Προϋποθέσεις για την άμεση επεξεργασία σκληρών δίσκων από την ΕΛ.ΑΣ.
Τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες δεν απαιτείται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, προκειμένου να γίνει από την αστυνομία η επεξεργασία στοιχείων αποθηκευμένων σε σκληρό δίσκο υπολογιστή που ανήκει σε ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος θέτει ο Αρειος Πάγος με γνωμοδότησή του.
Τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες δεν απαιτείται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, προκειμένου να γίνει από την αστυνομία η επεξεργασία στοιχείων αποθηκευμένων σε σκληρό δίσκο υπολογιστή που ανήκει σε ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος θέτει ο Αρειος Πάγος με γνωμοδότησή του.
Μετά από ερώτημα του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κυριάκος Καρούτσος, εξέδωσε γνωμοδότηση σχετικά με τις προϋποθέσεις επεξεργασίας σκληρού δίσκου υπολογιστή από τα αρμόδια εργαστήρια της ΕΛΑΣ.
Μεταξύ άλλων, στη γνωμοδότηση αναφέρεται ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή, εξαρτήματα και σύνεργα αυτού ως πειστήρια ήχου, δεν αποτελούν είδος επικοινωνίας.
Βάσει αυτού, τα στοιχεία που είναι αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε εξαρτήματα αυτών, σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ή σε άλλο υλικό φορέα που ανήκει στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και που δεν αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία με οποιονδήποτε τρόπο, δεν εμπίπτουν στην σφαίρα του απορρήτου επικοινωνίας, με αποτέλεσμα για την εργαστηριακή επεξεργασία των στοιχείων αυτών να μην απαιτείται η διαδικασία άρσης του απορρήτου επικοινωνιών.
Σε περίπτωση όμως, σύμφωνα με τον Αρειο Πάγο, που τα αποθηκευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία, το απόρρητο των επικοινωνιών καταλαμβάνει και τα στοιχεία αυτά και τότε για την επεξεργασία και χρήση των στοιχείων αυτών απαιτείται η τήρηση των όρων και της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών.
Έτσι όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου:
α) σε περίπτωση που η αστυνομία γνωρίζει πριν την έναρξη της εργαστηριακής εξέτασης ηλεκτρονικών πειστηρίων ότι πρόκειται να επεξεργαστεί στοιχεία συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που έχουν σχέση με τη διερευνομένη υπόθεση, είναι υποχρεωμένη να τηρήσει την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, απευθυνόμενη στον αρμόδιο εισαγγελέα
β) σε περίπτωση όμως που η ύπαρξη των αναφερόμενων στοιχείων επικοινωνίας διαπιστωθεί μετά την έναρξη ή την ολοκλήρωση της εργαστηριακής διαδικασίας, τότε η αστυνομία, αφού ολοκληρώσει την εν λόγω διαδικασία, οφείλει, απευθυνόμενη προς τον αρμόδιο εισαγγελέα να ζητήσει την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών.
«Η ολοκλήρωση της διαδικασίας στο στάδιο αυτό είναι σύμφωνη και με το άρθρο 251 Κ.Π.Δ. κατά το οποίο ο ανακριτής και οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαίτιους και εκτός των άλλων να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος».
»Μέχρι την έκδοση του σχετικού βουλεύματος απαγορεύεται κάθε χρήση των εκ της εργαστηριακής διαδικασίας προκυψάντων στοιχείων επικοινωνίας, η οποία θα γίνει μετά την έκδοση του βουλεύματος και αφού αυτό διατάσσει την άρση του απορρήτου. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δια του βουλεύματος απορριφθεί η αίτηση της άρσης του απορρήτου για οποιονδήποτε λόγο, τότε τα άνω στοιχεία καταστρέφονται αμελλητί».