«Οι πτυχιακές εξετάσεις γινόντανε στα γραφεία της Νομικής Σχολής, στο κεντρικό οίκημα του Πανεπιστημίου. Κάθε καθηγητής είτανε χωμένος σ’ ένα καμαράκι, σαν κάβουρας έτοιμος για τη μάχη μες σε μια μικρή κοιλότητα του βράχου της επιστήμης. Περνούσαν κάθε μέρα καμμιά δεκαριά υποψήφιοι, που εξεταζόντανε σ’ όλα τα μαθήματα των τεσσάρων ετών από το πρωί ως το βράδι. Κατόπι συνεδρίαζε η Σχολή κ’ έβγαζε το ίδιο βράδι τα αποτελέσματα, που τα διακήρυττε ένας κλητήρας στην αυλή του Πανεπιστημίου.
Ο κάθε καθηγητής είχε τις ξεχωριστές λόξες του, τα τικ του, τα καπρίτσια του, κι’ όλοι μαζί αποτελούσαν ένα γραφικό σύνολο, που σου άφηνε μια ανάμνηση πολύ νόστιμη και ευχάριστη σαν τελείωνε το βάσανο.
Το εσώφυλλο του πρώτου Μητρώου των Φοιτητών τού εν Αθήναις Βασιλικού Πανεπιστημίου Όθωνος (πηγή: Μουσείο Ιστορίας ΕΚΠΑ)
Συνήθως δέσποζε, σ’ αυτήν την τελετή, ο πολύς Ανδρεάδης (σ.σ. ο κερκυραίος Ανδρέας Ανδρεάδης, 1876-1935, εξέχων οικονομολόγος, διεθνούς ακτινοβολίας πανεπιστημιακός καθηγητής και ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών), καθηγητής της δημόσιας οικονομίας, με την πελώρια αποικιακή του κάσκα και τα εξ ίσου πελώρια και ποικιλόχρωμα μαντίλια του. Είταν επιβλητικός στην κορμοστασιά και ανησυχητικός στη φυσιογνωμία, με κάποιον αέρα πνευματικής ανωτερότητας και κοσμικού σαρκασμού, που έκανε να παραλύουν εμπρός του οι άβγαλτες φοιτήτριες. Είταν άλλωστε διάσημος σ’ όλα τα Πανεπιστήμια και τα κομψά εστιατόρια της Ευρώπης και κοίταζε την Αθήνα σαν άνθρωπος συνηθισμένος να ζει σε καλύτερο περιβάλλον. Ταξίδευε κάθε χρόνο στις πέντε ήπειρες, έκανε παρέα με τους πιο επιφανείς ανθρώπους της οικουμένης, έγραφε βιβλία με το καντάρι, σε δεν ξέρω πόσες γλώσσες, και, στις ώρες της σχολής του, έκανε θεατρική κριτική, όντας άλλωστε ο καλύτερος θεατρικός κριτικός της Αθήνας. Εύρισκε ωστόσο τον καιρό να μπαινοβγαίνει συνεχώς και στο Πανεπιστήμιο, να διδάσκει οικονομικά διανθισμένα με τα πιο αφάνταστα ανέκδοτα και με παραπομπές στο Ρενάν και τον Ανατόλ Φρανς, να βροντά τις πόρτες και να κάνει τρομερούς καβγάδες με τους φοιτητές και τους κλητήρες, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει ποτέ ποιος είταν ο λόγος της οργής του. Του περνούσε όμως αμέσως, γιατί κατά βάθος είταν άνθρωπος με καλά και ευγενικά συναισθήματα κ’ είχε εξ άλλου τόσα πράματα να συλλογιστεί που δεν του έμενε καιρός να θυμώνει με τα σωστά του. Στις εξετάσεις δεν είτανε πολύ αυστηρός, αλλά σε παραζάλιζε δίχως λόγο. Στα καλά καθούμενα παρτούσε όλα τα σοβαρά θέματα και σου έκοβε κάθε έμπνευση με μια ερώτηση εξωφρενική, απίθανη, ανεκδιήγητη, σαν και τούτη:
Ο Ανδρέας Ανδρεάδης
— Και τώρα, αγαπητέ κύριε, δεν μου λέτε, σας παρακαλώ, ποίαν προσωπικήν σχέσιν είχεν ο Ρουβιέ με το ελληνικόν έθνος; Το είπα εις την παράδοσίν μου, ελπίζω ότι το ενθυμείσθε.
— Δεν ενθυμούμαι, κύριε καθηγητά.
— Φυσικά δεν ενθυμείσθε. Ποιος προσέχει την παράδοσιν; Ο νους σας είναι εις την πολιτικήν, εις τα κινήματα, εις την λογοτεχνίαν, εις το καθετί εκτός από την παράδοσιν».
Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ (β’ τόμος, Αθήνα, 1936)
Ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς, μια από τις πλέον γνωστές και δημιουργικές προσωπικότητες της Γενιάς του ’30, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905 (αναφέρεται ως έτος γεννήσεώς του και το 1906) και απεβίωσε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1966.
Ο Θεοτοκάς, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Χίου, σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα από το 1931.
Ο Γιώργος Θεοτοκάς ως φοιτητής της Νομικής Σχολής το 1922 (πηγή: Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ)
Προικισμένος με αναμφισβήτητο λογοτεχνικό ταλέντο, άρχισε να γράφει από πολύ νέος, με το πρώτο του βιβλίο, το δοκίμιο Ελεύθερο Πνεύμα, να δημοσιεύεται το 1929. Το μυθιστόρημα Αργώ, με το οποίο έμελλε να καθιερωθεί ως ένας από τους πλέον άξιους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου, κυκλοφόρησε (στην οριστική, μονότομη έκδοσή του) το 1936.
Ο Γιώργος Θεοτοκάς
Συγκροτημένος πνευματικός άνθρωπος και άξιος τεχνίτης του λόγου, ο Θεοτοκάς τιμήθηκε για το πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο του (πεζογράφος, κριτικός, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας) από την Ακαδημία Αθηνών και την ελληνική πολιτεία.
Με το ανωτέρω απόσπασμα (όπως άλλωστε και με το προ ολίγου δημοσιευθέν άρθρο μας για τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο) τιμάται η εκατοστή ογδοηκοστή ένατη επέτειος από την ίδρυση του ΕΚΠΑ, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αποτέλεσε το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα όχι μόνο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αλλά και ολόκληρης της Βαλκανικής και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ιδέα της ίδρυσης πανεπιστημίου στη χώρα μας, που είχε ήδη γεννηθεί κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, πήρε σάρκα και οστά στις 14 (26) Απριλίου 1837 με την έκδοση του οθωνικού διατάγματος «Περί προσωρινού κανονισμού τού εν Αθήναις συστηθησομένου πανεπιστημίου».
Το εν λόγω διάταγμα, υπογεγραμμένο από τον Α. Πολυζωίδη, τον επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματέα της Επικρατείας, ρύθμιζε τα περί συστάσεως και λειτουργίας του πανεπιστημίου ζητήματα (διδασκαλίας, καθηγητών και διδασκάλων, φοιτητών, διοικήσεως).
Τρίγλωσσο πρόγραμμα της ενάρξεως λειτουργίας του Πανεπιστημίου των Αθηνών (πηγή: ΓΑΚ/Φάκελος Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Το Πανεπιστήμιο των Αθηνών, που θα περιελάμβανε όλους τους κλάδους της ανωτάτης επιστημονικής εκπαιδεύσεως, θα έφερε την επωνυμία «Πανεπιστήμιον του Όθωνος» προς μνήμην του συστήσαντος αυτό.
Ωρολόγιο πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου των Αθηνών για το χειμερινό εξάμηνο του πρώτου έτους λειτουργίας του (πηγή: Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ)
Η έναρξη της λειτουργίας του (με τέσσερις αρχικά σχολές: Θεολογική, Νομική/Δικαστική, Ιατρική και Φιλοσοφική) προσδιορίστηκε για την 3η (15η) Μαΐου 1837, ημέρα Δευτέρα.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, η οικία των Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερτ στην Πλάκα, πρώτος χώρος στέγασης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών (σχέδιο του Α. Προσαλέντη, Μουσείο Ιστορίας ΕΚΠΑ).