Είχαν μόλις ξεκινήσει τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα να διαπραγματεύονται την εντυπωσιακή μουσική εμπειρία του Blackstar, του άλμπουμ που έδωσε στη δημοσιότητα ο Ντέιβιντ Μπόουι στις 8 Ιανουαρίου του 2016, όταν μόλις δύο ημέρες μετά, ανακοινώθηκε ότι ο μεγαλύτερος ποπ καλλιτέχνης που περπάτησε ποτέ σ’ αυτόν τον πλανήτη είχε φύγει από τη ζωή.
Δέκα χρόνια αργότερα, διάστημα που πέρασε δυσανάλογα γρήγορα σε σχέση με την πραγματική διάρκειά του, ο θάνατός του ακόμα αποτελεί θέμα συζήτησης. Έχουν μεσολαβήσει ολόκληρες σειρές ντοκιμαντέρ, μία ταινία μυθοπλασίας, συναυλίες και τηλεοπτικά αφιερώματα με μουσικούς να αποτίουν τιμή στη ζωή και το έργο του και ένα μεγάλο πλήθος βιβλίων, κάποια εκ των οποίων χαρακτηριστικά αφιερωμένα στις τελευταίες του μέρες – ενδεικτικά, μόλις πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το Lazarus: The Second Coming of David Bowie του Βρετανού ιστορικού Αλεξάντερ Λάρμαν, με νέα στοιχεία για τις κινήσεις του στην πορεία προς το τέλος.
Δέκα χρόνια μετά, η δεκαετία που παρήλθε από τον θάνατό του αποτελεί κι αυτή έναν διακριτό κύκλο ειδήσεων. Κάμερες και κινητά στήνονται μπροστά στους οικείους του με σκοπό να θέσουν συν τω χρόνω τα ερωτήματα που δεν τέθηκαν τότε. Τα μιντιακά μνημόσυνα πλεονάζουν εν γένει, αλλά εδώ η βαρύτητα είναι λίγο διαφορετική: είναι σαν εκείνη την ημέρα, τη 10η Ιανουαρίου του 2016, να εφευρέθηκε ένα ξεχωριστό είδος πένθους, το οποίο έκτοτε προσπαθούμε να αναβιώσουμε στα διάφορα μήκη και πλάτη του κόσμου με κάθε διάσημη απώλεια.
Αυτές οι απόπειρες αποτυγχάνουν ξανά και ξανά. Κάποιες απώλειες φτάνουν πράγματι κοντά στο εύρος και την ένταση (όπως ίσως η πρόσφατη απώλεια του Ντέιβιντ Λιντς), αλλά είναι σαν η ίδια τους η επιτυχία στο να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου να προδίδει και τη μεγάλη απόσταση που έχουν από το αρχέτυπο που προσπαθούν να μιμηθούν: Μοιάζει με το πένθος για τον Μπόουι και ως εκ τούτου, είναι σαν να υπενθυμίζει ότι η «αυθεντική» εμπειρία ενός τέτοιου πένθους, ήλθε και παρήλθε δέκα χρόνια πριν.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, η απομίμηση βγαίνει φτηνή. Καλλιτέχνες και άλλες διασημότητες αποδημούν και οι άνθρωποι που θέλουν να τιμήσουν το έργο τους, καθώς συνδέθηκαν με αυτό, επιτελούν το ίδιο δημόσιο τελετουργικό στα κοινωνικά δίκτυα και τα μέσα ενημέρωσης. Όμως συνέχεια, κάτι καταλήγει να λείπει σε σύγκριση με τη λάμψη εκείνων των πρώτων ημερών του 2016, με το αποτέλεσμα να βγαίνει θολωμένο. Ο θρήνος είναι ειλικρινής, αλλά είναι σαν η πραγματική λυτρωτική κραυγή που αγωνιά να εκφραστεί μέσα από τις πλατφόρμες και τον κώδικα, να πασχίζει να βγει χωρίς αποτέλεσμα, σαν τοκετός που όλες οι εξωτερικές περιστάσεις δηλώνουν ρητά ότι τον θεωρούν ανεπιθύμητο.
Μία εύκολη εξήγηση για την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου πένθους είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ άλλο πρόσωπο με την οικουμενικότητα του Ντέιβιντ Μπόουι, τουλάχιστον στην εποχή που ήταν εφικτή αυτή η μαζική διασημότητα. Αποτέλεσε ένα διαφορετικό πρότυπο για τους σταρ, αυτό του ανθρώπου που με το ένα πόδι παρελαύνει στα τσαρτ και τραγουδιέται από μάζες ανθρώπων και με το άλλο, όχι απλά πατούσε στο έδαφος της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, αλλά αποτελούσε οργανικό τμήμα της. Δίπολα όπως λαϊκό και ελίτ, χαμηλό και υψηλό, εξεζητημένο και μαζικό, καταργούνταν εμπράγματα. Και για να λέμε την αλήθεια, όσο κι αν στον 21ο αιώνα κανονικοποιήθηκε αυτή η φιγούρα του σταρ με τις πιο εξεζητημένες καλλιτεχνικές ανησυχίες, πάντα κάτι πρόδιδε ότι αυτές οι εξορμήσεις αποτελούσαν πολιτιστικό τουρισμό, ενώ και η ποπ διάστασή των σταρ που το επιχειρούσαν, ήταν λιγότερο ποπ από τον Μπόουι.
Κανείς ποτέ δεν περιπλανήθηκε ξανά στις διαφορετικές σφαίρες της τέχνης με τόσο παροιμιώδη και χαρακτηριστική άνεση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το κοντινότερο αντίστοιχο υπήρξε η Μαντόνα, η ρηξικέλευθη πορεία της οποίας, καίτοι υπαρκτή και σημαίνουσα, ωχριά μπροστά στον αριθμό και το μέγεθος των υπερβάσεων που πραγματοποίησε ο Μπόουι.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι ότι κανείς δεν έζησε όπως ο Μπόουι· είναι ότι κανείς δεν πέθανε όπως εκείνος.
«Παρά τη μαζική και έκδηλη θλίψη, ο Μπόουι είχε τον καλύτερο των θανάτων», γράφει στη συμπληρωμένη και αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου του, On Bowie, ο Βρετανός φιλόσοφος Σάιμον Κρίτσλι. «Αν υπήρξε ποτέ ένας “καλός” θάνατος μιας μείζονος προσωπικότητας του πολιτισμού, ένας αξιοπρεπής θάνατος, ήταν αυτός. Αν ένας θάνατος μπορεί να είναι έργο τέχνης, μία δήλωση συνεπής με την αισθητική ενός καλλιτέχνη, αυτό ήταν που συνέβη στις 10 Ιανουαρίου του 2016. Ο Μπόουι μετέτρεψε τον θάνατο σε τέχνη και την τέχνη σε θάνατο. Δεν πέθανε με τον χαζό θάνατο του ροκ σταρ στην ηλικία των εικοσιεπτά. Ούτε σιγόσβησε σε μία αχλή εθισμού, φθοράς και εξευτελισμού, αφήνοντας τους οπαδούς του να περιμαζέψουν τα θραύσματα μιας διαλυμένης ζωής. Αυτός ήταν ένας ευγενής θάνατος ευλογημένος με ιδιωτικότητα και με όλους τους οπαδούς του να ακούν το νέο του άλμπουμ».
Πράγματι, η ιδιωτικότητα υπήρξε καθοριστική στη διαχείριση της απώλειάς του. Ο θάνατος του Μπόουι ήρθε από το πουθενά, καθώς, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, από το 2014, η διάγνωσή του με ηπατικό καρκίνο είχε παραμείνει μυστική, με εξαίρεση έναν πολύ στενό κύκλο φίλων και συνεργατών. Στην εποχή της απόλυτης διαφάνειας, ένας από τους διασημότερους σταρ του κόσμου είχε καταφέρει για ενάμιση χρόνο να κρύψει από τα φώτα της δημοσιότητας ότι πεθαίνει.
Ήταν μία πληροφορία άγνωστη ακόμα και στους μουσικούς με τους οποίους ηχογραφούσε το κύκνειο άσμα του, Blackstar. Θα το μάθαιναν μόνο σε στιγμή που η κατάσταση της υγείας του τον εμπόδιζε να ανταπεξέλθει στις ηχογραφήσεις.
Η κρυψίνοια αυτή άφηνε ένα αφηγηματικό κενό: ελλείψει μιας εξιστόρησης του θανάτου του Bowie, ήταν το ίδιο το τελευταίο του πόνημα, το Blackstar, που έμεινε να πει την ιστορία της φυγής. Αντί για μια διάφανη αποτύπωση της εμπειρίας της διάγνωσης, της εξέλιξης της νόσου, της πορείας των θεραπειών και της στάσης μπροστά στο τέλος, οι τελευταίες ημέρες του αποτυπώθηκαν με τη χαλιναγώγηση του σκοταδιού και του φωτός.
Η αφάνεια, η απόσυρση μιας διασημότητας από τη δημοσιότητα, είναι μία άμορφη σκοτεινιά που δηλώνει ότι κάτι αποκρύπτει. Προσκαλεί το ιντερνετικό κουτσομπολιό, τους παπαράτσι και τις κλειδαρότρυπες να φωτίσουν αυτό που είναι αθέατο, να τραβήξουν το πέπλο του και να αποκαλύψουν αυτό που τολμά να κρύβει από κάτω.
Αυτό το σκοτάδι που προσκαλεί το φως είναι ο ίδιος ο πυρήνας της διασημότητας, που κάνει τις μάζες των θεατών να επιθυμούν την αποκρυπτογράφησή, τη διαλεύκανση, τη γνώση εκεί που υπάρχει άγνοια. Γι’ αυτό, ένα συμβατικό άλμπουμ του Μπόουι με θέμα τον θάνατο, ευθέως δηλωμένο εξαρχής ως διαθήκη και πραγματεία περί θανάτου, ως διδακτικό κήρυγμα χωρίς μυστήριο, δεν θα λειτουργούσε το ίδιο αποτελεσματικά.
Το Blackstar, αντίθετα, προέβαλλε όσο περισσότερο μπορούσε τον μυστηριακό του χαρακτήρα. Σε κάθε πρώτη ανάγνωση, φαινόταν ακατάληπτο ως προς τις προθέσεις του. Ήταν ηχητικά πειραματικό, θεματικά βαρύ, πλαισιωμένο με λέξεις, ήχους και εικόνες που απέπνεαν θάνατο, που καταβύθιζαν τον ακροατή σε μία ατμόσφαιρα του θανάτου και -το σημαντικότερο- που μετέφεραν την ανάγκη για αποκρυπτογράφηση από το πρόσωπο στο έργο.
Με το Blackstar έφτιαξε ένα τέλος για τον σταρ μέσα στο έργο του. Έτσι, όταν πέθανε, η συζήτηση γύρω από τον θάνατό του αντιμετωπίστηκε με τις προσπάθειες να επεξηγηθούν τα προμηνύματα του τέλους μέσα στο Blackstar ως συνολικότερο έργο τέχνης: στις αμφισημίες των στίχων, στην εικονογραφία του -τόσο στο εξώφυλλο, όσο και στα βίντεο-, στην ολική ανανέωση του στυλ του σε τζαζ δρόμους με ηλεκτρονικό ηχόχρωμα, στους πολυάριθμους μυστικούς συμβολισμούς και τις αναφορές του, κάποιες εκ των οποίων πιο προφανείς από τις άλλες.
Δεν είδαμε τον Μπόουι στο νεκροκρέβατό του – τον είδαμε όμως κιόλας. Στο βίντεο του Lazarus, γερασμενο, με τον επίδεσμο με τα κουμπιά στη θέση των ματιών, δεμένο στο κρεβάτι του πόνου. Δεν βλέπουμε τις πραγματικές συνθήκες των τελευταίων στιγμών του, αλλά ένα avatar, μία επιμελημένη προσομοίωση, κατάλληλη για την ψηφιακή εποχή της πλήρως διαφανούς διασημότητας.
Είναι κάτι που μας επιτρέπει να φανταστούμε, να αναζητήσουμε, να εικάσουμε και να αντιδράσουμε, να διαδράσουμε πιο σωστά. Κάτι με όλες τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργεί η εποχή του διαδικτύου: ότι μπορούμε να ανακαλύψουμε το «αυθεντικό», αν αποκρυπτογραφήσουμε αρκετά την εικόνα – η οποία εικόνα, μέσα από αυτή την αποκρυπτογράφηση, παγιδεύει τόσο βαθιά και έντονα την προσοχή μας, που ξεχνάμε την ανάγκη μας για να δούμε την πραγματική πραγματικότητα.
Αν μία κάμερα είχε όντως καταγράψει τον Μπόουι στο κρεβάτι του πόνου, ο κύκλος ζωής της πιθανώς θα εξέπνεε σε λίγες ημέρες. Τώρα, βρισκόμαστε εδώ, δέκα χρόνια μετά κι ακόμα συζητάμε για το Blackstar.
Η Δευτέρα 9 Μαρτίου είναι αφιερωμένη στον Αντώνη Καλογιάννη, καθώς το έργο του θα «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, μέσα από τη μουσική παράσταση «Η φωνή της ψυχής μας».