Νέοι στόχοι για τη μείωση της θνησιμότητας από εγκεφαλικά επεισόδια ορίστηκαν από φέτος, στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για το Εγκεφαλικό Επεισόδιο (SAP-E) με πρόσφατη αναθεώρηση που προσβλέπει σε μέτρα για μείωση κατά 15% όλων των ειδών εγκεφαλικών επεισοδίων, μαζί, ως το 2030.
Παρά την εισαγωγή δεικτών ποιότητας για την περίθαλψη των εγκεφαλικών, η μέχρι τώρα πρόοδος του Σχεδίου Δράσης είναι αργή, καθώς όπως διαπιστώθηκε το 2022, ο δείκτης πρόσβασης τουλάχιστον του 90% των ασθενών σε ειδική μονάδα αντιμετώπισης εγκεφαλικών εντός 24 ωρών από την εισαγωγή στο νοσοκομείο, επιτεύχθηκε μόνο σε επτά χώρες.
Την ίδια στιγμή, τα εγκεφαλικά επεισόδια βαίνουν σταθερά αυξανόμενα από αριθμητικής πλευράς, εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού και της γήρανσης, κατατάσσοντάς τα πλέον στη δεύτερη αιτία θανάτου, παρότι τα ποσοστά θνησιμότητας και τα έτη αναπηρίας μειώνονται. Χαρακτηριστικά, το 2023, η επιβάρυνση από τα εγκεφαλικά επεισόδια αντιπροσώπευε περίπου 157 εκατ. έτη ζωής προσαρμοσμένα στην αναπηρία (DALYs).
Όμως η συχνότητα και η αντιμετώπιση των περιστατικών διαφέρει από χώρα σε χώρα, με τις χώρες χαμηλού και μέσου εισοδήματος να επωμίζονται το υψηλότερο βάρος. Τα χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζονται σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης και τα υψηλότερα παγκοσμίως σε χώρες όπως η Βουλγαρία και η Βόρεια Μακεδονία.
Μέχρι 9% των περιστατικών δέχθηκαν ενδοφλέβια θρομβόλυση και κάτω του 5% των ασθενών υποβλήθηκαν σε μηχανική θρομβεκτομή σε 11 και 12 χώρες, αντίστοιχα
Σε εξειδικευμένες μονάδες πρέπει να γίνεται η αντιμετώπιση του εγκεφαλικού
Αυτές οι διαφορές αναδεικνύουν τις ανισότητες υγείας, αλλά και τη διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση της πάθησης από τα συστήματα υγείας τόσο σε ότι αφορά την οξεία αντιμετώπιση, όσο και στην αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου για την πρωτογενή πρόληψη.
Τα παραπάνω επισημαίνονται σε άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Lancet, με αφορμή την πρόσφατη αναθεώρηση του SAP-E, ώστε να αντικατοπτρίζει τα εξελισσόμενα επιστημονικά δεδομένα και τις αναδυόμενες προκλήσεις για τη φροντίδα του εγκεφαλικού επεισοδίου στην Ευρώπη.
Πρόκειται για ένα φιλόδοξο Σχέδιο Δράσης που ξεκίνησε το 2018 ως συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Εγκεφαλικού Επεισοδίου και της οργάνωσης ασθενών Stroke Alliance for Europe, στοχεύοντας στη μείωση της επιβάρυνσης από εγκεφαλικά σε ολόκληρη την Ευρώπη ως το 2030, με την ενίσχυση ολόκληρης της αλυσίδας περίθαλψης για το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η αναθεώρηση
Η αναθεώρηση επιβεβαιώνει τους γενικούς στόχους του Σχεδίου για το 2030:
μείωση κατά 15% της συχνότητας εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου ανά ηλικία,
θεραπεία τουλάχιστον του 90% των ασθενών με οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο σε ειδικές μονάδες εγκεφαλικού επεισοδίου,
εθνικά σχέδια για το εγκεφαλικό επεισόδιο που καλύπτουν ολόκληρη την αλυσίδα φροντίδας και
πλήρη εφαρμογή εθνικών στρατηγικών που προωθούν έναν υγιεινό τρόπο ζωής και μειώνουν τους περιβαλλοντικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες κινδύνου.
Οκτώ ομάδες εργασίας —που καλύπτουν την πρωτογενή πρόληψη, την οργάνωση υπηρεσιών για οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο, τη διαχείριση του οξέος εγκεφαλικού επεισοδίου, τη δευτερογενή πρόληψη, την αποκατάσταση, τη ζωή μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και τη βελτίωση της ποιότητας, καθώς και τη μεταφραστική έρευνα— έχουν αξιολογήσει τα νέα επιστημονικά δεδομένα και την κατάσταση των υπηρεσιών.
Η πραγματικότητα
Η αναθεώρηση της κατάστασης των υπηρεσιών, υποστηρίχθηκε και από δεδομένα από το σύστημα παρακολούθησης υπηρεσιών εγκεφαλικού επεισοδίου, που συστάθηκε για την παρακολούθηση της απόδοσης των χωρών.
Τα δεδομένα αποκαλύπτουν επίμονες ανισότητες σε ολόκληρη την Ευρώπη μεταξύ των χωρών και εντός των χωρών, ανά περιφέρεια.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 2022, ο δείκτης πρόσβασης σε ειδική μονάδα αντιμετώπισης εγκεφαλικών εντός 24 ωρών από την εισαγωγή στο νοσοκομείο του 90% των ασθενών τουλάχιστον, επιτεύχθηκε μόνο σε επτά χώρες.
Επίσης και η ποιότητα της οξείας θεραπείας διαφέρει σημαντικά:
Ο δείκτης απόδοσης της θεραπείας με ενδοφλέβια θρομβόλυση τουλάχιστον στο 20% των ασθενών με ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο επιτεύχθηκε μόλις σε επτά από τις 35 χώρες που υπέβαλαν έκθεση, ενώ
Σε 11 χώρες έλαβαν ενδοφλέβια θρομβόλυση μέχρι το 9% των περιστατικών.
Επιπλέον, σε 12 χώρες, μηχανική θρομβεκτομή παρασχέθηκε σε κάτω του 5% των ασθενών με ισχαιμικό εγκεφαλικό.
Θνησιμότητα
Για τα περιστατικά αιμορραγικού εγκεφαλικού, η θνησιμότητα 30 ημερών κυμαινόταν από 27% έως 51%.
Ως απάντηση προς την αυξημένη θνησιμότητα μετά από αιμορραγικό εγκεφαλικό, που πιθανόν να μην έχει παρασχεθεί η καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση την ώρα του οξέος περιστατικού, το Σχέδιο SAP-E περιλαμβάνει έναν νέο δείκτη απόδοσης για την παρακολούθηση της θνησιμότητας 30 ημερών.
Με στόχο τη μείωση της θνησιμότητας, οι νέοι στόχοι ορίζονται ως μείωση κατά 10% των περιπτώσεων ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, μείωση 30% των περιπτώσεων αιμορραγικού εγκεφαλικού, μείωση 25% των περιπτώσεων υπαραχνοειδούς αιμορραγίας και μείωση 15% για το σύνολο των εγκεφαλικών επεισοδίων μαζί.
Πρόληψη
Η πρωτογενής πρόληψη παραμένει σημαντική, μέσω του ελέγχου της υπέρτασης και των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου.
Στη δευτερογενή πρόληψη, όλες οι κύριες φαρμακολογικές παρεμβάσεις και η αλλαγή τρόπου ζωής, αποτελούν πλέον βέλτιστες λύσεις για την αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών ασθενειών.
Η έγκαιρη αποκατάσταση μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο βελτιώνει τα αποτελέσματα, αλλά συχνά δεν είναι δυνατή και η συνέχιση της θεραπευτικής αγωγής και η παρακολούθηση μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο δεν είναι σταθερή και συνεχής. Ταυτόχρονα, η αποκατάσταση εξακολουθεί να μην χρηματοδοτείται επαρκώς και παραμένει κατακερματισμένη.
Η πρόοδος που έχει συντελεστεί από την καθιέρωση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Δράσης το 2018, οδήγησε στη δημιουργία εθνικών σχεδίων δράσης για την περίθαλψη των εγκεφαλικών σε 17 χώρες το 2022, έναντι 11 το 2021 σε σύνολο 42 χωρών.
Η πρόσφατη αναθεώρηση του SAP-E υποστηρίζει τη συστηματική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων θεραπείας του εγκεφαλικού επεισοδίου και της ποιότητας της περίθαλψης, συνδυάζοντας την λογοδοσία των κυβερνήσεων, για να διασφαλιστεί η πρόοδος προς τους φιλόδοξους αλλά και τεκμηριωμένων στόχων ως το 2030. Η επίτευξη των στόχων του SAP-E σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα εντός των επόμενων τεσσάρων ετών απαιτεί κατάλληλη χρηματοδότηση και πόρους.