Στο χθεσινό μου άρθρο που φιλοξενήθηκε στη στήλη των Απόψεων του in.gr αναφορικά με την αποστολή του ελληνισμού, ο αείμνηστος Παναγιώτης Ζέπος υπογράμμιζε, μεταξύ πολλών άλλων, την ουσιαστική διαφορά μεταξύ της απλής συσσώρευσης γνώσεων και της ολοκληρωμένης πνευματικής καλλιέργειας.

Ο λαμπρός αυτός πνευματικός άνθρωπος είχε αντιληφθεί πλήρως την αδυναμία τού τότε εκπαιδευτικού συστήματος να ξεφύγει από τη λογική και την πρακτική της στείρας αποστήθισης και της τυποποιημένης διδακτικής διαδικασίας, που πόρρω απέχει από την αληθινή μόρφωση και την ολοκληρωμένη διάπλαση της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων.

Δυστυχώς, ύστερα από σαράντα και πλέον χρόνια —το υπό εξέταση άρθρο του Ζέπου στο περιοδικό Ευθύνη είχε δημοσιευτεί το 1978— ο εκπαιδευτικός προσανατολισμός στη χώρα μας δεν έχει κατ’ ουσίαν αλλάξει.

Παρά τις καλές προθέσεις των εκάστοτε αρμοδίων, τις αμέτρητες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τις πομπώδεις εξαγγελίες, το νεοελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει παγιδευμένο στις δαγκάνες του ωφελιμισμού και της χρησιμοθηρίας, αποκομμένο από τις υπαρκτικές μας ρίζες, τα θεμέλια του πολιτισμού μας.

Ο Χρήστος Γιανναράς περιγράφει με γλαφυρότητα απαράμιλλη και λόγο καίριο το εκπαιδευτικό μας ναυάγιο, εξηγεί σε λίγες μόλις παραγράφους το γιατί ο Νεοέλληνας μετατρέπεται σε σε έναν αλλοτριωμένο και απόλυτα χειραγωγήσιμο καταναλωτή ιδεών και αγαθών:

Ο Έλληνας διδάσκεται γνώσεις και απομνημονεύει γνώσεις που ξεχνιούνται φυσιολογικά σε συντομότατο διάστημα, χωρίς να μάθει ποτέ τους τρόπους, τη μέθοδο και τα κλειδιά για την απόκτηση γνώσης. Πρέπει να έχει τη σπάνια τύχη να πέσει σε χαρισματούχο δάσκαλο, για να μπορέσει τουλάχιστον να μάθει να βλέπει μέσα από τα κείμενα και πέρα από τα κείμενα, δηλαδή να κρίνει αυτά που διαβάζει.

Αλλά και όταν έχει κάποιες σκέψεις δικές του στο κεφάλι του, σπάνια είναι δυνατό να τις πει, αφού δεν τον άσκησε ποτέ κανείς στον προφορικό λόγο, στο πώς χτίζεται ένα νόημα ή ένα επιχείρημα με τη ζωντανή λαλιά. Κι όταν ακούει άλλον να μιλάει, σπάνια μπορεί να συγκρατήσει τα ουσιώδη, αφού ποτέ δεν διδάχτηκε πώς φτιάχνουν μια περίληψη ή πώς κρατούν σημειώσεις. Αυτά τα στοιχειώδη και αυτονόητα βρίσκονται έξω από την εμβέλεια των «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων», ενώ η απουσία τους είναι που αχρηστεύει όλο το μόχθο της απομνημόνευσης, αναστέλλοντας τραγικά τη δημιουργική μετοχή στη γνώση του «μορφωμένου» Έλληνα.

Όσο για τα μαθηματικά και για τη φυσική, που πολύ απασχολούν κάθε φορά τους «μεταρρυθμιστές» στην προσπάθειά τους για «εκσυγχρονισμό» της παιδείας, έχουν αποστεωθεί σε καθαρά χρηστικές γνώσεις, δίχως την παραμικρή υποψία για την εκπληκτική «σημαντική» της γλώσσας τους. Αλλά και ολόκληρη η παιδεία μας γίνεται αποκλειστικά και μονοδιάστατα χρηστική στις τρεις τελευταίες τάξεις της μέσης βαθμίδας: χρησιμεύει μονάχα για εισιτήριο ανόδου στις Ανώτατες Σχολές (περικομμένο εισιτήριο που πρέπει οπωσδήποτε να συμπληρωθεί με την αποβλακωτική σολομωνική της φροντιστηριακής κουζίνας). Όπως και τις ανώτατες σπουδές μοιάζει να τις έχει το ίδιο εξευτελίσει η χρησιμοθηρική προτεραιότητα του «πτυχίου»: ούτε λόγος για μύηση στην έρευνα, στο μεράκι της σπουδής που σκοπεύει στην ανθρώπινη καλλιέργεια.

(Χρήστου Γιανναρά, «Ανθολόγημα τεχνημάτων»)

Γράψτε το σχόλιό σας