«Αδράνησαν για τις υποκλοπές, η συγκάλυψη έγινε συνώνυμο του σκανδάλου», κατήγγειλε ο Ζαχαρίας Κεσσές
Ποταμός ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρίας Κεσσές, στην αγόρευσή του στη δίκη για τις υποκλοπές. Ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία των κατηγορουμένων ώστε να γίνει «η αρχή της επαναφοράς του αυτονοήτου, της λειτουργίας του κράτους δικαίου απέναντι ακόμη και στους πιο διαπλεκόμενους και ισχυρούς»
«Προσκλητήριο υπευθυνότητας» προς σειρά θεσμικών παραγόντων που «αδράνησαν» μπροστά στη διερεύνηση των παράνομων παρακολουθήσεων απηύθυνε, κατά την αγόρευσή του στην 35η δικάσιμο της δίκης για τις υποκλοπές, ο συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, Ζαχαρίας Κεσσές.
Ο κ. Κεσσές ξεκίνησε την αγόρευσή του χαρακτηρίζοντας τη δίκη για τις υποκλοπές ως τη σημαντικότερη των τελευταίων ετών και, σίγουρα, τη σημαντικότερη όσον αφορά το κράτος δικαίου. Ακολούθως, έκανε λόγο για «θεσμική υποχώρηση» που πλήττει το κράτος δικαίου σε όλες τις πτυχές του.
«Βιώνουμε ένα συλλογικό τραύμα που πλήττει το κράτος δικαίου στις έξι παραμέτρους του. Τη νομιμότητα ως προς τη διαφάνεια στη θέσπιση νόμων, που βάλλεται από εκπρόθεσμες τροπολογίες, όπως η διάταξη που ψηφίστηκε για να μην αποκαλυφθεί η παρακολούθηση Κουκάκη. Την αποτελεσματική δικαστική προστασία από ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια, με αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, που βάλλεται από τη συντονισμένη προσπάθεια να μην αποδοθούν ευθύνες σε κυβερνητικά στελέχη και να προστατευθούν οι δράστες από κακουργηματικές διώξεις», τόνισε αρχικώς.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη διάκριση των εξουσιών, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, «πλήττεται όταν η δικαστική εξουσία σε ανώτατο επίπεδο υπηρετεί τα κυβερνητικά πλάνα αυτοπροστασίας».
Ο κ. Κεσσές έκανε ακόμη λόγο για την καταβαράθρωση της ισότητας απέναντι στον νόμο, «όταν παρέχεται προκλητική ασυλία στους θύτες έναντι των θυμάτων», προσθέτοντας παράλληλα «την απαγόρευση της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικής εξουσίας, που παραβιάζεται όταν προκύπτουν πράξεις κατάχρησης εξουσίας από πρόσωπα με δημόσια αξιώματα. Την ασφάλεια δικαίου, που υποβαθμίζεται μαζί με το σύνολο της δικαιοσύνης, όταν παγιώνεται η ανοχή στην ανομία».
«Αυτοί αδράνησαν για το σκάνδαλο των υποκλοπών»
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στους θεσμικούς παράγοντες που, κατά τον ίδιο, «αδράνησαν» στη διερεύνηση των υποκλοπών μετά τη δημοσιοποίηση του σκανδάλου.
Ισίδωρος Ντογιάκος, πρώην εισαγγελέας Αρείου Πάγου
Αναφέρθηκε αρχικώς στον πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρο Ντογιάκο. «Έλαμψε δια της απουσίας του εκτός από τρεις στιγμές», επισήμανε.
«Πρώτη, όταν κάλεσε τον Κουκάκη στις 16 Αυγούστου του 2022 από τις διακοπές του για να διερευνήσει όχι το σκάνδαλο αλλά από που προέρχονται οι διαρροές στον τύπο. Δεύτερη, όταν η προκαταρκτική εξέταση κατά των μελών της ΑΔΑΕ Παπανικολάου και Γκρίτζαλη για δήθεν διαρροή πληροφοριών δυο ημέρες πριν εγκαταλείψει τη θέση του και τρίτη, με την περίφημη γνωμοδότηση, η μοναδική επί των ημερών του με την οποία θεώρησε απαραίτητο να παρέμβει και να προειδοποιήσει για ποινικές κυρώσεις. Αρνήθηκε να αναβαθμίσει την έρευνα. Δεν είναι τυχαίο ότι το μόνο έγγραφο που εισέφερε ο Γ. Λαβράνος προς υπεράσπισή του στον Άρειο Πάγο είναι ένα άρθρο του Ντογιάκου στην εφημερίδα Καθημερινή για όλους όσοι επιτίθενται στη Δικαιοσύνη», είπε.
Γεωργία Αδειλίνη, εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Τόνισε πως η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, ήταν αυτή «που αφαίρεσε το φάκελο από τους εισαγγελείς πρωτοδικών στις 23.10.2023 μόλις ενημερώθηκε με εμπιστευτικό έγγραφο από το μέλος της ΑΔΑΕ κ. Μπακάλη ότι επρόκειτο να εκτελεστεί η εισαγγελική παραγγελία των της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών για διασταύρωση της λίστας της ΑΠΔΠΧ με τις άρσεις απορρήτου από την ΕΥΠ. Η ίδια που όταν την επισκεφθήκαμε τέλος Ιουλίου μας είπε ότι δεν έχει εικόνα της δικογραφίας και ότι θα τη διαβάσει μόλις της διαβιβαστεί αλλά μετά από λίγες μέρες αρχειοθέτησε την υπόθεση».
Αχιλλέας Ζήσης, πρώην αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Σύμφωνα με τον κ. Κεσσέ, επόμενος που αδράνησε ήταν ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αχιλλέας Ζήσης, καθώς, όπως είπε, «διενέργησε μια επιφανειακή έρευνα, έλαβε πολύ σύντομες καταθέσεις, δεν ικανοποίησε σχεδόν κανένα από τα αιτήματα της υποστήριξης κατηγορίας, δεν έκανε διασταύρωση της λίστας Μενουδάκου των 92 προσώπων με τις άρσεις απορρήτου όλων των υπηρεσιών παρά μόνο με τις άρσεις της ΕΥΠ, όρισε πραγματογνώμονες εκτός καταλόγου και δημιούργησε την κατασκευή της αναγωγής των προσώπων με κοινή παρακολούθηση με Predator και άρση απορρήτου από ΕΥΠ στο σύνολο των ετήσιων παρακολουθήσεων για να υποβαθμίσει το εύρημα».
Υπογράμμισε ότι παρότι έγιναν προσωποποιημένες μηνύσεις προς τους Γρηγόρη Δημητριάδη, Παναγιώτη Κοντολέων και Αιμίλιου Κοσμίδη, ο ίδιος δεν τους κάλεσε ως κατηγορούμενους αλλά ως μάρτυρες.
Εθνική Αρχή Διαφάνειας
Αδράνησε, όπως είπε ο κ. Κεσσές και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ), εκδίδοντας πόρισμα στις 10 Ιουλίου 2022 «με το οποίο πιστοποίησε ότι η ΕΥΠ/ΕΛΑΣ δεν υπέγραψε σύμβαση προμήθειας με τις εταιρίες Intellexa AΕ και Krikel για το λογισμικό Predator. Είναι το πόρισμα που κουνήθηκε περισσότερο στον αέρα για να επικριθούν όσοι ισχυρίζονταν ότι υπήρχε ενιαίο κέντρο παρακολουθήσεων ΕΥΠ – Predator, ενώ αποτέλεσε και βασικό πυλώνα για την αρχειοθέτηση Ζήση – Αδειλίνη», τόνισε.
Αναφέρθηκε στην κατάθεση στο δικαστήριο της επικεφαλής της ΕΑΔ, Αλεξάνδρας Ρογκάκου, λέγοντας πως «χρειάστηκαν λίγα λεπτά στο ακροατήριο για να αποδειχτεί το ερασιτεχνικό επίπεδο της έρευνας, που μπήκε κάτω από σφραγίδες και πηχυαίους τίτλους περί εμπειρογνωμόνων και επιθεωρητών».
Αναλύοντας σειρά γεγονότων, επισήμανε στο τέλος ότι «η μόνη αλήθεια που είπαν ήταν αυτό που απάντησε η Ρογκάκου στο δικαστήριο ότι θα μπορούσε να υποκρύπτεται πληρωμή για λογισμικό σε κάποια άλλη σύμβαση».
Βουλή και εξεταστική παρωδία με τις «στημένες» ερωτήσεις
Κατέδειξε ευθύνες και στη Βουλή με την εξεταστική επιτροπή για τις υποκλοπές, όπου τη χαρακτήρισε παρωδία. Έδωσε έμφαση, ακόμη, στις «στημένες» ερωτήσεις που δόθηκαν στον αχυράνθρωπο, κατά τον ίδιο, του Γιάννη Λαβράνου στην Krikel, Σταμάτη Τρίμπαλη. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αποκαλύψει το in, τις, κατά τον Τρίμπαλη, «στημένες» ερωτήσεις στην εξεταστική από πλευράς ΝΔ έχουν απευθύνει οι βουλευτές Δημήτρης Μαρκόπουλος, Άννα Μάνη Παπαδημητρίου και Λάζαρος Τσαβδαρίδης.
«Η απόδειξη της απόλυτης σήψης είναι το γεγονός ότι ο Τρίμπαλης προσκόμισε τις ερωτήσεις που θα γίνονταν από τους βουλευτές της ΝΔ, τις οποίες τους τις είχαν στείλει πριν από την 22.9.2022 οπότε και εμφανίστηκε στην εξεταστική επιτροπή. Μια εξεταστική επιτροπή η οποία είχε αποφασίσει οι συνεδριάσεις να είναι μυστικές. Μάλιστα η ίδια επιτροπή απέρριψε το αίτημα των λοιπών κομμάτων και δεν δέχτηκε να εμφανιστούν οι Λαβράνος, Μπίτζιος και Χάμου για να καταθέσουν. Δεν τήρησαν ούτε τα προσχήματα απορρίπτοντας μέχρι και την κατάθεση μέσω τηλεδιάσκεψης. Προστάτευσαν με κάθε τρόπο τους σήμερα κατηγορούμενους. Προστάτευαν τους θύτες τους», είπε.
ΕΛ.ΑΣ. και Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος
Μίλησε για τις «κατ’ οίκον έρευνες με προειδοποίηση και χωρίς καμία στεγανότητα» της ΕΛ.ΑΣ., όπως καταδείχθηκαν από τη μαρτυρία του κ. Τρίμπαλη στη δίκη για τις υποκλοπές, όπως αντίστοιχα και για τις έρευνες της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.
«Η Αστυνομία που έκανε τις επιτόπιες και κατ’ οίκον έρευνες με προειδοποίηση και χωρίς καμία στεγανότητα. Η μαρτυρία Τρίμπαλη και η κατάθεση των μηνυμάτων αποδεικνύουν ότι όχι μόνο είχαν ενημερωθεί για την επικείμενη έρευνα στις 13.12.2022 αλλά ήξεραν και το εύρος της και ότι δεν θα επεκτεινόταν και στα προσωπικά τους γραφεία», τόνισε.
Πρόσθεσε ακολούθως πως «η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος όπου δια στόματος του επικεφαλής κ. Παπακώστα πήγαν στις εταιρείες, αφού είχαν αφαιρεθεί όλα τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός. Δεν έκαναν καμία ουσιαστική έρευνα ούτε αυτεπαγγέλτως ούτε έδειξαν ενδιαφέρον να ασχοληθούν με την υπόθεση. Την απέφυγαν σαν να ήταν μια τυπική υπόθεση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις και πολύ μικρότερα αδικήματα παρεμβαίνουν και εκδίδουν και δελτία τύπου».
ΕΥΠ και Βλάχου
Ειδική μνεία έκανε στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και την τότε εισαγγελέα της ΕΥΠ, Βασιλική Βλάχου.
«Η ΕΥΠ δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τη διερεύνηση της υπόθεσης, όταν μάλιστα στοχεύθηκαν τουλάχιστον τρία στελέχη της. Αντιθέτως συνέχισε τη συνεργασία με Krikel και κατηγορούμενους, καθώς όχημα της βρέθηκε το καλοκαίρι του 2022 στις απόρρητες εγκαταστάσεις στο ΚΕΤΥΑΚ, την ίδια περίοδο που το σκάνδαλο ήταν γνωστό», τόνισε και πρόσθεσε πως «η εισαγγελέας της ΕΥΠ, η οποία μολονότι έλαβε μήνυμα παγίδευσης δεν ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση. Αναρωτιέμαι αυτά είναι τα αντανακλαστικά που πρέπει να έχει ένας εισαγγελικός λειτουργός για θέματα μάλιστα στα οποία έχει και θεσμική αρμοδιότητα;».
ΑΔΑΕ
Υποστήριξε ότι στην υπόθεση των υποκλοπών η ΑΔΑΕ δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να ασκήσει τα καθήκοντά της.
Επισήμανε ότι ο επικεφαλής της, Χρήστος Ράμμος, δέχτηκε λεκτικές επιθέσεις από κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η αδρανοποίηση της ΑΔΑΕ διευκολύνθηκε εκ των έσω όπου τα μέλη Μπακάλης, Σακκάς, Βέργαδος και ο νομικός σύμβουλος της ΑΔΑΕ προέβησαν σε ενέργειες, που διευκόλυναν τη μη εκτέλεση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ επικαλούμενοι έλλειψη αρμοδιότητας, μη παραβίαση των προσωπικών δεδομένων από τη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού και οτιδήποτε άλλο ευφάνταστο για να μην κάνουν τη δουλειά τους».
Παράλληλα, τόνισε πως ο έλεγχος της ΑΔΑΕ σε ΚΕΤΥΑΚ και ΕΥΠ ήταν μετά από ραντεβού και χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Τα υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης
Ακόμη, επέρριψε ευθύνες στα υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, λέγοντας πως δεν επέδειξαν κανένα αντανακλαστικό. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αδιαφόρησε πλήρως για την παγίδευση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, συνεργατών του και του αρχηγού της ΕΛΑΣ.
Όσον αφορά το υπουργείο Δικαιοσύνης υπογράμμισε πως «κατά τη διερεύνηση της υπόθεση από την επιτροπή PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διάλεξε η χώρα μας να εκπροσωπηθεί στις 8.9.2022 από τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης Πάνο Αλεξανδρή, συνέταιρο σε αναστολή στη δικηγορική εταιρία που εκπροσωπεί Μπίτζιο και παρείχε υπηρεσίες στην Krikel».
Εισαγγελία
Στο τέλος, αναφέρθηκε στην εισαγγελία που δεν μετέφρασε το κατηγορητήριο, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της δίκης για τις υποκλοπές, ενώ είχε προειδοποιηθεί για το γεγονός από τους συνηγόρους υποστήριξης της κατηγορίας.
«Η εισαγγελία που δεν μετέφρασε το κατηγορητήριο, ενώ εμείς τους είχαμε προειδοποιήσει για την ανωτέρω δικονομική αβλεψία αλλά και για το γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκαν στο κλητήριο θέσπισμα πολύ κρίσιμοι μάρτυρες και κυρίως τα θύματα αλλά και πληθώρα αναγνωστέων εγγράφων», τόνισε.
«Συνώνυμη με το σκάνδαλο των υποκλοπών η λέξη συγκάλυψη»
Έκανε λόγο ακολούθως για δραματική κάθοδο στη θεσμική ανυποληψία «με τους κατηγορούμενους και τους άθικτους συνεργούς τους να παρατηρούν γελώντας ειρωνευόμενοι το δικαστικό σύστημα», τονίζοντας πως η λέξη που έχει καταστεί συνώνυμη με την υπόθεση των υποκλοπών είναι η συγκάλυψη.
«Δεν έχω συνομιλήσει με πολίτη, συνάδελφο ή δικαστικό λειτουργό που να μην έχει την ίδια εκτίμηση, ότι δηλαδή δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Και είναι τρομακτικό το γεγονός ότι η χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού με θύματα πολιτικό προσωπικό και δημοσιογράφους χαρακτηρίστηκε σκάνδαλο για δυο λόγους. Πρώτον γιατί επιτράπηκε η χρήση ενός τόσο επικίνδυνου εργαλείου στην Ελλάδα αλλά κυρίως για αυτό που ακολούθησε, τον πλήρη συντονισμό κατηγορουμένων, κράτους και θεσμών για την αποσιώπηση της αλήθειας», τόνισε.
«Οι κατηγορούμενοι ανέπτυξαν το σύνδρομο του Θεού»
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε για τους κατηγορούμενους ότι, λόγω της «ατιμωρησίας», όπως είπε, «ανέπτυξαν το σύνδρομο του Θεού».
Όπως τόνισε ο κ. Κεσσές, «αισθάνθηκαν τόσο άτρωτοι που συνέχισαν τις δραστηριότητές τους και δεν τηρούσαν ούτε τα προσχήματα, κάνοντας κουμπαριές μεταξύ τους την ίδια περίοδο που ήταν ελεγχόμενοι».
Έδωσε έμφαση στη σύναψη σχέσεων «κουμπαριάς» μεταξύ προσώπων που τα ονόματά τους ενεπλάκησαν στην υπόθεση των υποκλοπών.
«Οι κουμπαριές μεταξύ Δημητριάδη–Λαβράνου και Λαβράνου–Μπίτζιου έγιναν μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης το 2022. Έδωσαν με κάθε δυνατό τρόπο το μήνυμα προς πάντες ότι δεν θα υπάρχει καμία επίπτωση και ότι έχει εξασφαλιστεί ασυλία και ακαταδίωκτο. Σε τέτοιο βαθμό, που η Intellexa συνέχισε να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με rebranding και παγκόσμια παρουσία και εξαγωγές σε όλο τον κόσμο».
«Οι κατηγορούμενοι ενεργούν σαν να έχουν λάβει διαβεβαιώσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο»
Σε άλλο σημείο της αγόρευσής του, τόνισε πως «οι κατηγορούμενοι ενεργούν σαν να έχουν λάβει διαβεβαιώσεις σε πολύ υψηλό επίπεδο ότι δεν θα τιμωρηθούν ποτέ. Προφανώς, η απραξία, η επιλεκτική αμνησία και η προβληματική μνήμη τους έδωσαν τη δυνατότητα να επιδεικνύουν χαρακτηριστική αδιαφορία για το παρόν δικαστήριο».
Επισήμανε ακόμη ότι «δεν τους ενδιαφέρει να εμφανιστούν, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, να βοηθήσουν στην ανάδειξη της αλήθειας. Η συμπεριφορά τους είναι ενδεικτική της αποδοχής της ενοχής τους».
Όπως πρόσθεσε, «το μόνο που τους νοιάζει είναι να μην εκτεθούν στην πίεση του δικαστηρίου, να μην εκθέσουν την άνωθεν κάλυψή τους και να μη δώσουν τροφή για διεύρυνση του κατηγορητηρίου ή ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο για τα κακουργήματα».
Παράλληλα, μίλησε για εικόνα απόλυτης σήψης, όταν δεκάδες υπουργοί, θεσμικοί παράγοντες και δημοσιογράφοι που ενώ παρακολουθούνταν από το Predator δεν προσέφυγαν στη δικαιοσύνη.
«Οι εν λόγω υπουργοί όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην ανάδειξη της αλήθειας αλλά βοήθησαν τους κατηγορούμενους να απαλλαγούν για τις εναντίον τους εγκληματικές δράσεις, τους έδωσαν συγχωροχάρτι. Και όχι μόνο αυτό αλλά κρύφθηκαν και προσπάθησαν να αποπροσανατολίσουν. Παραπέμπω στον κ. Βορίδη που είπε ότι δεν έκανε μήνυση γιατί δεν ήθελε να περιπλέξει την υπόθεση και ότι δεν είναι απαραίτητο γιατί γίνεται αυτεπάγγελτη έρευνα», υπογράμμισε.
«Ψευδείς καταθέσεις από Κυριακίδη, Ντάλλα, Τσουβάλα, Κοσμίδη, Κούτσιο»
«Θεωρούμε ότι το δικαστήριο πρέπει να πάει ένα βήμα παραπέρα», είπε και πρόσθεσε ότι οι καταθέσεις του πρώην λογιστή της Intellexa, Ηλία Κυριακίδη, του στενού συνεργάτη του Γιάννη Λαβράνου, Σωτήρη Ντάλλα, του πρώην αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντίνου Τσουβάλα, του αποκαλούμενου «κρεοπώλη», Αιμίλιου Κοσμίδη, και του πρώην υπαλλήλου της Intellexa, Παναγιώτη Κούτσιου, ήταν ψευδείς, υπηρετώντας κατά περίπτωση έναν «κώδικα σιωπής».
Σε αυτό το πλαίσιο ζήτησε τη διαβίβαση των καταθέσεών τους προς περαιτέρω ενέργειες από τις εισαγγελικές αρχές.
«Προέκυψε το αδίκημα της κατασκοπείας»
Ανέφερε ότι το δικαστήριο να προχωρήσει σε τρεις κινήσεις, με δεδομένο όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τα οποία, όπως είπε, έχουν ουσιαστική και αποκαλυπτική διάσταση.
Ζήτησε ειδικότερα, «παραδειγματικά αυστηρή καταδίκη, διαβίβαση πρακτικών για άσκηση δίωξης κατά μαρτύρων για ψευδορκία, παρεμπόδιση δικαιοσύνης και παραβίαση του νόμου 5002/2022 και διαβίβαση γιατί προέκυψαν αξιόποινες πράξεις σχετικά με τα αδικήματα της κατασκοπείας, της παραβίασης των μυστικών της Πολιτείας και επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης προσωπικών δεδομένων με κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια και την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος».
Όσον αφορά το αδίκημα της κατασκοπείας, επισήμανε πως «το να θεωρείς ότι δεν υπάρχει καν απόπειρα κατασκοπείας ή παραβίασης μυστικών την πολιτείας όταν παγιδεύονται τα κινητά τηλέφωνα των υπουργών, του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και δικαστικών λειτουργών είναι εφάμιλλο του να αμφισβητείς τις αδιατάρακτες σταθερές. Προσβάλλει τη νοημοσύνη».
Επικαλούμενος τις καταθέσεις στο δικαστήριο των μαρτύρων Ανδρουλάκη, Διακόπουλου, Μηνιάτη, Σπίρτζη, Ρούσου και Σακαλή, υποστήριξε πως αποκάλυψαν και απέδειξαν ότι όντως δημιουργήθηκε κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια από τη διαρροή ή κίνδυνο διαρροής -αν όχι κρατικών απορρήτων- σίγουρα προσωπικών δεδομένων σχετιζόμενα με την εθνική ασφάλεια.
Ακόμη, αναφέρθηκε στο «κοινό κέντρο ΕΥΠ – Predator και τους κοινούς στόχους που είχαν. «Έχει διαπιστωθεί ότι τουλάχιστον το 1/3 των παγιδευμένων με το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator είχαν παράλληλα και άρση του τηλεφωνικού τους απορρήτου από την ΕΥΠ. Χωρίς μάλιστα να έχουν ελεγχθεί οι άρσεις μέσω ΔΑΕΕΒ και χωρίς να έχουν ελεγχθεί μηνύματα για το 2020», είπε.
«Ας γίνει η αρχή της λειτουργίας του κράτους δικαίου απέναντι ακόμη και στους πιο διαπλεκόμενους»
Καταληκτικά στην αγόρευσή του ο κ. Κεσσές ζήτησε από το δικαστήριο να είναι η αρχή «της επαναφοράς του αυτονοήτου, της λειτουργίας του Κράτους Δικαίου απέναντι ακόμη και στους πιο διαπλεκόμενους και ισχυρούς».
Όπως είπε, απευθυνόμενος στην έδρα, «το οφείλουμε στην κοινωνία, το οφείλουμε στους επόμενους μετά από εμάς, το οφείλετε στα θύματα που δεν έπαψαν να διεκδικούν το δίκιο κόντρα σε όλους. Το οφείλεται και στους συνάδελφους σας και σε όλους τους συλλειτουργούς της δικαιοσύνης που έχουν λοιδορηθεί χωρίς να φταίνε από αυτή την υπόθεση».
Η δίκη θα συνεχιστεί την Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, στις 10:30, με τον συνήγορο υποστήριξης της κατηγορίας Χρήστο Κακλαμάνη και τους συνηγόρους των κατηγορουμένων.