Tι να περιμένει κάποιος από ένα καλοκαίρι μετά από τόσους μήνες καραντίνας κι ένα κάταγμα που τον υποχρέωσε να κινείται με γύψο και μετά με νάρθηκα επί δώδεκα εβδομάδες, χωρίς να μπορεί να οδηγήσει, να πάει μια βόλτα όταν εκεί κάπου μετά το Πάσχα χαλάρωσαν τα μέτρα;

Ένας από τους μεγάλους φόβους όλων μας ήταν και συνεχίζει να είναι το να συνηθίσουμε να ζούμε δίχως την επιθυμία να βγούμε ξανά έξω από τα κελιά της καραντίνας, αφού χωρίς να το καταλάβουμε γίναμε αντικοινωνικοί, βυθιστήκαμε σε μια εσωστρέφεια πρωτοφανή.

Η απόφαση να κάνουμε διακοπές στην Σαμοθράκη γεννήθηκε από απελπισία.

Μάθαμε τελευταία στιγμή πότε θα πάρουμε άδεια, είχε μπει ήδη ο Αύγουστος και οι πρώτες μας επιλογές ήταν εκτός χάρτη, δεν βρίσκαμε τίποτα.

Έτσι, σαν λύση ανάγκης τόλμησα να προτείνω την Σαμοθράκη, όπου ήξερα ότι συγκριτικά η τουριστική κίνηση θα ήταν πιο χαλαρή.

Λύση ανάγκης λόγω της απόστασης πιο πολύ, διότι ο πόθος να ξαναβρεθώ πάλι εκεί ήταν μεγάλος.

Το ασύγκριτο νησί

Την είχα επισκεφτεί πριν από δέκα χρόνια και δεν μπορούσα να την συγκρίνω με τίποτε άλλο από όσα έχω βιώσει σε διακοπές το καλοκαίρι.

Θυμήθηκα τις ορτανσίες που ανθίζουν εκεί, τα ρυάκια που τρέχουν από παντού, τις λιβελούλες στις μικρές λιμνούλες που σχηματίζονται ανάμεσα στα βράχια καθώς τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα.

Θυμήθηκα τα ατίθασα κατσίκια που κατεβαίνουν μέχρι τη θάλασσα αναζητώντας τροφή, τα πλατάνια που γέρνουν πάνω από το κύμα, τους μαρμαρένιους κίονες από το Ιερό των Μεγάλων Θεών, στο οποίο τελούνταν μυστηριακές τελετές από τον 7ο αιώνα π.Χ., να αντανακλούν τον ήλιο εκτυφλωτικά ενώ τα τζιτζίκια τραγουδούν παραληρηματικές ωδές στο καλοκαίρι.

Ξεκινήσαμε λοιπόν να πάμε.

Και μετά από μια διανυκτέρευση στη Θεσσαλονίκη, την επόμενη μέρα βρεθήκαμε εκεί.

Οι ρόδες του αμαξιού κύλησαν πάνω στην μεταλλική ράμπα του φέρι και μας ακούμπησαν στον ένα και μοναδικό δρόμο που ενώνει το λιμάνι της Καμαριώτισσας με το Βόρειο μέρος του νησιού, και το χωρίο Θερμά που ήταν ο προορισμός μας.

Εκεί είχα μείνει και την προηγούμενη φορά, και θυμόμουν ότι είναι το μέρος που σύχναζαν όσοι διανυκτερεύουν στο κάμπινγκ, ένα πολύχρωμο πλήθος από νεαρά αγόρια και κορίτσια, φοιτητές στην πλειοψηφία, αλλά όχι μόνο, που θα μπορούσες να συναντήσεις σε ένα ρέιβ πάρτι.

Τα πάρτι καλά κρατούν ακόμη, μετά από τα ιστορικά καλοκαίρια του Sola Luna, ενός φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής, που έφερνε χιλιάδες τουρίστες από όλο τον κόσμο, που χόρευαν μέρες ολόκληρες με τις επιλογές των καλύτερων djs της trance και της phcycedelic.

Όλοι έχουν να λένε για εκείνα τα πάρτι, που σταμάτησαν γιατί εκτός από το ότι το νησί δεν είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει τόσο κόσμο, διατάραξαν την πανίδα του τόπου.

«Με το που ακούστηκαν οι πρώτοι ήχοι από τα ηχεία ο ουρανός σκοτείνιασε από τα πουλιά που ξεπήδησαν τρομαγμένα μέσα από τα δένδρα και απομακρύνθηκαν», θυμήθηκε ο Μαρίνος, ένας από τους μόνιμους επισκέπτες του νησιού, που κάθε καλοκαίρι ξεχνάει ποιος είναι και περιφέρεται γυμνός και ξυπόλυτος στις βάθρες.

Επικίνδυνες αναβάσεις

Δεν είναι ο μόνος, σαν τα κατσίκια βλέπαμε τις επόμενες μέρες, ολόγυμνα να σκαρφαλώνουν τα δύσβατα βράχια, αγόρια και κορίτσια.

Ένα θέαμα περίεργο αλλά απόλυτα συμβατό με την φύση μέσα στην οποία αφεθήκαμε τις επόμενες δεκαπέντε μέρες.

Κάποια από αυτά τα παιδιά, υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους ή απλά παραπατάνε. Ένα από αυτά έχασε τη ζωή του φέτος, ήμασταν εκεί όταν η μητέρα του έσπασε την τεφροδόχο και η τέφρα του έγινε ένα με το ρυάκι που κατέληξε στην θάλασσα. Δεν υπήρχε ένας μας που να μη δάκρυσε.

Μια από τις φίλες του έπαιξε στην κιθάρα το let it be, κι ύστερα απομακρυνθήκαμε με σκυμμένο το κεφάλι.

Είναι δύσκολο να περιγράψεις σε ένα σύντομο κείμενο αυτό που συμβαίνει στις βάθρες της Σαμοθράκης, δεν χωράει σε λέξεις αυτό το αίσθημα της ελευθερίας που νιώθεις όταν αφήνεσαι να αφομοιωθείς με τη φύση, μια φύση μεταφυσική, που σε παίρνει από εκεί που είσαι και σε επανατοποθετεί.

Από την πρώτη στιγμή που μετά από αρκετή ταλαιπωρία πάτησα το πόδι μου στις βάθρες αισθάνθηκα ότι κάτι δεν έχω κάνει στη ζωή μου καλά, ότι όλα στη ζωή μου είναι λάθος.

Η πόλη είναι λάθος, οι ανάγκες μου είναι λάθος, το μυαλό μου έχει σεταριστεί λάθος.

Μέρα με τη μέρα, επί δυο εβδομάδες, ένιωσα ότι το σώμα μου, άρχισε να γίνεται ένα με τους βράχους που σχηματίζαν τις λιμνούλες με τα βατράχια και τις πεταλούδες, ότι ανήκε εκεί, σαν ένα κομμάτι της άγριας φύσης, σίγουρα όχι στην πόλη, με την εισπρακτική να με ξυπνάει για το δάνειο που από κεκτημένη ταχύτητα πήρα προκειμένου να έχω ένα σπίτι στην πόλη, όταν το πραγματικό σπίτι μου ήταν εκεί, στις βάθρες της Σαμοθράκης.

*Οι φωτογραφίες είναι του Ανανία Κωτσοβού

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο