Η παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ξεκινά επί της ουσίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλωστε, είναι η εποχή που καθώς προχωρά το τέλος της αποικιοκρατίας οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για μια περιοχή τόσο κρίσιμη για τις συνολικές ενεργειακές ροές του πλανήτη και όπου οι ΗΠΑ είχαν τότε να ανταγωνιστούν και την ΕΣΣΔ που αξιοποιούσε τη φιλική της στάση απέναντι στα αντιαποικιακά κινήματα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τη «συμβολή» των ΗΠΑ στο πραξικόπημα στο Ιράν το 1953 και την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοσαντέκ που εκτός όλων των άλλων διασφάλισε και τα συμφέροντα των δυτικών εταιρειών πετρελαίου. Αυτό εξηγεί τη μακρόχρονη σχέση και στήριξη του Σαουδικής Αραβίας και τα διαρκή «στραβά μάτια» απέναντι στο γεγονός ότι παραβιάζει το μεγαλύτερο μέρος της οικουμενικής διακήρυξης του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Βέβαια η εμπλοκή δεν ήταν πάντα ούτε εύκολη ούτε και χωρίς κόστος. Για παράδειγμα η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Λίβανο τερματίστηκε το 1983 ύστερα από δύο πολύ αιματηρές βομβιστικές επιθέσεις, ενώ υπάρχει πάντα και το τραύμα της Ιρανικής Επανάστασης και ειδικά της μεγάλης ομηρίας των αμερικανών διπλωματών.

Από την άλλη, η μεγάλη κλιμάκωση της αμερικανικής άμεσης παρουσίας ήρθε μετά τον πρώτο πόλεμο στον Περσικό, το 1991 όταν και αυξήθηκε η μόνιμη παρουσία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή.

Το «αυτοκρατορικό σχέδιο» μετά το 2001

Η κορύφωση αυτής της εμπλοκής θα είναι το πλήρες ξεδίπλωμα ενός «αυτοκρατορικού σχεδίου» μετά το 2001. Αυτό είχε διατυπωθεί αρκετό καιρό πριν την 11η Σεπτεμβρίου και αφορούσε την εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να δοκιμάσουν ένοπλα να αποτρέψουν την ανάδυση περιφερειακών δυνάμεων που θα αμφισβητούσαν την απόλυτη πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Αυτό αποτυπώθηκε και στην επιλογή να γενικεύσουν την απάντηση στις επιθέσεις της Αλ Κάιντα όχι μόνο προς τη μεριά του Αφγανιστάν και των Ταλιμπάν αλλά και στην πλευρά του Ιράκ, κατηγορώντας τον Σαντάμ Χουσεΐν για κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής παρότι ήταν γνωστό στις δυτικές δυνάμεις ότι το σχετικό οπλοστάσιο είχε από χρόνια εξουδετερωθεί.

Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 δεν έφερε μόνο ρήγματα στη συνοχή της «δυτικής συμμαχίας», με χώρες όπως τη Γαλλία να διαφωνούν ανοιχτά, αλλά και οδήγησε σε μια μεγάλη και σε μεγάλο κόστος και σε ζωές αλλά και οικονομικό στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ.

Σε αντίθεση με τους αρχικούς σχεδιασμούς ότι η ιρακινή κοινωνία θα υποδεχόταν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τις ως απελευθερωτές και ότι επέμβαση θα ισοδυναμούσε με ένοπλη  εξαγωγή δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς, το αποτέλεσμα ήταν μια κατάσταση ιδιαίτερα δύσκολη, με όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων του Ιράκ, εκτεταμένη ένοπλη αντίσταση στους αμερικανούς και μια εστία αποσταθεροποίησης που θα παράγει διάφορες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του εδάφους πάνω στο οποίο γεννήθηκε και γιγναντώθηκε το φαινόμενο του Ισλαμικού Κράτους.

Το αρχικό σχέδιο των νεοσυντηρητικών, που κατεξοχήν επηρέασαν τις κυβερνήσεις Μπους (2000-2008) περιλάμβανε μια επέκταση αυτής της αυτοκρατορικής «προβολής ισχύος», συμπεριλαμβανομένων και της επίθεσης ενάντια στο Ιράν, που άλλωστε εξαρχής ο αμερικανός πρόεδρος το είχε εντάξει μαζί με το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα στον διαβόητο «άξονα του κακού» (axis of evil).

Η συζήτηση για την αμερικανική «απεμπλοκή»

Ωστόσο, το μεγάλο κόστος και η αποτυχία ως προς του στόχους της επέμβασης στο Ιράκ έκανε αρκετούς στις ΗΠΑ να υποστηρίζουν την ανάγκη απεμπλοκής από πολεμικές επιχειρήσεις.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό ήταν και το στοίχημα του Μπαράκ Ομπάμα, παρότι η τραγική εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε «Αραβική Άνοιξη» διαμόρφωσε νέες προκλήσεις για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, στη Λιβύη αλλά και στο Συρία. Ο Ομπάμα θα υποστηρίξει την ανάγκη απεμπλοκή και σταδιακής αποχώρησης, αν και επί των ημερών η αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε επιλεγμένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης και της Συρίας επεκτάθηκε, ενώ ταυτόχρονα πήρε την επιλογή της διαπραγμάτευσης της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράκ, παρά την αντίρρηση των Ρεπουμπλικανών. Βέβαια στο Ιράκ, μετά την κλιμάκωση της δράσης του Ισλαμικού Κράτους, ο Ομπάμα θα πάει την απόφαση της αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, προβάλλοντα την ανάγκη να εκπαιδευτούν οι τοπικές ένοπλες δυνάμεις για την πάλη ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος.

Οι παλινωδίες του Ντόναλντ Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ από τη μεριά του κατεξοχήν υποστήριξε ότι θέλει να βοηθήσει στην απεμπλοκή των ΗΠΑ από πολέμους στους οποίους δεν έχει νόημα να μπλέκονται. Αυτή ήταν μια βασική πλευρά του America First και φαινόταν να απηχεί παλαιότερες εκδοχές αμερικανικού απομονωτισμού. Όμως, την ίδια στιγμή ο Τραμπ φαινόταν να επιμένει και σε μια αντίληψη κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης με χώρες που τις θεωρούσε αντίπαλες. Αυτό φάνηκε και με την εναλλαγή πίεσης και διαπραγμάτευσης με τη Βόρεια Κορέα αλλά και με τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» απέναντι στο Ιράν με αποκορύφωμα την εκτέλεση Σουλεϊμανί.

Στη διαδρομή αυτή ο Τραμπ ανακοίνωσε την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία, αρκετό καιρό βέβαια πριν όντως αυτή αρχίσει να γίνεται εν μέρει πράξη, αλλά και τη σταδιακή επιτάχυνση της αποχώρησης από το Ιράκ.

Βέβαια ακόμη και εντός του σχεδίου του Τραμπ, οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα διατηρούσαν μια ιδιαίτερα ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, ιδίως εάν αναλογιστούμε τη στρατηγική σημασία που έχει αλλά και την ύπαρξη ανοιχτών εστιών έντασης.

Καταρχάς οι ΗΠΑ διατηρούν ένα πλέγμα συμμαχιών στην περιοχή που δεν πρόκειται εύκολα να εγκαταλείψουν, γιατί αποτελέσουν πλευρά της ίδιας της αμυντικής τους στρατηγικής: το Ισράηλ, την Αίγυπτο, την Σαουδική Αραβία και άλλες μοναρχίες του Κόλπου, ενώ την ίδια ώρα αναβαθμίζουν τη στρατηγική συνεργασία και με άλλες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Έχουν ένα πλήθος βάσεων, μια ναυτική δύναμη επίθεσης που περιλαμβάνει και αεροπλανοφόρο, αεροπορικές βάσεις αλλά και αρκετές χιλιάδες αμερικανών στρατιωτών. Μάλιστα εκτιμάται από τον περασμένο Μάριο έχουν στείλει πάνω από 14.000 επιπλέον στρατιωτικούς στην ευρύτερη περιοχή.

Με αυτή την έννοια δύσκολα θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, ακόμη και εάν υπήρξε μια σχετική μείωση της παρουσίας στη βορειοανατολική Συρία μετά και την τουρκική εισβολή και δημιουργία ζώνης ασφαλείας.

Πρωτοβουλίες που τείνουν σε μεγαλύτερη εμπλοκή

Όμως, το πρόβλημα δεν αφορά στενά την αριθμητική παρουσία των ΗΠΑ αλλά και την πολιτική. Οι τελευταίες κινήσεις του Τραμπ με την κλιμάκωση της επιθετικότητας απέναντι στο Ιράν, ακόμη και εάν δεν οδηγήσουν σε άμεση πολεμική κλιμάκωση, σε κάθε περίπτωση καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την αμερικανική απεμπλοκή. Αυτό δεν αφορά τις άμεσες ανάγκες ασφάλειας των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και το φόβο ιρανικών αντιποίνων. Αφορά και το γεγονός ότι οποιαδήποτε σήμερα μεγάλης κλίμακας μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή θα φαινόταν ως έμμεση παραδοχή αδυναμίας, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλουν να προβάλουν κινήσεις όπως η εκτέλεση Σουλεϊμανί.

Την ίδια ώρα η ίδια η κλιμάκωση της αμερικανικής επιθετικότητας έχει το αποτέλεσμα να διαμορφώνει ένα πολιτικό κλίμα και έναν πολιτικό συσχετισμό στην ευρύτερη περιοχή που είναι ο ακριβώς αντίθετος από αυτόν που θα ήθελαν οι ΗΠΑ. Τόσο η επανεμφάνιση των εκκλήσεων για αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ όσο και η αίσθηση πατριωτικής ανάτασης και φόρτισης στο Ιράν, όσο και η ευρύτερη αντίδραση στις αμερικανικές κινήσεις προς αυτό κατατείνουν.

Με μια έννοια, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται εξαιτίας και των δικών του πρωτοβουλιών μπλεγμένος στον ίδιο φαύλο κύκλο της αμερικανικής ένοπλης εμπλοκής από τον οποίο θα ήθελε να δει τις ΗΠΑ να αποχωρούν.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr