Πέθανε ο Μπέλα Ταρ – Ο σκηνοθέτης που έκανε τον χρόνο να «πονά»
Ο Μπέλα Ταρ, ο σκηνοθέτης που μετέτρεψε τον χρόνο, τη σιωπή και την επανάληψη σε υπαρξιακό σινεμά, πέθανε σε ηλικία 70 ετών έπειτα από μακρά ασθένεια, αφήνοντας πίσω του ταινίες που δεν παρηγορούν, αλλά επιμένουν να κοιτούν κατάματα την ανθρώπινη φθορά
Ο Μπέλα Ταρ πέθανε σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια. Με τον θάνατό του, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος χάνει έναν δημιουργό που δεν χάιδεψε ποτέ τον θεατή, αλλά τον ανάγκασε να σταθεί, να αντέξει και να κοιτάξει κατάματα την ανθρώπινη φθορά.
Την είδηση ανακοίνωσε, εκ μέρους της οικογένειας, ο σκηνοθέτης Μπέντσε Φλίγκαουφ στο ουγγρικό πρακτορείο ειδήσεων MTI.
Ο Ταρ δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Υπήρξε ένας δημιουργός που μετέτρεψε τον χρόνο, τη σιωπή και την επανάληψη σε υπαρξιακή εμπειρία. Οι ταινίες του δεν αφηγούνται ιστορίες· παρακολουθούν ζωές να εξαντλούνται.
Από το Πεκς στην παρακμή της Ευρώπης
Γεννημένος το 1955 στο Πεκς, ο Μπέλα Ταρ ξεκίνησε από το Balázs Béla Stúdió, σε μια Ουγγαρία που ήδη έδειχνε τα σημάδια κοινωνικής κόπωσης. Από νωρίς τον ενδιέφερε όχι το «δράμα», αλλά η αργή διάβρωση της καθημερινότητας: φτωχά σπίτια, κουρασμένα σώματα, άνθρωποι παγιδευμένοι σε κύκλους χωρίς διέξοδο.
Αυτή η εμμονή θα διατρέξει όλο του το έργο.
«Sátántangó»: Επτά ώρες μέσα στην ανθρώπινη ήττα
Το Sátántangó δεν είναι απλώς μια ταινία. Είναι δοκιμασία αντοχής — για τους χαρακτήρες και για τον θεατή. Σε επτά ώρες ασπρόμαυρης, ανελέητης διάρκειας, ο Μπέλα Ταρ καταγράφει τη διάλυση μιας κολεκτιβοποιημένης αγροτικής κοινότητας στη μετασοβιετική ουγγρική επαρχία, εκεί όπου η ελπίδα επιστρέφει μόνο ως απάτη.
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 1985 του Λάσλο Κρασναχορκάι, το φιλμ εξελίσσεται σαν αργή πομπή προς την αποσύνθεση. Βροχή, λάσπη, μεθυσμένα σώματα, υποσχέσεις που δεν τηρούνται ποτέ. Σε ένα χωριό όπου η ζωή μοιάζει να έχει παγώσει, οι κάτοικοι περιμένουν την τελευταία πληρωμή πριν τα εγκαταλείψουν όλα.
Η επιστροφή ενός παλιού συγχωριανού — που όλοι θεωρούσαν νεκρό — διαλύει ό,τι απέμενε από την εύθραυστη ισορροπία τους, ενώ το χρήμα λειτουργεί ως καταλύτης διαφθοράς και αυταπάτης.
Με ρυθμό σχεδόν προκλητικά αργό — 432 λεπτά, για την ακρίβεια — το Sátántangó δεν βιάζεται να εξηγήσει ή να καθοδηγήσει. Η κάμερα δεν αποστρέφει το βλέμμα. Μένει εκεί. Επιμένει. Παρακολουθεί μέχρι το πλάνο να γίνει άβολο, μέχρι να κουράσει, μέχρι να πονέσει. Τα μακρά, αδιάκοπα μονοπλάνα — ορισμένα ξεπερνούν τα δέκα λεπτά — δεν υπηρετούν το ύφος, αλλά την εμπειρία: σε αναγκάζουν να ζήσεις μέσα στον χρόνο των χαρακτήρων.
Γυρισμένο εξ ολοκλήρου σε ασπρόμαυρο φιλμ 35mm, το Sátántangó θεωρείται εδώ και δεκαετίες ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά αποκαλείται «το Έβερεστ του σύγχρονου σινεμά», ούτε ότι κατατάχθηκε ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών από την κριτική. Η αποκατάστασή του σε 4K και η επανακυκλοφορία του το 2019 επιβεβαίωσαν τη διαχρονική του ισχύ.
Το Sátántangó απαιτεί αφοσίωση. Δεν προσφέρεται για εύκολη θέαση, ούτε για παρηγορητικά συμπεράσματα.
Αν όμως αντέξει κανείς μέχρι τέλους, η ανταμοιβή είναι σπάνια: ένα ταξίδι στην ανθρώπινη ψυχή, επώδυνο, εξαντλητικό και — με έναν παράδοξο τρόπο — απελευθερωτικό.
«Werckmeister Harmonies»: Όταν η κοινωνία χάνει την ισορροπία της
Το Werckmeister Harmonies του Μπέλα Ταρ κυκλοφόρησε το 2000, σε μια στιγμή όπου η Ευρώπη έμοιαζε να έχει χάσει τα σταθερά της σημεία. Ήταν μια εποχή που μιλούσε διαρκώς για το «τέλος της Ιστορίας», την κατάρρευση των ιδεολογιών και την εξάντληση της πίστης — ακόμη και του ίδιου του κινηματογράφου. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ταρ παρέδωσε το πιο εφιαλτικό του έργο: ένα υπνωτιστικό χρονικό για το πώς οι κοινωνίες διαλύονται εκ των έσω.
Ήδη από το Damnation (1988), ο Ταρ είχε διαμορφώσει ένα αυστηρά αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό σύμπαν. Ασπρόμαυρα κάδρα υψηλής αντίθεσης, αδιάκοπα μονοπλάνα, χώροι ρημαγμένοι από τον χρόνο και τον καιρό. Οι χαρακτήρες του μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε δωμάτια και τοπία που δεν οδηγούν πουθενά, ενώ η κάμερα κινείται γύρω τους υπομονετικά, ξεπερνώντας κάθε συμβατική αφηγηματική λειτουργία. Αυτή η κεντροευρωπαϊκή μελαγχολία δεν πνίγει την ταινία· αντίθετα, την ανυψώνει, καθώς ο χρόνος γίνεται σχεδόν απτός.
Το Werckmeister Harmonies βασίζεται χαλαρά στη Μελαγχολία της Αντίστασης του Λάσλο Κρασναχορκάι, με τον οποίο ο Ταρ συνεργάστηκε στενά σε όλη τη μετέπειτα φιλμογραφία του. Σε αντίθεση με το μνημειώδες Sátántangó, εδώ η αφήγηση εστιάζει σε έναν μόνο χαρακτήρα: τον Γιάνος Βαλούσκα, έναν αθώο ταχυδρόμο που παρακολουθεί την αποσύνθεση μιας μικρής πόλης μετά την άφιξη ενός περιοδεύοντος τσίρκου.
Το θέαμα; Μια ταριχευμένη φάλαινα και μια αινιγματική φιγούρα, ο λεγόμενος Πρίγκιπας.
Η πόλη βυθίζεται σταδιακά στον φόβο, τη φημολογία και την παράνοια. Η έννοια της «τάξης» μετατρέπεται σε εργαλείο εξουσίας, ενώ κάθε προσπάθεια αντίστασης οδηγεί στη βία και την αυτοκαταστροφή. Το έργο λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην τάξη και την αταξία, όπου καμία δεν προσφέρει σωτηρία.
Με διάρκεια 145 λεπτών και μόλις 39 πλάνα, το Werckmeister Harmonies αποτυπώνει το βάρος του χρόνου με αμείλικτη συνέπεια. Η εξέγερση που ξεσπά δεν παρουσιάζεται ως ηρωική πράξη, αλλά ως μηχανική, σχεδόν τελετουργική βαρβαρότητα. Το βλέμμα του Γιάνος —φοβισμένο, χαμένο— γίνεται ο καθρέφτης μιας κοινωνίας έτοιμης να παραδοθεί.
Περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά, η ταινία μοιάζει λιγότερο ιστορική και περισσότερο προφητική. Όχι ως αλληγορία, αλλά ως καθαρή καταγραφή μιας κατάστασης που επανέρχεται ξανά και ξανά: όταν ο φόβος γίνεται κανονικότητα και η βία παρουσιάζεται ως λύση.
«Το Άλογο του Τορίνο»: Ο κόσμος που σβήνει
Αν σου έλεγε κανείς ότι μία από τις σημαντικότερες ταινίες του 21ου αιώνα είναι ένα ασπρόμαυρο ουγγρικό φιλμ για πατατοκαλλιεργητές και το άλογό τους, θα μπορούσες εύκολα να τον κοιτάξεις με δυσπιστία. Κι όμως, Το Άλογο του Τορίνο είναι ακριβώς αυτό: μια λιτή, σχεδόν αφαιρετική ιστορία που μετατρέπεται σε βαθιά υπαρξιακή εμπειρία.
Σε πρώτη ανάγνωση, η ταινία μοιάζει απλή και προβλέψιμη. Ένας πατέρας και η κόρη του ζουν απομονωμένοι, μέσα στη φτώχεια και τη σιωπή. Τίποτα δεν «συμβαίνει» με τον συμβατικό κινηματογραφικό τρόπο. Κι όμως, μέσα σε αυτό το φαινομενικό τίποτα γεννιέται ένα διαρκές ερώτημα για το νόημα, την αντοχή και την ίδια την ύπαρξη.
Το κύκνειο άσμα του Μπέλα Ταρ είναι ίσως η πιο σπαρακτική και αμείλικτη ταινία του. Εμπνευσμένη από τον μύθο της ψυχικής κατάρρευσης του Φρίντριχ Νίτσε, δεν επιχειρεί να φιλοσοφήσει με λόγια, αλλά να δείξει τι σημαίνει εξάντληση — σωματική, ψυχική, υπαρξιακή.
Οι Μπέλα Ταρ και Άγκνες Χρανίτσκι σκηνοθετούν με απόλυτη προσήλωση στην εγκατάλειψη. Ο κόσμος τους είναι ανελέητος: ο άνεμος δεν σταματά ποτέ, το κρύο διαπερνά τα πάντα, το φαγητό περιορίζεται σε πατάτες, ξανά και ξανά. Το άλογο — κάποτε αξιόπιστο στήριγμα της επιβίωσης — παύει να υπακούει, αρνείται να κινηθεί, να φάει. Δεν πεθαίνει. Απλώς αποσύρεται. Και μαζί του αρχίζει να αποσύρεται ο ίδιος ο κόσμος.
Ένας πατέρας, μια κόρη, ένα άλογο που σταματά να κινείται. Οι ίδιες κινήσεις επαναλαμβάνονται μηχανικά, μέρα με τη μέρα: το ντύσιμο, το λιτό φαγητό, ο άνεμος που ουρλιάζει ασταμάτητα έξω από το σπίτι. Δεν υπάρχει κορύφωση, δεν υπάρχει λύτρωση. Ο κόσμος δεν καταρρέει θεαματικά· απλώς αδειάζει, μέχρι να πάψει να λειτουργεί.
Η σχεδόν πλήρης απουσία διαλόγων σε αναγκάζει να κοιτάξεις πιο προσεκτικά. Να ακούσεις τον άνεμο. Να παρατηρήσεις τα σώματα που κουράζονται. Να νιώσεις την επανάληψη ως βάρος. Όταν στερεύει και το πηγάδι, δεν απομένει πια τίποτα να σωθεί. Το φιλμ δεν κορυφώνεται· απλώς σβήνει. Στο τέλος, ο πατέρας και η κόρη επιλέγουν την αδράνεια. Όχι ως λύση, αλλά ως αποδοχή.
Κάθε φορά που ακούγεται λόγος, ανοίγει ένα παράθυρο φιλοσοφίας — και εκεί πλανάται η σκιά του Νίτσε. Όχι με θεωρίες, αλλά με την αίσθηση ενός κόσμου που έχει εξαντλήσει τις δυνάμεις του. Είναι δύσκολο να μην φανταστεί κανείς ότι ο ίδιος θα αναγνώριζε κάτι οικείο σε αυτή την κινηματογραφική δοκιμασία αντοχής.
Το Άλογο του Τορίνο κινείται βασανιστικά αργά. Αλλά ακριβώς αυτή η μονοτονία σε κρατά σε εγρήγορση. Δεν είναι ταινία που «απολαμβάνεις». Είναι ταινία που υπομένεις — και μέσα από αυτή την υπομονή, αρχίζεις να σκέφτεσαι τι είναι αυτό που στηρίζει ή διαλύει την ανθρώπινη συνθήκη.
Σε έναν κινηματογραφικό κόσμο γεμάτο εντυπωσιακά concept και εμπορικές υπερβολές, τέτοιες ταινίες λειτουργούν ως αντίβαρο. Μας θυμίζουν ότι το σινεμά μπορεί — και ίσως οφείλει — να είναι κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία: μια πράξη στοχασμού.
Όταν ο καιρός κρυώνει και το φως λιγοστεύει, αξίζει να αφιερώσεις ένα απόγευμα στο Άλογο του Τορίνο. Όχι για να «περάσεις καλά», αλλά για να αναμετρηθείς με το ερώτημα που η ταινία ψιθυρίζει μέχρι το σκοτάδι: τι μένει, όταν όλα τα άλλα έχουν χαθεί;
Ένας δημιουργός που δεν ζήτησε ποτέ παρηγοριά
Μέλος της European Film Academy από το 1997, τιμήθηκε το 2023 με το Ειδικό Τιμητικό Βραβείο της. Στην ανακοίνωσή της, η Ακαδημία μίλησε για «μια ισχυρή πολιτική φωνή και έναν δημιουργό βαθιά σεβαστό παγκοσμίως».
Ο Μπέλα Ταρ δεν πρόσφερε λύσεις. Πρόσφερε αλήθεια. Και αυτή, συχνά, ήταν αβάσταχτη.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, το έργο του θα συνεχίσει να μας κοιτά κατάματα — πολύ μετά το τέλος του.
Ο καθηλωτικός μονόλογος του Ανδρέα Φλουράκη «ΤΑΠ ΑΟΥΤ» ανεβαίνει στο ανανεωμένο Μικρό Γκλόρια. Το κείμενο ζωντανεύει στη σκηνή με τον Τάσο Κορκό στην ερμηνεία, ενώ τη σκηνοθετική επιμέλεια υπογράφει ο Θανάσης Ισιδώρου.