H νέα ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στην Ταϊβάν είναι πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Λέγεται Τσενγκ Λι-Γιουν. Ξεκίνησε την καριέρα της ως φοιτήτρια ακτιβίστρια τη δεκαετία του 1990, επιδιώκοντας την ανεξαρτησία της πατρίδας της. Υπήρξε σφοδρή επικρίτρια του Κουομιντάνγκ (KMT), του τότε κυβερνώντος κόμματος.
Αλλά αργότερα εντάχθηκε σε αυτό, αφήνοντας άφωνους όλους όσοι είχαν βγει μαζί της στους δρόμους της Ταϊβάν. Πλέον, είναι η ηγέτιδά του και, όχι μόνο αυτό. Ζητά να συναντηθεί με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ.
Σε μια περίοδο, που η Κίνα εντείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, την οποία θεωρεί ως έδαφός της, η Τσενγκ Λι-Γιουν μπλοκάρει τις προσπάθειες για την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Δηλώνει ότι οι κάτοικοι στην Ταϊβάν πρέπει να αποδεχθούν ότι είναι Κινέζοι. Και ελπίζει να επαναφέρει το κόμμα της στην εξουσία επιδιώκοντας τη συμφιλίωση με το Πεκίνο.
Αρχίζει ξανά διάλογο
Όπως δήλωσε στον Economist, η Τσενγκ Λι-Γιουν λέει ότι επανεκκινεί τον διάλογο του Κουμιντάνγκ με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. «Το πιο σημαντικό καθήκον της θητείας μου είναι να προωθήσω την ειρήνη στα στενά της Ταϊβάν», είπε.
Και από τις αρχές Φεβρουαρίου θα ξεκινήσουν ανταλλαγές μεταξύ των ομάδων προβληματισμού των δύο κομμάτων. Η Τσενγκ Λι-Γιουν ελπίζει να επισκεφθεί το Πεκίνο το πρώτο εξάμηνο του 2026 για να συναντήσει τον Κινέζο πρόεδρο.
Ο Σι Τζινπίνγκ, μάλιστα, της έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα μετά την εκλογή της τον Οκτώβριο. Σε αυτό εξέφρασε την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να συνεργαστούν για την ενοποίηση.
«Πρέπει να σταματήσουμε να δυσφημούμε σκόπιμα οτιδήποτε σχετίζεται με την Κίνα», λέει η Τσενγκ Λι-Γιουν.
Ωστόσο η στρατηγική της φαίνεται να προβληματίζει ακόμη και το κόμμα της. Το Κουομιντάνγκ έχασε τις τρεις τελευταίες προεδρικές εκλογές από το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (DPP). Το DPP υποστηρίζει ότι η Ταϊβάν είναι ξεχωριστή χώρα.
Αλλά και οι Ταϊβανέζοι στην πλειονότητά του δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις πως δεν εμπιστεύονται το Πεκίνο. Απορρίπτουν την ενοποίηση και θεωρούν τους εαυτούς Ταϊβανέζους, όχι Κινέζους.
Ανησυχούν και οι ΗΠΑ
Οι θέσεις της Τσενγκ Λι-Γιουν φαίνεται ότι ανησυχούν και τις ΗΠΑ, που έχουν δεσμευθεί να βοηθήσουν την Ταϊβάν να αμυνθεί. Εκτιμούν ότι το Πεκίνο σχεδιάζει να επιτεθεί στο νησί έως το 2027 και καλούν την Ταϊπέι να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της.
Η Τσενγκ Λι-Γιουν, από την πλευρά της, πιστεύει ότι μπορεί να αποτρέψει μια κινεζική επίθεση. Και να εκλεγεί πρόεδρος στις επόμενες εκλογές, το 2028. Και παρά το γεγονός ότι παραδέχεται ότι οι θέσεις της διαφέρουν από αυτές των πολλών στην Ταϊβάν, δεν πτοείται.
Πιστεύει ότι η εθνική ταυτότητα δεν θα είναι στην ατζέντα των προεδρικών εκλογών. Και υποστηρίζει ότι το κυβερνών DPP προσπαθεί να «αποκινεζοποιήσει» την Ταϊβάν.
Για την ηγέτιδα της αντιπολίτευσης, το μόνο που έχει σημασία είναι «οι σχέσεις στα στενά» της Ταϊβάν. «Αυτό πιστεύω ότι θα καθορίσει πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο ψηφίζουν οι άνθρωποι».
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους με δύο επιχειρήματα. Το πρώτο είναι ότι, εάν το DPP κερδίσει ξανά το 2028, η ηγεσία της Κίνας θα μπορούσε να χάσει την ελπίδα να ενώσει ειρηνικά την Ταϊβάν με την ηπειρωτική χώρα. «Μόλις δεν έχει καμία προσδοκία για την Ταϊβάν, ο μόνος τρόπος για να επιλύσει ή να αντιμετωπίσει το ζήτημα της Ταϊβάν θα είναι με μέσα που κανείς από εμάς δεν επιθυμεί να δει», λέει. Έμμεση, αλλά σαφής αναφορά στον πόλεμο.
Ταϊβάν, πολεμικά πλοία κατά τους εορτασμούς του Σεληνιακού έτους / REUTERS/Ann Wang
Το άλλο είναι πως η αμερικανική υποστήριξη προς την Ταϊβάν κλονίζεται. Βασίζεται στις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει η Ταϊβάν τις αμυντικές της δαπάνες στο 10% του ΑΕΠ και να μεταφέρει στην Αμερική το 40% της βιομηχανίας ημιαγωγών της. Η Ταϊβάν είναι πρωτοπόρα στην τεχνολογία αυτή, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.
«Για πολλούς Ταϊβανέζους, η συνένωση αυτών των πληροφοριών τους κάνει να νιώθουν ότι η Αμερική εγκαταλείπει την Ταϊβάν», λέει στον Economist η Τσενγκ Λι-Γιουν.
Οι ηγέτες του κυβερνώντος DPP κατηγορούν την Τσενγκ Λι-Γιουν ότι επαναλαμβάνει την κινεζική προπαγάνδα. Και ότι έτσι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του νησιού μπλοκάροντας τις αμυντικές δαπάνες.
Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-Τε, έχει δεσμευτεί να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2030. Έχει επίσης προτείνει έναν συμπληρωματικό αμυντικό προϋπολογισμό 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος, κυρίως για αμερικανικά όπλα. Και τα δύο σχέδια μπλοκάρονται στο κοινοβούλιο από το Kουομιντάνγκ και τους συμμάχους του, οι οποίοι μαζί κατέχουν την πλειοψηφία.
Η Τσενγκ Λι-Γιουν επιρρίπτει ευθύνη στον Λάι Τσινγκ-Τε, κατηγορώντας τον ότι δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες για τα σχέδια στρατιωτικών δαπανών του. Το ποσό που έχει προτείνει «επισκιάζει όλες τις άλλες ανάγκες», λέει.
Η ίδια αρνείται να διευκρινίσει πόσα θα πρέπει να δαπανήσει η χώρα για την άμυνα, αλλά λέει ότι δεν μπορεί ποτέ να φτάσει την ισχύ πυρός της Κίνας. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η ασφάλεια της Ταϊβάν θα πρέπει να επιτευχθεί μέσω «λογικών» στρατιωτικών δαπανών σε συνδυασμό με διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο Σι. Και κατηγορεί τον Λάι, επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί τη συναίνεση που συμφωνήθηκε με την Κίνα το 1992, όταν το Κουομιντάνγκ ήταν στην εξουσία.
Η συμφωνία τότε όριζε ότι και οι δύο πλευρές του Στενού αποτελούν μέρος της «μίας Κίνας», ενώ επέτρεπε διαφορετικές ερμηνείες. Το DPP απορρίπτει αυτόν τον τύπο ως νομικά άκυρο. Πιστεύει ότι πρόκειται για παγίδα. Και από το 2016, που κυβερνά την Ταϊβάν, έχει αναστείλει τις επίσημες συνομιλίες από τότε που ανέλαβε την εξουσία το 2016. Η υιοθέτηση της συναίνεσης του 1992 σήμερα «θα μείωνε σημαντικά την πιθανότητα στρατιωτικής αντιπαράθεσης», υποστηρίζει η Τσενγκ.
Αλλά αποφεύγει να διευκρινίσει ποιο είναι για εκείνη το επιθυμητό αποτέλεσμα τέτοιων διαπραγματεύσεων.
Μια προπόνηση που στοχεύει στη βελτίωση της κίνησης και της ευλυγισίας ώστε να ενισχυθεί η φυσική απόδοση, όχι μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και σε καθημερινές μας δραστηριότητες.