Η μανία της Δύσης να φτιάχνει δράκουλες – Ανατροπή με την αιματοβαμμένη κόμισα του 16ου αιώνα
Η δυσπιστία απέναντι στη διαβόητη κόμισσα Μπάτορι είχε περισσότερο να κάνει με τα σχέδια των άλλων ευγενών για την περιουσία της παρά με πραγματικούς φόβους ότι βασάνιζε κορίτσια.
Για 400 και πλέον χρόνια, η Δύση της επεφύλασσε υστεροφημία όμοια με εκείνης του Βλαντ Γ΄ Τέπες, του γνωστού «Κόμη Δράκουλα»: αδιανόητα βίαιη, αιμοδιψής και δολοφόνος 600 κοριτσιών. Νέα έρευνα όμως αποκαλύπτει πραγματικότητες που αποκαθιστούν την κόμισσα της Ουγγαρίας Ελισάβετ Μπάτορι, την επονομαζόμενη «Αιματοβαμμένη Κυρία του Καχτίτσε» και διαβόητη κατά συρροή δολοφόνο.
Οι κατηγορίες που διαμόρφωσαν τη δυτική αφήγηση για την Μπάτορι -ένας πανίσχυρος Οίκος της Κεντρικής Ευρώπης- επικεντρώνονται ότι σκότωσε εκατοντάδες κορίτσια χωρικών από τις περιοχές που έλεγχε η οικογένειά της, ώστε να στραγγίζει το αίμα τους και να λούζεται σε αυτό για να διατηρεί τη νεότητά της.
Οι έρευνες εναντίον της ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 1610, επικαλούμενες «αξιόπιστες και σοβαρές κατηγορίες» ότι είχε «δολοφονήσει με σκληρότητα άγνωστο πόσο μεγάλο αριθμό κοριτσιών και παρθένων και άλλων γυναικών».
Τον Αύγουστο, η ίδια παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με μία από τις κυρίες επί των τιμών της, της οποίας η κόρη είχε πεθάνει υπό τη φροντίδα της. Η λαίδη Έλεν κατέθεσε εναντίον των φημών ότι η Μπάτορι είχε ξυλοκοπήσει μέχρι θανάτου την κόρη της, «πλήρως και δημόσια» απαλλάσσοντας την κόμισσα. Ωστόσο, οι καταθέσεις εναντίον της από χωρικούς αυξάνονταν.
Τελικά η Μπάτορι συνελήφθη στις 29 Δεκεμβρίου 1610, αλλά δεν ομολόγησε ποτέ και περίμενε με ανυπομονησία τη δίκη της, πεπεισμένη ότι θα αποδείκνυε την αθωότητά της. Όμως διάφορες άσχετες εξελίξεις επιβράδυναν τη διαδικασία, ώσπου πέθανε τον Αύγουστο του 1614 μετά από επιδείνωση της υγείας της.
Τα πραγματικά κίνητρα πίσω από την εξόντωσή της
Ωστόσο, σύμφωνα με νέο βιβλίο της Σέλεϊ Πούχαν, “The Blood Countess”, η Μπάτορι έπεσε θύμα φιλόδοξων αριστοκρατών που εποφθαλμιούσαν την περιουσία της. Η Μπάτορι ήταν «χωρίς την προστασία κάποιου άνδρα συγγενή», κάτι που την καθιστούσε «έναν πολύ ελκυστικό στόχο», σημειώνει η συγγραφέας προσδίδοντας στοιχεία μισογυνισμού στην υπόθεση.
Η Μπάτορι μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1604 και στη συνέχεια του αδελφού της το 1605, έλεγχε τουλάχιστον 17 κάστρα και κτήματα (με πρόσβαση μέσω της οικογένειάς της σε ακόμη περισσότερα) και τεράστια έκταση γης. «Η συνολική τους έκταση επισκίαζε ολόκληρα βασίλεια», γράφει η Πούχακ.
Μπορεί οι πόροι της και η ισχύ της να την προστάτεψαν από τις άμεσες τιμωρίες που συνοδεύουν κατηγορίες για μαγεία, αλλά οι συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον της μπόρεσαν να διογκωθούν σε τέτοιο βαθμό ακριβώς επειδή δεν είχε ανδρικό προστάτη.
Ο βασικός της αντίπαλος ήταν ο Γκιόργκι Θούρζο, ένας «φιλόδοξος αριστοκράτης νέου πλούτου» που είχε κερδίσει την εύνοια των Αψβούργων και είχε γίνει παλατίνος, «ο ανώτατος Ούγγρος αξιωματούχος στο βασίλειο». Ο Θούρζο ήταν αυτός που ξκίνησε τις έρευνες επικαλούμενος «αξιόπιστες και σοβαρές κατηγορίες».
Παρά την νομική άμυνα της Μπάτορι ο Θούρζο συγκέντρωνε καταθέσεις σε εννέα επαρχίες με δεκάδες χωρικούς που είχαν προηγούμενες διαφορές μαζί της να καταθέτουν εναντίον της κατέθεσαν εναντίον της, πολλοί από τους οποίους είχαν σύγκρουση συμφερόντων.
Ο ίδιος ο Θούρζο παραβίασε νόμους και επέδειξε κακή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Λίγες εβδομάδες πριν τη σύλληψή της ο Θούρζο συναντήθηκε με δύο άλλους ευγενείς που εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της—τον γαμπρό της Γκιόργκι Ντρούγκετ και τον Ρεντ Μέγερυ—για να αποφασίσουν «πώς να μοιράσουν καλύτερα την περιουσία της».
600 παρθένες που τις βρήκε;
Η Σέλεϊ αποδομεί το επιχείρημα ότι σκότωσε η Μπάτορι 600 παρθένες επιστρατεύοντας απλή λογική. Η κατηγορία αυτή βασίζεται σε μια υπηρέτριά της ονόματι Σουζάνα. Όμως η Σουζάνα δεν κατέληξε μόνη της σε αυτόν τον αριθμό· «ο γραφέας που κατέγραφε αυτή την αφήγηση τον σημείωσε ως κάτι που ήταν γνωστό μόνο “από φήμες”», γράφει η Πούχακ. Ο αριθμός αυτός σημαίνει ότι η κόμισσα εξόντωσε 4 χωριά με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής. Ιστορικά, η εξόντωση χωριών ανήκει κυρίως στις δυνατότητες αυτοκρατορικών στρατών (ή ασθενειών όπως η ευλογιά), όχι γυναικών μέσης ηλικίας.
Επιπλέον, αν και «η σύγχυση των χρόνων του πολέμου θα μπορούσε να προσφέρει κάποια κάλυψη για τέτοια εγκλήματα», μετά την Ειρήνη της Βιέννης το 1606, οι επισκέπτες διοικητές κατέγραφαν κάθε νοικοκυριό και κάθε θάνατο στην περιοχή της Μπάτορι. «Οι δουλοπάροικοι και οι απλοί άνθρωποι, για μια φορά, είχαν κάποιο βαθμό επιλογής», γράφει η Πούχακ. «Το γεγονός ότι επέλεξαν να επιστρέψουν στα χωριά και τις πόλεις της κόμισσας υποδηλώνει έντονα ότι … δεν υπήρχαν ακόμη ευρέως διαδεδομένοι φόβοι πως ήταν δολοφόνος».
Θρησκευτικές διαμάχες
Ένας επιπλένο παράγοντας που διαγκώθηκαν οι κατηγορίες εναντίον της ήταν οι προτεσταντικές διαμάχες της εποχής (έως και το 80%-90% της Ουγγαρίας ήταν προτεσταντικό μέχρι τα μέσα του 1500.), και η Πούχακ εξηγεί πώς οι διαφορές μεταξύ καλβινιστικών και λουθηρανικών πρακτικών ενδέχεται να συνέβαλαν σε παρεξηγήσεις που δαιμονοποίησαν τη Μπάτορι.
Ένα τεκμήριο που υποτίθεται ήταν εις βάρος της είναι όταν το 1602, ο επικεφαλής πάστορας στην αυλή της Μπάτορι στο Σάρβαρ, ο λουθηρανός Στέφαν Μαγκιάρι, έγραψε σε δύο άλλους πάστορες ζητώντας συμβουλές για το πώς να αντιμετωπίσει «μια κάποια κακή γυναίκα» και αν θα έπρεπε να της επιτραπεί να λάβει τη Θεία Κοινωνία. Οι επιστολές αποκαλούν τη γυναίκα, η οποία ήταν υπηρέτρια της Μπάτορι, carnifex, που μεταφράζεται κυριολεκτικά από τα λατινικά ως «χασάπης». Θεωρείται η πρώτη αναφορά στη φερόμενη βίαιη φύση της Μπάτορι, κατονομάζοντας αυτή τη γυναίκα ως συνεργό της.
Ωστόσο, η Πούχακ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση κρέατος απαγορευόταν δια ροπάλου κατά τη Σαρακοστή, και ότι ο Μαγκιάρι κατηγορούσε τη Μπάτορι ότι «φιλοξενούσε αιρετικές, καλβινιστικές απόψεις επιτρέποντας σε μία από τις υπηρέτριές της να αγνοεί τη νηστεία της Σαρακοστής», επειδή ενώ «οι Λουθηρανοί διατήρησαν πολλές από τις καθολικές παραδόσεις σχετικά με τη νηστεία, οι πιο ριζοσπαστικοί Καλβινιστές υποστήριζαν την πλήρη απόρριψή τους».
Επίσης η λέξη carnifex μπορεί να αναφέρεται στο επάγγελμα της γυναίκας και όχι στην αμαρτίας της. Η γυναίκα ήταν μια «βοτανολόγος» που φρόντιζε ιατρικά ζητήματα στην αυλή της Μπάτορι και πιθανότατα πραγματοποιούσε θεραπείες που συνήθως αναλάμβαναν άνδρες «κουρείς-χειρουργοί». Η Πούχακ επισημαίνει ότι για πολλούς από εκείνους που χρειάζονταν επώδυνες αλλά αναγκαίες θεραπείες από τα χέρια της, ο χαρακτηρισμός «βασανίστρια» ή «χασάπης» μπορεί να φαινόταν εύστοχος.
Το «Τάμα» μια θεατρική εμπειρία που υπόσχεται να συγκινήσει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών. Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να την απολαύσει για λίγες παραστάσεις στο Σύγχρονο Θέατρο.