο Miu Miu, ο Kaye είδε τα κουμπιά ενός τζιν γιλέκου να αποκολλώνται με το που το άγγιξε, ενώ το φερμουάρ ενός μάλλινου πουλόβερ διαλύθηκε την ίδια στιγμή. «Είναι πραγματικά άθλιο», δήλωσε σε κατάσταση σοκ, δείχνοντας στους θεατές του ότι ακόμα και η αντικατάσταση του προϊόντος είχε την ίδια ακριβώς κατάληξη: το κουμπί έπεσε ξανά μπροστά στην κάμερα.

Η περίπτωση του Kaye δεν είναι μεμονωμένη. Η Tiffany Kim εξέφρασε την οργή της όταν ένα τζάκετ των 2.000 ευρώ παρουσίασε φθορές μετά από μόλις δύο χρήσεις, ενώ η σχεδιάστρια Elena Qiu αποκάλυψε ότι οι εμβληματικές μπότες Tabi του οίκου Maison Margiela, αξίας 1.000 δολαρίων, είναι κατασκευασμένες με πλαστικό.

«Αισθάνθηκα απογοήτευση. Ως σχεδιάστρια, κατανοώ τη χειροτεχνία, αλλά αυτά τα παπούτσια δεν φορέθηκαν ιδιαίτερα», ανέφερε η Qiu, επισημαίνοντας το χάσμα μεταξύ της τιμής και της πραγματικής αξίας των υλικών.

Τα viral βίντεο έχουν προκαλέσει οργή μεταξύ των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με ορισμένους να αμφισβητούν την αξία των προϊόντων πολυτελείας ειδικά καθώς οι τιμές αυξάνονται εκθετικά με την πάροδο του χρόνου. Στις αναρτήσεις τους επικρίνουν τη βιομηχανία πολυτελείας γιατί «εστιάζει υπερβολικά στο branding και τις τάσεις, και όχι αρκετά στην ανθεκτικότητα».

@wisdm8Not everything I got but dam that’s so sad♬ original sound – Wisdom Kaye

«Ως καταναλωτές μόδας, πρέπει να σταματήσουμε να αγοράζουμε Miu Miu μέχρι να μάθουν πώς να παράγουν ρούχα που δεν διαλύονται», σχολίασε ο Odunayo Ojo, ο δημιουργός περιεχομένου, γνωστός ως Fashion Roadman, καθώς αναδημοσίευε το βίντεο της Kim. «Επειδή είναι ακριβό αυτό δεν σημαίνει ότι αξίζει αν η ποιότητα δεν είναι εκεί!», σχολίασε ένας άλλος χρήστης.

Όταν το CNN International απευθύνθηκε στον Όμιλο Prada, ο οποίος κατέχει την Miu Miu, για το αν γνωρίζει κάτι για αυτά τα viral βίντεο και τι κάνει για να αποτρέψει μελλοντικά προβλήματα με την ποιότητα των προϊόντων της μπράντας, η εταιρεία απάντησε:

«Αυτά ήταν δύο μεμονωμένα περιστατικά και δεν υποδεικνύουν προβλήματα ποιότητας για την μάρκα. Χειριστήκαμε τις δύο περιπτώσεις μέσω της εξυπηρέτησης πελατών, με προσοχή, όπως κάνουμε συνήθως με όλους τους πελάτες μας». Ο όμιλος πρόσθεσε ότι «το παγκόσμιο ποσοστό επιστροφής χρημάτων μετά την αγορά της Miu Miu κυμαίνεται μεταξύ 0,2% και 0,3%, καθιστώντας την μία από τις χαμηλότερες στην αγορά πολυτελών ειδών».

Ο Maison Margiela δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του CNN για σχολιασμό.

@wisdm8Miu Miu quality test♬ original sound – Wisdom Kaye

Ακριβά προϊόντα, φτηνή ποιότητα

Τα πρόσφατα περιστατικά αναδεικνύουν ένα ευρύτερο προβληματισμό στη μόδα πολυτελείας εδώ και χρόνια. Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι οι υψηλές τιμές δεν εγγυώνται πλέον ένα «προβλεπόμενο επίπεδο δεξιοτεχνίας».

Κάποιοι μάλιστα συγκρίνουν μάρκες υψηλής μόδας με αυτές της fast fashion βιομηχανίας, οι οποίες συχνά διασταυρώνονται στο λαβύρινθο του στιλ με κβδικούς προϊόντων που εξυπηρετούν απλά τάσεις χωρίς ποιότητα στην κατασκευή ώστε να διαρκέσουν όσο θα έπρεπε ως επένδυση.

Η Dana Thomas, συγγραφέας και βετεράνος δημοσιογράφος, η οποία πέρασε πάνω από τρεις δεκαετίες καλύπτοντας τον τομέα της μόδας πολυτελείας για τους New York Times, την Wall Street Journal και την Washington Post, είχε ήδη διακρίνει τα προβλήματα ποιότητας με τις μάρκες πολυτελείας την πρώτη δεκαετία του 2000 στο βιβλίο της Deluxe: How Luxury Lost Its Luster.

Μιλώντας τηλεφωνικά από το διαμέρισμά της στο Παρίσι, η Thomas θυμήθηκε προηγούμενα ταξίδια στο Μιλάνο που θα οδηγούσαν σε ψώνια σε γνωστές ιταλικές μάρκες πολυτελείας.

«Με τον πενιχρό προϋπολογισμό μου των 1.000 ευρώ (περίπου 1.176 δολάρια) μπορούσα να πάρω μερικά παντελόνια, μερικά πουλόβερ, ένα ζευγάρι παπούτσια, ίσως και μια τσάντα. Ήταν μια πλήρης γκαρνταρόμπα» είπε. «Όμως, από τη μία σεζόν στην άλλη, η ποιότητα έπεφτε. Αυτό που παλιά ήταν ένα πλεκτό που άντεχε στο χρόνο τώρα ήταν κομμάτια ραμμένα μεταξύ τους. Τα κουμπιά έπεφταν εύκολα. Το χρώμα ξεθώριαζε».

«Αναρωτήθηκα  τι τρέχει. Οι τιμές ανέβαιναν σημαντικά και συχνά. Ως δημοσιογράφος, έγραφα άρθρα για το πώς αυτές οι εταιρείες ‘άνθιζαν’» λέει η Thomas που είδε πως αν και οι πωλήσεις δεν ήταν περισσότερες, τα κέρδη πολλαπλασιάζονταν.

«Είμαι απαίσια στα μαθηματικά, αλλά υπήρχε μια ακραία διαφορά μεταξύ των δύο. Εν τω μεταξύ, ως καταναλώτρια, μπορούσα να δω ότι η ποιότητα έπεφτε», πρόσθεσε η αρθρογράφος. Οι υποψίες της ότι ορισμένες μάρκες ήταν «απολύτως επικεντρωμένες στο τελικό αποτέλεσμα» και ότι «έστρεφαν την εστίασή τους από όμορφα προϊόντα σε όμορφα κέρδη» έγιναν η αφορμή για το βιβλίο της.

«Αξίζoυν τα λεφτά τους;»

Ο Volkan Yilmaz, ειδικός σε δέρματα που λειτουργεί με το διαδικτυακό ψευδώνυμο Tanner Leatherstein, συμφωνεί μαζί της.

Με έδρα το Ντάλας του Τέξας, ο Yilmaz έχει συγκεντρώσει 1.3 εκατομμύρια ακόλουθους στο TikTok, πάνω από 780.000 στο Instagram και μισό εκατομμύριο στο YouTube για το σκίσιμο και την αποδόμηση τσαντών και άλλων δερμάτινων ειδών από μάρκες πολυτελείας, συμπεριλαμβανομένων των Louis Vuitton και Chanel, με σκοπό να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση: «Αξίζoυν τα λεφτά τους;»

Σε μια βιντεοκλήση, αναγνώρισε ότι η άνοδος των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης έχει διευκολύνει τους πελάτες να μοιράζονται τις απόψεις τους και, ως εκ τούτου, τα βίντεο που εκφράζουν απογοήτευση για αγορές πολυτελείας έρχονται στο φως πολύ πιο συχνά από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα αναγνωρίζει μια «πραγματική στροφή προς προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας» από τους οίκους που κοστολογούν τα προϊόντα τους πολύ ακριβά για αυτό που είναι.

Ο Yilmaz δεν κατονόμασε συγκεκριμένες μπράντες αλλά είπε ότι αναλύοντας τσάντες που είχαν παραχθεί πρόσφατα, ένιωσε ότι τα παλαιότερα προϊόντα και κωδικοί, τα υλικά και οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους ήταν συγκριτικά «πολύ καλύτερα».

Ο ίδιος αναγνώρισε τη δυσκολία να παραχθούν γρήγορα και σε μεγάλες ποσότητες ώστε να ικανοποιήσουν τη ζήτηση με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε μεθόδους μαζικής παραγωγής.

Για την Thomas, οι εταιρείες που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο βρίσκονται σε μια αντίφαση. «Αν ο μοναδικός λόγος ύπαρξής σου είναι να φέρεις κέρδη στους μετόχους, δεν είσαι πλέον στην επιχείρηση της πολυτέλειας· είσαι στην επιχείρηση του χρήματος» λέει αμείλικτα.

Made in Italy, περίπου

Ενώ ένα μέρος της παραγωγής εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα σε παραδοσιακούς κόμβους πολυτελείας όπως η Ιταλία, η τελική συναρμολόγηση ή η δημιουργία εξαρτημάτων ενός προϊόντος συχνά παράγεται αλλού, καθώς πολλές μπράντες αναθέτουν την κατασκευή σε εργοστάσια τρίτων σε περιοχές χαμηλού κόστους.

Το 2024 και το 2025, μια σειρά ερευνών από Ιταλούς εισαγγελείς αποκάλυψε συστηματική εκμετάλλευση εργασίας εντός των αλυσίδων εφοδιασμού αρκετών εμπορικών σημάτων πολυτελείας.

Αυτές οι έρευνες αποκάλυψαν ότι οι μάρκες συχνά αναθέτουν την παραγωγή σε ένα δίκτυο υπεργολάβων – πολλοί κινεζικής ιδιοκτησίας – οι οποίοι χρησιμοποιούσαν παράνομη εργασία σε συνθήκες που μοιάζουν με sweatshop για να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους.

Ο Yilmaz πρόσθεσε ότι οι υπερβολικές αυξήσεις τιμών στον τομέα των πολυτελών προϊόντων – καθώς οι μάρκες επιδιώκουν να πλοηγηθούν σε μια επιβράδυνση της παγκόσμιας αγοράς και στην αύξηση του κόστους παραγωγής – έχουν μόνο επιδεινώσει το πρόβλημα. Δήλωσε επιφυλακτικά: «Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα όσα κατασκευάζονται είναι σκουπίδια, αλλά δυστυχώς, η αύξηση των τιμών δεν σημαίνει αύξηση της ποιότητας».

Η εξαφάνιση της φόδρας

Για την Thomas, η μείωση του κόστους είναι εμφανής. «Θυμάμαι όταν οι μάρκες σταμάτησαν να βάζουν φόδρα στα παντελόνια. Και το έκαναν αυτό επειδή μείωναν το κόστος και η εσωτερική επένδυση κοστίζει χρήματα» λέει.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας προχώρησε και σε ακόμη ένα παράδειγμα που δείχνει την επιλογή κέρδους έναντι ποιότητας από οίκους πολυτελείας.

Η Thomas θυμήθηκε μια συζήτηση της με τον Alber Elbaz, τον εκλιπόντα σχεδιαστή που αναζωογόνησε τον γαλλικό οίκο Lanvin και ίδρυσε την ετικέτα AZ Factory με τον ελβετικό όμιλο πολυτελών ειδών Richemont για λίγο περισσότερο από τρία χρόνια μέχρι το κλείσιμό της τον Μάιο του 2024.

«Μου είπε ότι είναι φθηνότερο να κόψεις απλώς ένα στρίφωμα και να το αφήσεις ακατέργαστο, παρά να το διπλώσεις και να το σιδερώσεις ξανά και ξανά», είπε. «Έτσι κερδίζεις τέσσερα ή πέντε στάδια από την παραγωγή. Έτσι, η απουσία των στριφωμάτων που πέρασε ως τάση, στην πραγματικότητα ήταν μια επιλογή που έγινε για οικονομικούς λόγους».

@tanner.leatherstein Is the LV Neverfull worth it? This is Neverfull MM in Monogram Empreinte Leather. ✂#louisvuitton #louisvuittonbag #lv #neverfull #lvneverfull #bagtok #pursetok #luxurytok #fashion #luxuryfashion #baglover #empreinteleather #leatherexpert #lvlover #handbags #tannerleatherstein #fashionreview #luxuryunboxing #luxurybag #leatherbag #✂ ♬ original sound – Tanner Leatherstein

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μάρκες πολυτελείας μοιράζονται τις ίδιες εγκαταστάσεις παραγωγής με μπράντες fast fashion. Στο βιβλίο της η Thomas αφηγήθηκε την επίσκεψη σε ένα εργοστάσιο «με τους ίδιους εργάτες, στην ίδια γραμμή συναρμολόγησης» που κατασκεύαζε τσάντες τόσο για μάρκες πολυτελείας όσο και για εμπορικά κέντρα.

«Οι τσάντες που πιθανότατα κόστιζαν 10 ή 12 δολάρια πωλούνταν σε malls για 100 δολάρια, ενώ άλλες που είχαν την ετικέτα πολυτελείας επάνω τους στοίχιζαν 1.200 δολάρια». Η κύρια διαφορά, σημείωσε, ήταν τα υλικά που χρησιμοποιούνταν.

Αλλά τώρα, ακόμη και οι μάρκες πολυτελείας επιδιώκουν να μειώσουν το κόστος όσον αφορά τα υλικά. «Οι μάρκες πολυτελείας λένε ότι ένα σακάκι είναι 100$ μαλλί, αλλά στην πραγματικότητα είναι 30% μαλλί και 70% πολυεστέρας ή ακρυλικό» λέει η Diana Kakkar, συνιδρύτρια της MAES London, μιας εταιρείας προμήθειας ενδυμάτων υψηλής ποιότητας.

Η Kakkar είπε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 είχε αρκετές συζητήσεις με μάρκες σχετικά με την εξοικονόμηση κόστους, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της ποιότητας του υφάσματος.

«Μας έλεγαν, για παράδειγμα, ‘Θέλουμε να πουλήσουμε αυτή την πουκαμίσα για 250 λίρες και ιδανικά θέλουμε μετάξι’. Αλλά το κόστος ενός τέτοιου προϊόντος από 100% μετάξι με όμορφο φινίρισμα μπορεί να είναι αρκετά υψηλό, επειδή τώρα κοστίζει σχεδόν 50-60 λίρες το μέτρο, αν όχι περισσότερο. Έτσι, μας ρωτούν αν μπορούμε να το κάνουμε βισκόζη, η οποία κοστίζει περίπου 25 λίρες. Μπορεί να είναι ακόμη φθηνότερη, 10 λίρες, ανάλογα με την ποιότητα. Και μετά, ακόμα κι αν αυτά τα περιθώρια κέρδους τους φαίνονται απαγορευτικά, αρχίζουμε να εξετάζουμε την εναλλακτική βισκόζη και πολυεστέρα. Μπορείτε να δείτε πώς ξεκινά αυτή η κατηφόρα», είπε.

«Αν υπάρχει μια φθηνότερη επιλογή, πιθανότατα θα είναι και αυτή που θα επιλέξουν οι πελάτες μας».

Μεγάλο ερώτημα

Για τον Yilmaz τα brands συμμετέχουν πλέον σε μια σχεδόν φρενήρη κούρσα να δημιουργήσουν περισσότερα προϊόντα ώστε να αυξήσουν τα κέρδη και τις πωλήσεις τους. Πλέον η ατζέντα έχει μετατοπιστεί από τις ιστορικές πρακτικές της σπανιότητας και της χειροτεχνίας λέει κυνικά. «Τα προϊόντα πολυτελείας πρέπει να φθείρονται πιο γρήγορα… επειδή χρειάζεσαι ανθρώπους να συνεχίσουν να καταναλώνουν. Κάθε τρίμηνο, αυτές οι εταιρείες πρέπει να αναφέρουν καλύτερες πωλήσεις. Πώς θα συμβεί αυτό αν όλα διαρκούν για πάντα;»

Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος για τον οποίο η γαλλική εταιρεία πολυτελών ειδών Hermès αναφέρεται συχνά ως ένα εξέχον παράδειγμα και σταθερά κατατάσσεται ως μία από τις πιο exclusive μάρκες στον κόσμο. Νωρίτερα φέτος, ξεπέρασε ακόμη και την LVMH ως η πιο πολύτιμη εταιρεία πολυτελείας στον κόσμο για πρώτη φορά (ωστόσο, η μετοχή έχει έκτοτε σταθεροποιηθεί και η LVMH ανέκτησε την κορυφαία θέση της στα τέλη του 2025).

Η Hermès έχει διατηρήσει σταθερή την κατάσταση, καθώς η μονάδα δερμάτινων ειδών της επωφελείται από ένα εξαιρετικά επιλεκτικό επιχειρηματικό μοντέλο που παρέμεινε που παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο για σχεδόν δύο αιώνες.

Όταν η Hermès εισήχθη στο χρηματιστήριο το 1993, η ιδρυτική οικογένεια διατήρησε σημαντική πλειοψηφία διατηρώντας τον έλεγχο και την ποιότητα των προϊόντων. «Λογοδοτούν πρώτα στον εαυτό τους», σχολιάζει η Thomas.

Οι εταιρείες που είναι 100% εισηγμένες στο χρηματιστήριο «μοιάζουν με οξύμωρο» προσθέτει. «Αν ολόκληρος ο λόγος ύπαρξής σας είναι να φέρνετε κέρδη στους μετόχους, δεν ασχολείστε πλέον με την παραγωγή πολυτελείας. Ασχολείστε απλώς με το να βγάζετε χρήματα».

Τεράστια ευκαιρία

Ωστόσο, ο αυξανόμενος έλεγχος — και σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυσπιστία — απέναντι στις μάρκες πολυτελείας έχει επίσης δημιουργήσει νέες ευκαιρίες.

Σύμφωνα με την έκθεση State of Fashion της McKinsey & Company για το 2026 σε συνεργασία με το Business of Fashion, οι mid-market μπράντες και ουσιαστικά γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ της γρήγορης μόδας (fast fashion) και της πολυτέλειας (luxury), προσφέροντας ποιοτικά, μοντέρνα ρούχα και αξεσουάρ με πιο προσιτές τιμές, εστιάζοντας στην καλή σχέση ποιότητας-τιμής είναι «το ταχύτερα αναπτυσσόμενο κομμάτι της αγοράς».

Τα viral, διαδικτυακά καταγγελτικά βίντεο είναι και «ένα κάλεσμα αφύπνισης» για τον κλάδο σχολιάζει ο Yilmaz.

«Μπορείς να πεις πολλά για να πείσεις τους ανθρώπους ότι πολυτέλεια σημαίνει υψηλή ποιότητα. Αν τα προϊόντα σου καταρρέουν μπροστά στα μάτια των καταναλωτών, τότε ό,τι και να λες, όσα και αν ξοδεύεις στο μάρκετινγκ, δεν πείθεις κανέναν», είπε.

«Τόσες πολλές νέες μάρκες εισέρχονται στον χώρο για να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα και τα προϊόντα τους δεν κοστίζουν χιλιάδες δολάρια. Νομίζω, τελικά, ότι είναι μια εξαιρετική στιγμή να είσαι πελάτης. Η ποιότητα πρέπει να αρχίσει να δικαιώνεται ξανά», σημείωσε – διαφορετικά, γιατί να ψωνίζεις οτιδήποτε;

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
Απόρρητο