Το ανέκδοτο είναι θεατρικό, από τη δεκαετία του 1980. Στάρλετ της επιθεώρησης επισκέφθηκε, εν όψει της θερινής σεζόν, μεγαλοπαραγωγό για… καλλιτεχνική ενημέρωση. «Κύριε Ταδέλη» τον ρώτησε ακιζόμενη και με αργόσυρτη φωνή «τι γίνεται το καλοκαίρι;». Κι εκείνος, γνωστός για το ισοπεδωτικό του χιούμορ, της απάντησε: «Τα καρπούζια».

Το θυμήθηκα με αφορμή την ερώτηση που, τις τελευταίες μέρες, γίνεται συνεχώς και ακαταπαύστως σε γιατρούς και πολιτικούς, το ερώτημα που πλανάται στον αέρα και τρέφεται από τις μυρωδιές της άνοιξης. «Τι θα κάνουμε το Πάσχα;». Ε, τι να κάνουμε το Πάσχα; Αβγά θα βάψουμε, τσουρέκια θα ζυμώσουμε μια και το ζύμωμα είναι trend της εποχής, μαγειρίτσα θα κάνουμε, αρνάκι στη σούβλα ή στον φούρνο γεμιστό με μυρωδικά όπως είναι η παραδοσιακή συνταγή στις Κυκλάδες, μια ωραία τυρόπιτα με ανθότυρο που είναι στην εποχή του και, για γλυκό, μια Πάβλοβα με φράουλες που επίσης είναι στην εποχή τους. Αντε και στα ντουζένια μας να ακούσουμε Γαϊτάνο και στα παραντουζένια μας να φτάσουμε μέχρι Φιλιώ Πυργάκη.

«Το φετινό Πάσχα δεν θα είναι σαν το περσινό αλλά ούτε και σαν το προπέρσινο» μας λέει σιβυλλικά η κυρία Παγώνη. Ο κύριος Εξαδάχτυλος, πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, μας συμβουλεύει, αν τελικά πάμε στο χωριό, να ασχοληθούμε μεν με οικιακές εργασίες αλλά μακριά κι αλάργα από την πλατεία. Και ο κύριος Σκέρτσος προσπαθεί να κρατήσει τα μπόσικα (και να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του – τι να κάνει κι ο άνθρωπος; – διότι με τον χθεσινό αριθμό κρουσμάτων οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις είναι στα όρια της ουτοπίας). Με δυο λόγια, η Βασδέκη τραγουδά και ο Γκίκας χοροπηδά όπως έγραφε και το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού.

Θεωρώ ότι τρία από τα κυρίαρχα υπαρξιακά φετίχ στη σύγχρονη Ελλάδα είναι το καρναβάλι για τους Πατρινούς, η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς για τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και το Πάσχα στο χωριό για τους υπόλοιπους. Και εφέτος που το δεύτερο και το τρίτο συμπίπτουν, δύσκολα διαχειρίσιμη η κατάσταση.

«Κόκκινες» περιοχές και κόκκινα αβγά

Τα Χριστούγεννα με lockdown τα περάσαμε πιο μουλωχτά έχω την εντύπωση. Το Πάσχα όμως είναι η γιορτή της ελληνικής υπαίθρου, το πρώτο προανάκρουσμα του ελληνικού καλοκαιριού. Είναι η γιορτή της μετακίνησης και των διοδίων με το αυτοκίνητο τίγκα μέχρι σημείου «ορατότης μηδέν», των σοκολατένιων αβγών που μέχρι να φτάσουμε στο εξοχικό έχουν λειώσει και κατασταλάξει σε μια σκουρωπή μάζα, της σπασμένης λαμπάδας και το ορατόριο του παιδιού που κλαίει. Είναι η ελεγεία του τσακωμού των συμπέθερων και των μπατζανάκηδων πάνω από τη σούβλα για το αν ψήθηκε καλά το αρνί (έχουν κλείσει σπίτια λέμε για το πόσο τραγανή πρέπει να είναι η πετσούλα), της στομαχαρίας από το γαστρονομικό φεστιβάλ χοληστερίνης. Και η κατάνυξη της Μεγάλης Παρασκευής με τα κινητά ψηλά στον αέρα (αντί φρονήματος σαν να λέμε) για να καταγραφεί η μυσταγωγία του Επιταφίου.

Γραφικά όλα αυτά αλλά και ωραία. Και, κυρίως, απαραίτητα γιατί είναι η, έστω και ξεφτισμένη, κόκκινη κλωστή που μας ενώνει. Αυτή που μας ένωσε και το περασμένο Πάσχα, ίσως το πιο συγκινητικό που έχω ζήσει, που το περάσαμε στο μπαλκόνι και ανταλλάξαμε τα «Χρόνια πολλά» με το άγνωστό μας απέναντι ζευγάρι. Αυτή η «κλωστή» – που κοροϊδεύουμε, που σατιρίζουμε όπως κι εγώ πιο πάνω – είναι πολύ γερή. Δεν σπάει ούτε με ένα ούτε με δύο ούτε με τρία Πάσχα εκτός των ειοθότων. Ας μην ανησυχούμε λοιπόν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο