Η μεγάλη μάχη ευρίσκετο προς το τέρμα της. Τα γερμανικά στρατεύματα συντρίβοντα ή παρακάμπτοντα τις αμυντικές θέσεις των υπερασπιστών της νήσου τραβούσαν βιαστικά προς την Παληόχωρα διά να αποκόψουν την υποχώρηση των Βρεττανών. Είχαν ξεκινήσει από το Μάλεμε. Πέρασαν τα κακοτράχαλα Σεληνιώτικα βουνά, συγκρούσθηκαν σε ολοήμερη μάχη στα Φλώρια και τώρα βρίσκονται έξω από την Κάνδανο. Μπλεγμένα σε μια μάχη που, αν και άρχισε το πρωί, συνεχίζεται και το μεσημέρι ακόμη με την ίδια ένταση. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών, ταμπουρωμένοι στον ελαιώνα και τους λοφίσκους που είνε πάνω από την κωμόπολη, προσπαθούν να κόψουν τον δρόμο των Γερμανών προς τις νότιες ακτές. Είνε μεσημέρι πια κι’ ο αγώνας συνεχίζεται το ίδιο πεισματωμένος όπως και το πρωί. Τα γερμανικά αεροπλάνα τριγυρίζουν και πολυβολούν αλύπητα τους κουρασμένους και τσακισμένους από το ηλιοπύρι του πρώιμου καλοκαιριού υπερασπιστές της κρητικής γης.
Η Κάνδανος βρίσκεται λίγο πιο πίσω από το σημείο που διεξάγεται η μάχη. Η πλουσία αυτή κωμόπολις φαίνεται σαν να έχη απονεκρωθή. Μια απόλυτη ησυχία βασιλεύει. Οι γυναίκες και τα παιδιά έχουν απομακρυνθή προς τα ορεινά, μακρυά από την κεντρική οδική αρτηρία. Δεν έμειναν παρά λίγοι γέροι και κάμποσες γρηές. Καθώς και μερικές κοπέλλες, που ζώστηκαν τα άρματα και μετέχουν στον αγώνα.
Κατά το μεσημεράκι μια μικρή ομάδα ξεκίνησε από την άκρη της μικρής πόλεως και τράβηξε προς τα σημεία που βρίσκονταν οι Κρήτες μαχητές, για να τους φέρη νερό και τρόφιμα. Τα αεροπλάνα, μόλις την είδαν, άρχισαν να την καταδιώκουν και να την πολυβολούν. Οι αυτοσχέδιοι αυτοί «σιτιστές» αναγκάστηκαν να φυλαχτούν και καλυπτόμενοι από βράχο σε ληόδεντρο και από πέτρα σε σκινάρι προσπαθούν να φτάσουν ως τα ακραία σημεία του μικρού σε έκταση μετώπου. Και τότε ακριβώς συνέβη το περιστατικό που μας αφηγήθηκαν:
Δυο γυναίκες και ένας άντρας φορτωμένοι με νερό και ψωμί πέρασαν από ένα σπιτάκι στην άκρη της Κανδάνου και βιάστηκαν να κρυφτούν κάτω από την πράσινη κληματαριά του, γυρεύοντας να ξεφύγουν από το αεροπλάνο που τους κατεδίωκε. Μόλις πέρασαν τη μισάνοικτη αυλόπορτα αντίκρυσαν στο πεζούλι να κάθεται ένας 90ντάρης απόμαχος των Κρητικών απελευθερωτικών αγώνων και να καθαρίζη με μια ολύμπια υπομονή ένα παληοτούφεκο, απομεινάρι ποιος ξέρει ποιας περασμένης εποχής. Ήταν ένα σκουριασμένο γκρα (σ.σ. είδος παλαιού τυφεκίου), που είνε ζήτημα αν έρριχνε στα 50 μέτρα.
— Για πού ετοιμάζεσαι;
— Θα πάω πέρα. Θα πολεμήσω.
— Με τουτηνέ την παληοσκουριά;
— Ναίσκε.
— Δεν φοβάσαι τον Θεό! Άφησε το τουφέκι και έλα να πάμε ψωμί και νερό στους άντρες που πολεμάνε.
— Εγώ νεφέρι (υπηρέτης) δεν γίνομαι. Θα πάω και θα την ανάψω νιους!
Εκείνοι που μας αφηγήθηκαν το περιστατικό, μας λένε και τη συνέχειά του. Σε λίγο ο γεροντάκος ξεκίνησε σκυφτά και συρτά προς τη μάχη. Με το ένα χέρι ακουμπούσε στη μαγκουρίτσα του και με το άλλο κρατούσε το σκουριασμένο «γκραδάκι» του. Πήγαινε εκεί που τον τραβούσε η μοίρα του. Είχεν ανασηκώσει τη βράκα του όπως καλή ώρα μια φορά, όταν ακολουθούσε τον Σκαλίδη ή τον Χατζημιχάλη Γιάνναρη (σ.σ. ονόματα ξακουστών οπλαρχηγών της Κρήτης κατά το 19ο αιώνα). Μόνο που τα βήματά του δεν είχαν εκείνη την αλαφράδα που τούδιναν άλλοτε τα νιάτα. Το απόγευμα αργά ξαναφάνηκε να γυρίζη στο χωριό του. Δεν κρατούσε πια το παληοτούφεκό του, μα ένα καινούργιο γερμανικό Μάουζερ. Την είχε «ανάψει» σε κάποιον Γερμανό και τούχε πάρει το όπλο του! Μα δεν έχει και τόση σημασία το αποτέλεσμα αυτό. Ο ενενηντάρης αγωνιστής της Κανδάνου μπορούσε και νάχη πέσει στη μάχη. Νάχε μείνει εκεί στα χώματα του χωριού του και να πότιζε με το αίμα του τη γη που τόσες και τόσες φορές είχεν οργώσει. Το αποτέλεσμα δεν έχει σημασία, όσο το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό. Ένα από τα πολλά που συνέβησαν τότε στην Κρήτη.
Έχουν γραφή τόσα και τόσα για τη Μάχη της Κρήτης. Κάθε λίγο και ένα βιβλίο βγαίνει για να δώση μια άγνωστη πλευρά της. Ο Τσώρτσιλ έδωσε την επίσημη αγγλική άποψη. Ο Φράυμπεργκ, τη λεπτομερειακή στρατιωτική περιγραφή. Άλλοι ξένοι στρατιωτικοί έδωσαν προσωπικές αφηγήσεις διά τα επεισόδια που έζησαν. Έλληνες στρατιωτικοί επίσης έγραψαν και αυτοί τα περιστατικά που τους συνέβησαν. Όλα αυτά που εγράφησαν συνθέτουν το έπος εκείνο που αποκαλείται Μάχη της Κρήτης. Και πρέπει να τονισθή πως η αναμέτρησις των Γερμανών αλεξιπτωτιστών με τους μαχητές της Κρήτης μπορεί να θεωρηθή πως έχει ξεκαθαρισθή από κάθε πλευρά της. Τη στρατιωτική, την πολιτική, τη διπλωματική και τη φιλολογική ακόμη.
Όλοι συμφωνούν κυρίως σε ένα σημείο. Πως ύστερα από δέκα ημερών συνεχή αγώνα, που διεξήχθη κατά μήκος των βορείων ακτών της Κρήτης, η βία της ύλης συνέτριψε τη φλόγα της αντιστάσεως των υπερασπιστών της νήσου. Επί δέκα μερόνυχτα συνεχώς οπλιταγωγά αεροπλάνα των Γερμανών άδειαζαν χωρίς ανάπαυλα μεγάλες ομάδες αλεξιπτωτιστών, ενώ την ίδια ώρα τα μαχητικά και τα βομβαρδιστικά εθέριζαν με τις ριπές τους ή κατέσκαβαν με τις βόμβες τους τας θέσεις των κουρασμένων από τον νυκτοήμερο αγώνα υπερασπιστών. Κάποτε, οι τελευταίοι ακολούθησαν τον μοιραίο νόμο της φθοράς. Εκάμφθησαν και άρχισαν να υποχωρούν βήμα προς βήμα προς τη θάλασσα και τα βουνά. Τα σύγχρονα πολεμικά μέσα και οι μηχανές του ολέθρου επεβλήθησαν στο τέλος. Και η ανδρεία των ανωνύμων μαχητών μετεβλήθη σε αίμα και δάκρυα. Είνε μια διαπίστωσις αυτή στην οποία συμφωνούν όλοι όσοι έγραψαν για τη Μάχη της Κρήτης. Μα που όμως δεν δίνει απάντηση σε ένα ερώτημα που προβάλλει πάντοτε και ιδιαιτέρως κάθε τέτοια εποχή:
Ποιο ήταν εκείνο που έδωσε τη συνισταμένη και τη μορφή του αγώνα που διεξήχθη στην Κρήτη επί δέκα ολάκαιρα μερόνυκτα και με την ίδια τραγική ένταση; Ποιο ήταν το άγνωστο αίτιο που έκαμε τους στρατιώτες, ξένους και Έλληνες, να σφίξουν τα δόντια των και να πολεμήσουν ως το τέλος με τόση αποφασιστικότητα, και ποια ήσαν τα κίνητρα που ξεσήκωσαν τον πληθυσμό της Κρήτης, άνδρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά, και τους έφεραν στο πλευρό των μαχομένων πολεμιστών για ν’ ανεβούν μαζί τον ανηφορικό Γολγοθά μιας εποποιίας που κατέληξε σε ήττα;
Ήταν μόνο η προσωπική ανδρεία; Ήταν η ιδέα πως αγωνίζονται «υπέρ βωμών και εστιών»; Ήταν η φλόγα της ελευθερίας; Ήταν, τέλος, το μίσος των ελευθέρων ανθρώπων κατά των λεγεώνων του φασισμού; Τι ήταν από όλα αυτό που έδωσε το ιδιαίτερο χρώμα στη Μάχη της Κρήτης και έκαμε και τους Γερμανούς ακόμη να μιλάνε με σεβασμό για τους αντιπάλους τους; Ήταν ασφαλώς όλα αυτά: η ανδρεία, η λεβεντιά, η παλληκαριά, η φλόγα της ελευθερίας. Μα ήταν περισσότερο από όλα το πνεύμα της θυσίας, που απλώθηκε και κατέκτησε και συνεπήρε όλους όσοι βρέθηκαν τότε στη Μεγαλόνησο. Απ’ τις γυναίκες, που έτρεχαν να φέρουν νερό στους τραυματίες ή να στολίσουν με λουλούδια τους τάφους των νεκρών παλληκαριών, ως τους δυο χωρικούς που μάλωναν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα παρακαλώντας να εκτελεσθή ο ένας αντί του άλλου. Και ακόμη ως τον Σκουμπάκη, τον κάτοικο των Περιβολιών, που κατέβηκε από τα βουνά και παραδόθηκε στους Γερμανούς και τουφεκίστηκε σώζοντας έτσι περί τους 70 συγχωριανούς του. Όλους τους συνεπήρε το πνεύμα της θυσίας, που τελικώς στάθηκε ίσως η τραγικώτερη μα και η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της περιόδου εκείνης. Αυτό που μαζί με όλα τα άλλα ετοποθέτησε τη Μάχη της Κρήτης στη σειρά των μεγαλυτέρων γεγονότων του τελευταίου πολέμου.
*Κείμενο του Ιωάννη Μανωλικάκη, που έφερε τον τίτλο «Ολοκαύτωμα ενός γενναίου λαού» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 28 Μαΐου 1950.
Ο χανιώτης Ιωάννης Μανωλικάκης (1913-1988) υπήρξε διακεκριμένος δημοσιογράφος (στέλεχος των εντύπων του ΔΟΛ επί σειράν ετών), ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας.
Τρεις περίπου εβδομάδες μετά την κατάληψη της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα (27 Απριλίου 1941) άρχισε η περίφημη Μάχη της Κρήτης. Αρχής γενομένης από τις 20 Μαΐου 1941, η μεγαλόνησος, όπου είχε καταφύγει η ελληνική κυβέρνηση για να συνεχίσει τον αγώνα κατά του εισβολέα, προέβαλε ηρωική, καθολική αντίσταση, με μπροστάρη τον ίδιον τον περήφανο και αδούλωτο κρητικό λαό, ο οποίος στάθηκε ομαδικά, μαζικά και αποφασιστικά στο πλευρό των στρατιωτών που αμύνονταν, Ελλήνων και Συμμάχων.
Η αντίσταση αυτή τελικά εκάμφθη εξαιτίας των σαφώς υπέρτερων δυνάμεων του εχθρού και της ελλιπούς αμυντικής προπαρασκευής, αλλά το γεγονός αυτό δε μειώνει ασφαλώς την ηθική και ιστορική σημασία της Μάχης της Κρήτης, για την οποία δικαίως σεμνύνονται όλοι οι Κρήτες αλλά και όλοι οι Έλληνες, απανταχού της Γης.
Η σκληρή και εξαιρετικά αιματηρή ένοπλη σύγκρουση στην Κρήτη το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1941 (κατάπαυση του πυρός επήλθε σε όλο το νησί την 1η Ιουνίου 1941) επέφερε βαρύτατες απώλειες και στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού όσο και από πλευράς πολεμικών μέσων. Η μεν νίκη των Γερμανών ήταν πύρρεια, η δε ήττα των Ελλήνων —προεξάρχοντος του κρητικού λαού— και των συμμάχων τους κάθε άλλο παρά ταπεινωτική.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ομαδικός τάφος πεσόντων στο Μάλεμε, τις πρώτες μέρες της γερμανικής εισβολής στη Μεγαλόνησο (πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 20.3.1980, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).