Το όνομα του Μακρυγιάννη επικαλείται ο Παπανούτσος στο —προ ολίγου δημοσιευθέν— επετειακό άρθρο του για την 25η Μαρτίου, πριν από μισόν και πλέον αιώνα.
«Όταν λέγονται τα λάθη μας, τότε κάνουν λιγότερα οι μεταγενέστεροι και γινόμαστε κι’ εμείς έθνος» έγραφε ο Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, κι ο Παπανούτσος συμφωνεί και υπερθεματίζει: να εξομολογηθούμε με παρρησία τα λάθη μας, να τα πούμε όλα, τις μωρίες της επιπολαιότητάς μας, τις παραλείψεις της αμελείας μας, τις δολιότητες της πονηριάς μας.
Ασφαλώς, απείρως περισσότερα για τον Μακρυγιάννη έγραψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), ο σπουδαίος ναυπάκτιος λόγιος, λογοτέχνης και αρχειονόμος, ο οποίος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη συλλογή, την έρευνα και την έκδοση αρχειακού υλικού αναφορικά με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης
Στην Εισαγωγή του δεύτερου τόμου της α’ εκδόσεως των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, εν έτει 1907, ο Βλαχογιάννης αναφέρει μεταξύ πολλών άλλων τα ακόλουθα για το στρατηγό Μακρυγιάννη:
Εν τω προλόγω του πρώτου τόμου διατυπούται ο χαρακτήρ του Μακρυγιάννη τοιούτος οίος εφάνη ημίν προκύπτων εκ της μελέτης του βίου αυτού στηριζομένης επί τε του έργου και της αλληλογραφίας του και επί πλείστων άλλων ιστορικών πηγών. Λέγομεν μόνον ενταύθα πρώτον ότι ουδείς θα δυνηθή να προσβάλη την φιλαλήθειαν, την ειλικρίνειαν και την αγαθήν προαίρεσιν του Μακρυγιάννη συγγράφοντος τα Απομνημονεύματα αυτού. Εν τη υπερβολή μάλιστα της ειλικρινείας και της φιλαληθείας αυτού κείται και το κυριώτατον των ελαττωμάτων του έργου του. Ο Μακρυγιάννης γράφει τρόπον τινά διά της σπάθης και ουχί διά της γραφίδος. Υπάρχουσιν εν τοις Απομνημονεύμασιν αυτού χαρακτηρισμοί προσώπων, διάλογοι, επιγράμματα οξύτατα, εισδύοντα οδυνηρώς εις την ψυχήν, τραυματίζοντα την σάρκα.
Ο τρόπος ούτος τού γράφειν πλην του θαυμασίου φιλολογικού αποτελέσματος, βεβαίως δεν παράγει την αρίστην εντύπωσιν παρά τω απαθεί σήμερον και αμερολήπτω αναγνώστη. Είναι όμως σύμφωνος προς τον φυσικόν και ηθικόν χαρακτήρα του Μακρυγιάννη, ούτινος το ελάττωμα ή το προτέρημα, κατά περίστασιν, εν πολέμω και εν ειρήνη, εν έργω και εν λόγω υπήρξεν η οργή. Ο Μακρυγιάννης ουδέποτε έκαμψε το πνεύμα ή το σώμα, την γλώσσαν ή τα όπλα, καθώς ούτε και την γραφίδα. Άνθρωπος λοιπόν τοιούτος δυνατόν μεν ν’ αδική εν τη φορά του λόγου αυτού, δυνατόν εν τη ζωηρά κινήσει των εαυτού αισθημάτων να βλέπη στενώτερον τα τε πρόσωπα και τα πράγματα, ουδέποτε όμως εν επιγνώσει ψεύδεται. Πόσον όμως είναι πολύτιμος πάσα γνώμη και πάσα απόφασις, και η μάλιστα δυσμενής, εκπηδώσα ως από κρατήρος εκ της ψυχής του συγγραφέως! Ούτος, ως δεν δύναται να κρύψη τα αμαυρά σημεία του χαρακτήρος των άλλων, ως εκθέτει καθαράν την αντίληψιν αυτού περί των γεγονότων, ούτως αποκαλύπτει και εαυτόν και τας εαυτού πράξεις γυμνάς προ των αναγνωστών αυτού. Αφ’ ετέρου όμως ο Μακρυγιάννης έχει καρδίαν αγαθήν, φιλάνθρωπος ων και επιεικής εν ταις ιδιωτικαίς αυτού σχέσεσι, μίαν έχει μεγίστην δικαιολογίαν διά την αυστηρότητα αυτού και την πικρίαν, την προς την πατρίδα και την θρησκείαν αφοσίωσιν. Ως υπήρξε λίαν απαιτητικός καθ’ εαυτού, ομοίως υπήρξε και προς τους άλλους προκειμένου περί των συμφερόντων του έθνους αυτού. Όσον δε βλέπει τα κατ’ αυτό βαθμηδόν επί το χείρον βαίνοντα, τοσούτον και πικρότερος καθίσταται εν τω έργω αυτού. Ο πατριωτισμός, το φιλόθρησκον και η προς τους αγωνιστάς και τους παλαιούς συμμαχητάς αγάπη κατέστησαν τον Μακρυγιάννην απαισιόδοξον επί τέλους, μετά δε της πληγής ην έφερεν ούτος επί της κεφαλής επέδρασαν ουσιωδώς όχι μόνον επί της διαθέσεως του πνεύματος και του φυσικού χαρακτήρος, αλλά και επί ολοκλήρου της υπάρξεως αυτού.
Αυτός ο Μακρυγιάννης, μετά το πέρας της συγγραφής αναπολών τα γραφέντα, αισθάνεται ότι ηδίκησέ τινας ίσως εν τω έργω αυτού, μίαν δε έχει υπέρ εαυτού απολογίαν, τον υπέρ της πατρίδος και της θρησκείας ζήλον. Δεν μετανοεί όμως επί τούτω. «Αυτό το χειρόγραφον (γράφει εν τω προλόγω, σελ. 4) από την περίστασιν, οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα το διάβασα όλο… και είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκότερα». Ομολογεί ότι δεν εκφράζεται επιεικέστερον όσον θα επεθύμει νυν ίσως. Αλλ’ όμως, αν και πάλιν ήρχιζεν, ομοίως πιθανόν ότι θα εξεφράζετο. Και όμως θα ησθάνετο και πάλιν εαυτόν ηναγκασμένον να δικαιολογηθή δι’ ομοίου τρόπου.
Ο Μακρυγιάννης, ως είπομεν, δεικνύεται ειλικρινής και φιλαλήθης αφηγητής εν τω έργω αυτού. Αν όμως η φιλαλήθεια και η ειλικρίνεια είναι αρεταί του χαρακτήρος αυτού, η αμεροληψία και η αντικειμενική αντίληψις, αδελφαί ούσαι των δύο πρώτων, εξαρτώνται και εξ άλλων περιστάσεων, ήτοι των βιοτικών σχέσεων του προσώπου, των παθών, των συμφερόντων, των αναγκών και υποχρεώσεων αυτού. Δύναται λοιπόν η καθαρά ιστορική αλήθεια να τίθηται ως σκοπός έργου τινός, αλλ’ ο σκοπός ούτος να μη επιτυγχάνηται ένεκα τών εκ του παρελθόντος διατηρουμένων εν τη ψυχή του γράφοντος φιλίων ή δυσμενών συναισθημάτων, τα οποία αμαυρούσι την διάνοιαν αυτού και εκτρέπουσιν αυτήν από της ορθής οδού της αυστηράς δικαιοσύνης μεθ’ ης εν τη ιστορία οφείλει ν’ ασκήται η του αληθούς και του ορθού ζήτησις και εξακρίβωσις. Όσον δε αμεσώτερον μετέσχεν ο γράψας των εκτιθεμένων πραγμάτων και επεκοινώνησε στενώτερον προς τα ιστορούμενα πρόσωπα, τόσον δυσκολωτέρα είναι παρ’ αυτώ η αντίληψις και η απεικόνισις του ακριβούς και του δικαίου, δυσκολωτάτη δε ειμή αδύνατος όσον τα πρόσωπα και τα πράγματα είναι εγγύτατα χρονικώς εις τον γράφοντα.
Εν τοιαύτη συνθήκη περιστάσεων ευρίσκεται μάλιστα ο Μακρυγιάννης. Ο βίος αυτού υπήρξε διηνεκής αγών εν τε πολέμω και εν ειρήνη. Ευθύς δ’ αμέσως μετά το πέρας της Επαναστάσεως ήρξατο συγγράφων ούτος. Δεν ήτο λοιπόν δυνατόν να εκφράζηται εν τω έργω αυτού ως ερημίτης καλόγηρος από σκοπιάς βλέπων επί τα εγκόσμια και διαβιών εν τη αντικειμενική θεωρία αυτών. Τουναντίον μάλιστα. Τολμώμεν να είπωμεν ότι ουδ’ ώφειλε ν’ αποπειραθή τοιούτου τινός έργου ανήρ τοιαύτης φλογεράς, αδαμάστου φύσεως. Διότι τότε θα παρέδιδεν εις ημάς εικόνα αναληθή των χρόνων εκείνων, γέμουσαν υποκρισίας, και επομένως ουδεμιάς ιστορικής και φιλολογικής σημασίας αξίαν. Η δήθεν επιείκεια περί τα πρόσωπα και τα γεγονότα, η χλιαρότης του λόγου, το ήθος το μισοκακόμοιρο θα ήσαν ψεύδη τόσον ογκώδη, τόσον αναιρετικά του σκοπού της ιστορίας, ώστε ουδεμία εξ εμπαθείας ανακρίβεια, και η μεγίστη και η μάλιστα άδικος, υπάρχουσα νυν εν τω έργω του Μακρυγιάννη, θα ήτο δυνατόν να εξισωθή προς εκείνα. Ο Μακρυγιάννης ως εμάχετο εν πολέμω, ως αντίκρυζεν εν ταις πολιτικαίς διαμάχαις τον αντίπαλον, ως εδέχετο και απέδιδε τα πλήγματα κατάστηθα, ούτω και εκφράζεται γράφων, δηλ. παλληκαρίσια, ρουμελιώτικα, άνευ δόλου και ενέδρας. Τα μασημένα λόγια, ο φόβος της αληθείας, η δειλή επιφύλαξις, ο πλάγιος υπαινιγμός είναι άγνωστα εις αυτόν. Παρ’ αυτώ η γραφίς είναι κοπτερόν όργανον βάλλον ευθύ, ως γιαταγάνι καταφερόμενον υπό σταθεράς, ατρόμου χειρός.
Αν ανταποκρινόμαστε στα λάθη που όλοι μας κάνουμε με ηρεμία, αν τα αναλύουμε, μαθαίνουμε από αυτά και προσαρμοζόμαστε αναλόγως, μπορούμε να μετατρέψουμε τις αποτυχίες σε νίκες
Το χαμένο δραματικό ειδύλλιο «Ο μαγεμένος βοσκός», που ο Σπυρίδων Περεσιάδης έγραψε το 1909 παρουσιάζεται μέσα από τη σύγχρονη, λυρική ανάγνωση του Γιάννη Σκουρλέτη.