Γεωργία Σάνδη: Ντυνόταν σαν άνδρας, αποκάλεσε τον Σοπέν «ερωτικό πτώμα» κι έφερε επανάσταση στη λογοτεχνία
Στο νέο βιβλίο «Becoming George», η Φιόνα Σάμσον αφηγείται την ιστορία της συγγραφέως που επέλεγε να ντυθεί άνδρας, είχε μια μακροχρόνια σχέση με τον Σοπέν και σόκαρε το κατεστημένο με τις ατίθασες ηρωίδες της.
Η Γαλλίδα συγγραφέας του 19ου αιώνα Αμαντίν ντε Φρανκούιγ, η οποία έγινε εθνικός θησαυρός και διεθνής λογοτεχνική εικόνα μετά την υιοθέτηση του ψευδώνυμου Γεωργία Σάνδη (George Sand), είχε ύψος περίπου 1,50 μ., αλλά από κάθε άλλη άποψη ήταν μια γυναίκα-γίγαντας.
Οι σύγχρονοί της την επαινούσαν σαν να ήταν κομφετί. Ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ ανέφερε ότι είχε «κάτι από τη φυσική στάση των μεγάλων μυαλών».
Ο Μάθιου Άρνολντ, ένας από τους πολλούς Βρετανούς συγγραφείς που προσκύνησαν το κομψό εξοχικό της, στο Νοάν, για να απολαύσουν τη φήμη της, ισχυρίστηκε ότι ήταν «το μεγαλύτερο πνεύμα στον ευρωπαϊκό κόσμο» μετά τον Γκαίτε.
Ήταν επίσης εκπληκτικά παραγωγική, υποστηρίζοντας το ταλέντο της με σκληρή δουλειά. Μέχρι το θάνατό της σε ηλικία 71 ετών, είχε δημοσιεύσει περισσότερα από 50 μυθιστορήματα, εκτός από πολλά θεατρικά έργα, διηγήματα και πολιτικά φυλλάδια.
Μερικές φορές έμοιαζε με μια λογοτεχνική κούκλα ματριόσκα: ένα ολόκληρο σύνολο συγγραφέων χωμένο σε ένα σώμα.
Η Γεωργία Σάνδη δια χειρός Αλφρέ ντε Μυσσέ / Wikimedia Commons
Κόρη μιας έξυπνης ηθοποιού
Εξίσου αξιοσημείωτο με την επιτυχία της ήταν το πόσο εύκολα η ζωή της θα μπορούσε να είχε πάρει μια διαφορετική τροπή. Γεννημένη το 1804, ενώ οι επιπτώσεις της Γαλλικής Επανάστασης συνέχιζαν να αντηχούν σε όλη την Ευρώπη, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας μαθαίνοντας όλα τα ηθικά διδάγματα που θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής της προσπαθώντας να ξεδιαλύνει.
Κόρη μιας έξυπνης ηθοποιού, αλλά μεγαλωμένη κυρίως από την αριστοκρατική γιαγιά της, μορφώθηκε σε ένα μοναστήρι του Παρισιού, όπου της δίδαξαν πώς να συμπεριφέρεται με την ευπρέπεια που αρμόζει σε μια κυρία. Μόνο στα 18 της χρόνια κατάφερε να αποκτήσει κάποια ελευθερία, όταν παντρεύτηκε τον νόθο γιο ενός βαρόνου, αν και γρήγορα ξεπέρασε αυτό που ήταν εν μέρει ένας γάμος συμφέροντος.
Σύντομα άρχισε να γράφει ιστορίες και άρθρα σε περιοδικά μαζί με τον νέο της εραστή Ζουλ Σαντό με την υπογραφή «Τζέι Σαντ», και μέσα σε λίγα χρόνια τον αντικατέστησε και αυτόν. Η «Τζέι Σαντ» ήταν πλέον η «Γεωργία Σάνδη».
«Είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση για χλωμούς, αδύνατους συγγραφείς και μουσικούς, συχνά πολύ νεότερους από αυτήν, τους οποίους μπορούσε να προστατεύσει και να φέρει στο κρεβάτι της» σχολιάζει ο Ρόμπερτ Ντάγκλας-Φέιρχερστ στους Times
Photo: Wikimedia Commons
Ο αγαπημένος της «Chip-Chip
Η φήμη της αναπτύχθηκε με τη δημοσίευση αρκετών μυθιστορημάτων που ανέλυαν τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις από γυναικεία οπτική γωνία, συμπεριλαμβανομένων των «Lélia» (Λέλια) και «Jacques», τα οποία γράφτηκαν το 1833, και σε κάθε περίπτωση υποστήριζε τα συμπεράσματά της με άφθονη πρακτική έρευνα.
Παρά τις απαιτήσεις της ανατροφής δύο παιδιών και μιας ολοένα και πιο επιτυχημένης λογοτεχνικής καριέρας, κατάφερε να συγκεντρώσει έναν εντυπωσιακό κατάλογο εραστών.
«Είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση για χλωμούς, αδύνατους συγγραφείς και μουσικούς, συχνά πολύ νεότερους από αυτήν, τους οποίους μπορούσε να προστατεύσει και να φέρει στο κρεβάτι της» σχολιάζει ο Ρόμπερτ Ντάγκλας-Φέιρχερστ στους Times.
Ο πιο διάσημος από αυτούς τους νεαρούς άνδρες ήταν ο Φρεντερίκ Σοπέν, ο αγαπημένος της «Chip-Chip», ο οποίος ταξίδεψε μαζί της στη Μαγιόρκα το 1838 και αργότερα πέρασε πολλά καλοκαίρια στο εξοχικό της στη Γαλλία.
Φαίνεται ότι η σχέση τους δεν ήταν σεξουαλική μετά από μια αρχική περιπέτεια. Πράγματι, η Φιόνα Σάμπσον υποψιάζεται ότι ο Σοπέν μπορεί να ενδιαφερόταν περισσότερο για τους άνδρες φίλους του, στους οποίους έγραφε τρυφερά μηνύματα όπως «πρέπει να πληρώσεις για το βρώμικο όνειρο που είδα για σένα χθες το βράδυ» και «σε θέλω και περιμένω να είσαι ξυρισμένος».
Με κομψά ραμμένα ανδρικά ρούχα
Η σχέση δεν τελείωσε καλά, με τη Σάνδη να σηματοδοτεί τον χωρισμό τους γράφοντας: «Τι ανακούφιση!… Για εννέα χρόνια, ενώ ήμουν γεμάτη ζωή, ήμουν δεμένη με ένα πτώμα».
Ωστόσο, η μέχρι τότε σχέση φαίνεται ότι είχε προσφέρει και στους δύο καλλιτέχνες τη σταθερότητα που χρειάζονταν για να δημιουργήσουν τα μεγαλύτερα έργα τους — στην περίπτωση της Σάνδης, ένα μυθιστόρημα (Lucrezia Floriani / Λουκρητία Φλοριάνι, 1846-47) που είναι στην ουσία ένα αυτοβιογραφικό έργο ελαφρώς καλυμμένο από ένα φύλλο συκής μυθοπλασίας, και στην περίπτωση του Σοπέν, μια σειρά από εποχιακά έργα για πιάνο, συμπεριλαμβανομένων τριών Νυχτερινών, της Φαντασίας σε Φα ελάσσονα και της Σονάτας για βιολοντσέλο.
Αν τα γραπτά της Σάνδης την έκαναν διάσημη, η δημόσια εμφάνισή της την έκανε περιβόητη. Στην αρχή της καριέρας της ντυνόταν με κομψά ραμμένα ανδρικά ρούχα, ενώ αργότερα πρόσθεσε ένα αγορίστικο κούρεμα και ένα πούρο ως τελική πινελιά.
Η Σάνδη θα είχε πιθανώς εκτιμήσει την συμπαθητική εκτίμηση της Σάμσον για τις προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες συγγραφείς σε μια εποχή όπου η «Égalité» (ισότητα) ήταν μια επαναστατική αρχή που συζητιόταν πολύ πιο συχνά από ό,τι εφαρμόζονταν στην πράξη
Το γραφείο της Γεωργίας Σάνδη / Wikimedia Commons
Αγαπητή Δάσκαλε
Η Σάμσον επισημαίνει ότι αυτή η μεταμφίεση ήταν κάτι περισσότερο από μια θεατρική υπερβολή. Η λογοτεχνική συγγραφή ήταν αναπόφευκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική εξουσία, και η Σάνδη συνειδητοποίησε γρήγορα ότι για να την παίρνουν στα σοβαρά έπρεπε να φαίνεται στην εικόνα της.
Ενώ ορισμένοι ανταγωνιστές της έμειναν μπερδεμένοι από την απόφασή της να ντύνεται σαν άνδρας (ο Βίκτωρ Ουγκώ είπε ότι «η Γεωργία Σάνδη δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι άνδρας ή γυναίκα» και δεν ήταν σίγουρος «αν είναι αδελφή μου ή αδελφός μου»), άλλοι σεβάστηκαν απόλυτα τους λόγους της.
Όταν ο Φλωμπέρ άρχισε μια μακρά αλληλογραφία μαζί της το 1863, της έδειξε ότι την θεωρούσε ίση του, αποκαλώντας την «Chère Maitre»: Αγαπητή (γυναίκα) Δάσκαλε (άντρας).
Salut
Η Σάνδη θα είχε πιθανώς εκτιμήσει την συμπαθητική εκτίμηση της Σάμσον για τις προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες συγγραφείς σε μια εποχή όπου η «Égalité» (ισότητα) ήταν μια επαναστατική αρχή που συζητιόταν πολύ πιο συχνά από ό,τι εφαρμόζονταν στην πράξη.
Ίσως να είχε εγκρίνει ακόμη και την απόφαση της Σάμσον να χρησιμοποιήσει τον ενεστώτα σε όλη τη βιογραφία της, δεδομένου ότι η ίδια η Σάνδη φαίνεται να έζησε κάθε στιγμή σαν να ήταν η μόνη που είχε σημασία. Ακόμη και στα τελευταία της χρόνια πειραματιζόταν με νέες ιδέες, γράφοντας για «την αναγνώριση [salut] μεταξύ του πλανήτη και των κατοίκων του» σε μια εποχή που η λέξη «οικολογία» ήταν έτοιμη να επινοηθεί, και σκουραίνοντας τα μαλλιά της με χυμό καρυδιάς λίγο πριν φωτογραφηθεί από τον πρωτοπόρο φωτογράφο Φελίξ Ναντάρ
Όταν η Σάνδη πέθανε το 1876, μετά από μια οδυνηρή και επίπονη μάχη με τον καρκίνο του εντέρου, ο Ουγκώ έστειλε ένα αφιέρωμα στο οποίο δήλωνε: «Θρηνώ μια νεκρή γυναίκα και χαιρετώ μια αθάνατη».
*To «Becoming George: The Invention of George Sand» της Φιόνα Σάμπσον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Doubleday των ΗΠΑ.