Η συζήτηση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μετατραπεί σε μάχη χαρακωμάτων μεταξύ των χωρών που θα πρέπει να στηρίξουν οικονομικά τον προϋπολογισμό και των υπολοίπων που ζητούν να αυξηθούν οι πόροι για την κοινή Πολιτική Συνοχής.
Οι μόνιμες αντιπροσωπείες ανταλλάσσουν non papers, οι υπουργοί Ευρωπαϊκών Υποθέσεων μετρούν συμμαχίες και οι πρωτεύουσες προσπαθούν να καταλάβουν πόσο θα πληρώσουν, πόσα θα πάρουν και ποιος θα αποφασίζει τελικά για τη διάθεση των πόρων.
Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 εξελίσσεται στο πρώτο μεγάλο δημοσιονομικό μέτωπο της μετα-πανδημικής Ευρώπης.Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν η Ε.Ε μπορεί να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα άμυνα, βιομηχανία, τεχνολογική αυτονομία, ενεργειακή μετάβαση, αγροτική παραγωγή, περιφερειακή σύγκλιση και στήριξη της Ουκρανίας, χωρίς να ανοίξει νέα εποχή κοινού χρέους ή χωρίς να ακουμπήσει πολιτικές που για δεκαετίες κράτησαν όρθια την υπόθεση της ευρωπαϊκής συνοχής.
Οι δύο γραμμές έχουν ήδη σχηματιστεί, με τη μία πλευρά, οι καθαροί δότες του Βορρά, με Αυστρία, Δανία, Γερμανία, Ολλανδία και Σουηδία, μπαίνουν στο νέο γύρο με σκληρή γραμμή. Δεν θέλουν αύξηση εθνικών συνεισφορών, δεν θέλουν νέο κοινό δανεισμό και ζητούν οι νέες προτεραιότητες, κυρίως άμυνα και βιομηχανία, να χρηματοδοτηθούν μέσα από ανακατανομή των υφιστάμενων πόρων.
Στην άλλη πλευρά, η άτυπη συμμαχία των 16 χωρών, όπου συμμετέχει και η Ελλάδα, επιχειρεί να σταματήσει αυτό που στις νότιες και ανατολικές πρωτεύουσες περιγράφεται ως «σιωπηρή μεταφορά πόρων» από τη συνοχή και την αγροτική πολιτική προς τις νέες γεωπολιτικές προτεραιότητες των Βρυξελλών.
Στο κυβερνητικό επιτελείο βλέπουν και μια δεύτερη διάσταση
Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός: Η Αθήνα σηκώνει νωρίς το θέμα
Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να μπει από νωρίς στη διαπραγμάτευση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας την Τετάρτη στο Υπουργικό Συμβούλιο, έστειλε σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί περικοπή πόρων ούτε στην Κοινή Αγροτική Πολιτική ούτε στις πολιτικές συνοχής, ούτε ανακατανομή που θα εντείνει τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών. Η παρέμβαση αυτή δεν ήταν τυχαία.
Στην Αθήνα γνωρίζουν ότι η συζήτηση για το νέο ΠΔΠ θα συμπέσει με μια κρίσιμη περίοδο για την ελληνική οικονομία. Το Ταμείο Ανάκαμψης θα ολοκληρώνεται, οι ανάγκες για δημόσιες επενδύσεις θα παραμένουν υψηλές και η περιφέρεια θα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκούς πόρους για έργα υποδομών, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγροτική παραγωγή και τοπική ανάπτυξη.
Στο κυβερνητικό επιτελείο βλέπουν και μια δεύτερη διάσταση. Η ελληνική προεδρία της Ε.Ε., που ξεκινά τον Ιούλιο του 2027, μπορεί να βρει την Αθήνα στο κέντρο της τελικής φάσης των διαπραγματεύσεων. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πέρα από την στοίχιση της μαζί με τις υπόλοιπες 16 χώρες, θα έχει ρόλο και στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
Οι πέντε χώρες του Βορρά δεν αρνούνται ότι η Ευρώπη έχει νέες ανάγκες, αλλά αμφισβητούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι ένας μεγαλύτερος προϋπολογισμός. Στις τεχνικές συζητήσεις, οι εκπρόσωποί τους ζητούν «πειθαρχία», «αποδοτικότητα» και «νέα ιεράρχηση».
Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε πίεση για περικοπές ή συγχωνεύσεις προγραμμάτων που αφορούν τη συνοχή και την ΚΑΠ. Η λογική τους είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτεί με τον ίδιο τρόπο παλιές και νέες προτεραιότητες.
Για τις υπόλοιπες χώρες ωστόσο, ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων που βάζουν στο τραπέζι οι πέντε χώρες, ισοδυναμούν με αλλαγή της Πολιτικής Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, που δεν είναι απλά κονδύλια στη ζυγαριά των παροχών.
Είναι οι δύο πιο ορατές ευρωπαϊκές πολιτικές για εκατομμύρια πολίτες, με τις οποίες χρηματοδοτούν δρόμους, αγροτικές ενισχύσεις, περιφερειακά έργα, τοπικές υποδομές και επενδύσεις που δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν αποκλειστικά από εθνικούς προϋπολογισμούς.
Η Κομισιόν προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτό δίαυλο και με τις δύο πλευρές
Το δύσκολο παζάρι
Η κοινή επιστολή των 16 χωρών ήταν το πρώτο οργανωμένο σήμα αντίδρασης., με το μήνυμα να είναι σαφές, όχι μόνο για να μη μειωθούν οι πόροι για συνοχή και αγροτικές ενισχύσεις, αλλά να αυξηθούν, εφόσον η Ε.Ε ζητά από τα κράτη-μέλη να στηρίξουν περισσότερες κοινές προτεραιότητες.
Στο ίδιο κείμενο ανοίγει και το θέμα των επιστροφών στις εθνικές συνεισφορές. Οι 16 θεωρούν ότι δεν υπάρχει πολιτική ή οικονομική λογική να συνεχιστούν ειδικές εκπτώσεις για ορισμένες χώρες μετά το 2027, ιδίως όταν οι ίδιες χώρες ζητούν περιορισμό του κοινοτικού προϋπολογισμού. Η συζήτηση αυτή είναι από τις πιο ευαίσθητες.
Η Κομισιόν προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτό δίαυλο και με τις δύο πλευρές. Ένα από τα σενάρια που επεξεργάζεται είναι η αναζήτηση νέων ιδίων πόρων, δηλαδή εσόδων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό πέρα από τις εθνικές συνεισφορές. Στο τραπέζι υπάρχουν ιδέες για έσοδα από ψηφιακές δραστηριότητες, εκπομπές άνθρακα, μεγάλες επιχειρήσεις ή άλλες πανευρωπαϊκές πηγές.
Πάνω από όλη τη διαπραγμάτευση βρίσκεται η αποπληρωμή του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα ομόλογα του NextGenerationEU πρέπει να αποπληρωθούν σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει άμυνα, Ουκρανία, βιομηχανία, πράσινη μετάβαση και συνοχή. Οι χώρες του Βορρά ζητούν να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα και αποκλείουν νέο κοινό δανεισμό για ένα γενικό αναπτυξιακό σχέδιο. Οι 16 ζητούν σταδιακό σύστημα αποπληρωμής και κρατούν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου κοινού δανεισμού, εφόσον συνδεθεί με κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό ρήγμα μεταξύ των κρατών. Για κάποιες πρωτεύουσες, το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια εξαίρεση λόγω πανδημίας, ενώ για άλλες, ήταν η απόδειξη ότι η Ευρώπη μπορεί να χρηματοδοτεί συλλογικά κρίσιμες επενδύσεις όταν οι ανάγκες ξεπερνούν τις δυνατότητες των εθνικών προϋπολογισμών.
Ευρωπαϊκές πηγές εκτιμούν ότι το πραγματικό παζάρι θα ξεκινήσει μετά το καλοκαίρι, όταν κάθε κυβέρνηση θα αρχίσει να βάζει αριθμούς δίπλα στις πολιτικές της θέσεις
Τι ζητά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Στο παζλ προστίθεται και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο ζητά μεγαλύτερο προϋπολογισμό, κοντά στα 2 τρισ. ευρώ, και επιμένει ότι οι αποπληρωμές του Ταμείου Ανάκαμψης δεν πρέπει να τρώνε χώρο από τις κανονικές πολιτικές της Ένωσης. Οι ευρωβουλευτές δεν μπορούν να ξαναγράψουν την τελική συμφωνία, μπορούν όμως να την απορρίψουν και αυτό τους δίνει ισχύ σε μια διαπραγμάτευση όπου όλοι γνωρίζουν ότι ο χρόνος θα πιέζει όσο πλησιάζει το 2027.
Ευρωπαϊκές πηγές εκτιμούν ότι το πραγματικό παζάρι θα ξεκινήσει μετά το καλοκαίρι, όταν κάθε κυβέρνηση θα αρχίσει να βάζει αριθμούς δίπλα στις πολιτικές της θέσεις. Τότε θα φανεί ποιοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα, ποιοι θα ζητήσουν περικοπές και ποιοι θα χρησιμοποιήσουν την απειλή του βέτο ως διαπραγματευτικό όπλο.
Για την Ελλάδα, η μάχη αυτή έχει άμεσο οικονομικό και πολιτικό βάρος γιατί αν οι πόροι της περιοριστούν, η χώρα θα χάσει μέρος του βασικού μηχανισμού χρηματοδότησης περιφερειακών έργων και επενδύσεων. Αν η ΚΑΠ πιεστεί, η αγροτική οικονομία θα βρεθεί μπροστά σε νέα αβεβαιότητα, σε μια περίοδο που ήδη δοκιμάζεται από κόστος παραγωγής, κλιματική πίεση και δημογραφική συρρίκνωση της υπαίθρου.
Η Ελληνική πλευρά προσπαθεί να υπερασπιστεί τους παραδοσιακούς πόρους και ταυτόχρονα να μη φανεί ότι αντιστέκεται στις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Άμυνα, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία ενδιαφέρουν και την Ελλάδα, όμως το ερώτημα είναι αν θα χρηματοδοτηθούν με νέο ευρωπαϊκό χρήμα ή με εσωτερική ανακατανομή εις βάρος της συνοχής.