Brain regain: Η πραγματικότητα πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς
Τελικά έχουμε brain drain ή brain regain; Ο καθηγητής Λόης Λαμπριανίδης αποκωδικοποιεί τις στατιστικές και αποδομεί με τεκμηριωμένα στοιχεία τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς.
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι επί των ημερών της το brain drain έχει αντιστραφεί σε brain regain. Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, με αφορμή την πρόσφατη εκδήλωση Rebrain Greece στο Λονδίνο, επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι «σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εurostat τα τελευταία 10–15 χρόνια έχουν φύγει από τη χώρα 730.000 πολίτες ενώ έχουν επιστρέψει 473.000, ποσοστό που μεταφράζεται σε μία αναστροφή του brain drain κατά 64%».
Μόνο που την ίδια στιγμή, σύμφωνα με εξίσου επίσημα στοιχεία, οι Έλληνες 20-64 ετών που διαμένουν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΕ + Ελβετία, Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν), καταγράφουν ιστορικό υψηλό.
Ποια είναι η πραγματικότητα πίσω από τις στατιστικές; Μπορούμε να μιλάμε για brain regain ή συνεχίζεται η φυγή ειδικευμένου εργατικού δυναμικού;
Ο Λόης Λαμπριανίδης, εκτελεστικός διευθυντής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, οικονομικός γεωγράφος, μας βοηθάει να αποκωδικοποιήσουμε τη σύνθετη πραγματικότητα, πίσω από τη γλώσσα των αριθμών, αξιοποιώντας τα διαγράμματα του Greece In Figures, .
Μια πραγματικότητα η οποία, δυστυχώς για την κυβέρνηση, διαψεύδει τους ισχυρισμούς περί ουσιαστικού brain regain.
Ο καθηγητής Λόης Λαμπριανίδης στο συνέδριο του in Brain Retain & Regain
Brain regain; Όχι ακριβώς
Όπως μας εξηγεί ο κ. Λαμπριανίδης, αφ. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πρώην Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν τεκμηριώνουν σαφή αντιστροφή του brain drain.
Παρά την αύξηση της παλιννόστησης, το απόθεμα των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες της ΕΖΕΣ συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ οι μεθοδολογικές αδυναμίες των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ οδηγούν πιθανώς σε υποεκτίμηση της εξερχόμενης μετανάστευσης.
Η επιστροφή επιστημόνων αποδίδεται κυρίως σε προσωπικούς λόγους και όχι σε δομικές αλλαγές της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, οι επαναπατρισμένοι συχνά υφίστανται επαγγελματική και εισοδηματική υποβάθμιση, γεγονός που αναδεικνύει τις αδυναμίες του παραγωγικού προτύπου και των θεσμών της χώρας.
Γράφημα 1 – GreeceinFigures
Γράφημα 2 – Greece in Figures
Πίσω από τους αριθμούς
Το 2025 οι Έλληνες ηλικίας 20–64 ετών που διαμένουν στις χώρες της ΕΖΕΣ ανήλθαν σε 386.100 άτομα, Από αυτούς, 117.400 είναι πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης, 114.800 είναι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας ή επαγγελματικής εκπαίδευσης, ενώ 135.600 διαθέτουν μόνο υποχρεωτική εκπαίδευση (Διάγραμμα 1).
Τα έτη 2023 και 2024 οι ροές της παλιννόστησης φέρεται να υπερέβησαν τις ροές της μετανάστευσης, εξέλιξη που, πρέπει να θεωρηθεί θετική (Διάγραμμα 2). Ωστόσο, η αξιοπιστία των διαθέσιμων στοιχείων παραμένει περιορισμένη.
Η ΕΛΣΤΑΤ βασίζεται αναγκαστικά σε εκτιμήσεις, καθώς η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει στους Έλληνες πολίτες να μετακινούνται και να εγκαθίστανται σε άλλες χώρες χωρίς να καταγράφονται άμεσα από τις ελληνικές αρχές.
Οι μεταναστευτικές ροές αποτυπώνονται από την ΕΛΣΤΑΤ με σχετική ακρίβεια μόνο κατά τις απογραφικές περιόδους, όπως το 2011 και το 2021. Για τα ενδιάμεσα έτη, οι εισροές υπολογίζονται ως μια σταθερή συνάρτηση της αύξησης του ΑΕΠ την προηγούμενη χρονιά και τις προηγούμενες μεταναστευτικές ροές. Οι εκροές βασίζονται σε εκτιμήσεις με βάση δεδομένα της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας για τους Έλληνες που μεταναστεύουν στη Γερμανία.
Οι καιροί αλλάζουν
Η παραπάνω μεθοδολογία ήταν λειτουργική σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν η Γερμανία αποτελούσε τον βασικό προορισμό των Ελλήνων μεταναστών.
Σήμερα, όμως, οι μεταναστευτικές διαδρομές έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά.
Επομένως, η μείωση των αφίξεων Ελλήνων στη Γερμανία δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη συνολική μείωση της ελληνικής μετανάστευσης, αφού αυτή είναι πιθανό να αντισταθμίζεται από την αύξηση των ροών σε άλλες χώρες υποδοχής, παραδοσιακές και νεότερες.
Επιπλέον, μέρος των καταγεγραμμένων «μεταναστευτικών» ροών δεν αντιστοιχεί σε μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό, καθώς περιλαμβάνει φοιτητές, ναυτικούς, επαγγελματίες υψηλής κινητικότητας και άλλες κατηγορίες εργαζομένων που μετακινούνται προσωρινά.
Ροές και αποθέματα μεταναστών
Μια κρίσιμη μεθοδολογική διάκριση είναι αυτή μεταξύ ροών και αποθέματος (stock) μεταναστών. Οι ροές αποτυπώνουν τον όγκο της μεταναστευτικής κίνησης εντός μιας χρονικής περιόδου (π.χ., μεταξύ δύο ετών) και είναι δυναμικό μέτρο αποτίμησης του φαινομένου.
Το απόθεμα είναι ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που διαβιούν στο εξωτερικό σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και είναι στατικό μέτρο. Η αύξηση των ροών επιστροφής, μολονότι είναι θετική, δεν επαρκεί μέχρι στιγμής για να μειώσει το στοκ των μεταναστών που γιγαντώθηκε κατά την περίοδο της κρίσης, πολλώ δε μάλλον, όσο οι εκροές από Ελλάδα εξακολουθούν να αυξάνονται.
Τα δεδομένα καταδεικνύουν μια διαρκή αύξηση του αποθέματος (stock) των Ελλήνων στις χώρες της ΕΖΕΣ. Ως εκ τούτου, έρχονται σε αντίθεση με τις προβολές της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το μεταναστευτικό ισοζύγιο. Ειδικότερα, τα στοιχεία που αφορούν τη Γερμανία, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη αυξημένης παλιννόστησης στον βαθμό που υποδηλώνουν οι εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ. Έως και το 2023, το μεταναστευτικό ισοζύγιο της Ελλάδας παραμένει αρνητικό — δηλαδή οι εξερχόμενες μεταναστευτικές ροές υπερβαίνουν τις επιστροφές — ενώ μεταβολή παρατηρείται μόλις το 2024, και μάλιστα με αισθητά ηπιότερο ρυθμό από εκείνον που προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Μεθοδολογικές αδυναμίες
Κατά συνέπεια, ανακύπτει το εύλογο ερώτημα σχετικά με τη μεθοδολογία παραγωγής των συγκεκριμένων δεδομένων από την ΕΛΣΤΑΤ. Τα στοιχεία εμφανίζουν σημαντικές αδυναμίες, κυρίως ως προς την αποτύπωση της συνεχιζόμενης εξερχόμενης μετανάστευσης, η οποία φαίνεται να υποεκτιμάται σε μεγάλο βαθμό. Αναμφίβολα, η παλιννόστηση παρουσιάζει αύξηση — εξέλιξη αναμενόμενη, δεδομένης της παράλληλης αύξησης του αποθέματος των Ελλήνων στο εξωτερικό — ωστόσο δεν προκύπτει αντίστοιχη ουσιαστική μείωση των εξερχόμενων μεταναστευτικών ροών. Επιπλέον, δεν καθίσταται σαφές για ποιον λόγο επιλέγεται η αξιοποίηση των γερμανικών δεδομένων για την εκτίμηση των επιστροφών, χωρίς να ακολουθείται αντίστοιχη πρακτική για την αποτύπωση της μετανάστευσης προς το εξωτερικό.
Κυβερνητικoί ισχυρισμοί για brain regain
Στο πλαίσιο αυτό, οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί ουσιαστικού brain regain φαίνεται να υπερβαίνουν τα πραγματικά δεδομένα. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, εκτιμάται ότι μεταξύ 330.000 και 390.000 Ελλήνων πτυχιούχων εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό.
Παράλληλα, η επιστροφή μέρους των μεταναστών δεν συνδέεται κυρίως με τη δημιουργία νέων επαγγελματικών ευκαιριών στην Ελλάδα που προέκυψαν από αλλαγές στο αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας, ούτε με έναν συστηματικό σχεδιασμό προσέλκυσης επιστημονικού προσωπικού. Οι βασικοί λόγοι παλιννόστησης φαίνεται να είναι προσωπικοί και οικογενειακοί.
Το γεγονός αυτό συνυφαίνεται και με ένα λογικό σφάλμα το οποίο, υποθέτω όχι από άγνοια, γίνεται από όλες τις κυβερνήσεις: η ανάδυση ενός φαινομένου -εν προκειμένω η αύξηση των επιστροφών- εντός του χρόνου μιας κυβερνητικής θητείας διερμηνεύεται ως αποτέλεσμα του έργου της κυβέρνησης, δηλ., η χρονική σύμπτωση παρουσιάζεται ως αιτιακή σύνδεση, για να καρπωθεί η κυβέρνηση το αποτέλεσμα που προκύπτει. Ωστόσο, τα κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα απαιτούν χρόνο επώασης και είναι αποτέλεσμα πληθώρας παραγόντων που επενεργούν ταυτόχρονα.
Σε κάθε περίπτωση, για να απομονώσει κανείς την κρίσιμη αιτία (ποιος είναι ο καίριος παράγοντας επιστροφής) απαιτείται αυτό που ονομάζουμε ταυτοποίηση (σ.σ. της κρίσιμης αιτίας) και τέτοια ανάλυση δεν είναι μέχρι στιγμής διαθέσιμη.
Δύσκολος ο δρόμος της επιστροφής
Σημασία δεν έχει μόνο πόσοι επιστρέφουν, αλλά ποιοι επιστρέφουν, γιατί επιστρέφουν και ποια είναι η επίδρασή τους στη χώρα. Όσοι επιστρέφουν συχνά αντιμετωπίζουν υποβάθμιση τόσο των αμοιβών όσο και της επαγγελματικής τους θέσης. Ενώ το 78% των παλιννοστούντων δήλωνε ότι στο εξωτερικό είχε μηνιαίο εισόδημα άνω των 2.000 ευρώ, μετά την επιστροφή το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 22%. Αντίστοιχα, το ποσοστό όσων κατείχαν διευθυντικές θέσεις μειώνεται από 23% στο εξωτερικό σε 16% στην Ελλάδα. Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι η ελληνική οικονομία δυσκολεύεται να αξιοποιήσει αποτελεσματικά το υψηλής εξειδίκευσης ανθρώπινο κεφάλαιο που επιστρέφει.
Άλλωστε, η εργασιακή συνεισφορά των παλιννοστούντων μας εξαρτάται από μια σειρά παραμέτρων, όπως το αν οι δεξιότητες που απέκτησαν στο εξωτερικό είναι μεταβιβάσιμες στην Ελλάδα και -ακόμα κι αν είναι μεταβιβάσιμες- αν απασχολούνται στην ίδια ή παραπλήσια εργασία με αυτή που επιτελούσαν στο εξωτερικό. Οι παράμετροι αυτές δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Με την Ελλάδα, ωστόσο, να συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τους υψηλότερους δείκτες ετεροαπασχόλησης και αναντιστοιχίας δεξιοτήτων-εργασίας, το ζήτημα της αξιοποίησης των παλιννοστούντων παραμένει ανοιχτό, τόσο ως πεδίο έρευνας όσο και ως πεδίο πολιτικής παρέμβασης.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αύξηση της παλιννόστησης να συνδέεται και με την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης σε ορισμένες χώρες υποδοχής, όπως η αύξηση του κόστους ζωής, η εργασιακή αβεβαιότητα η ενίσχυση ξενοφοβικών τάσεων και οι κρίσεις πλανητικής εμβέλειας (πόλεμοι, ενέργεια κ.ά.). Ένα μικρό αλλά αυξανόμενο ποσοστό επαναπατρισμένων συνεχίζει, επίσης, να εργάζεται εξ αποστάσεως για επιχειρήσεις του εξωτερικού, συχνά για τους ίδιους εργοδότες που είχε πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Παραγωγικό υπόδειγμα και θεσμοί
Η ενίσχυση της παλιννόστησης αποτελεί ασφαλώς θετική εξέλιξη. Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση γύρω από το brain regain συχνά αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής επικοινωνίας εκ μέρους της κυβέρνησης.
Η επιστροφή επιστημόνων έχει προβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, ως ένδειξη επιτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ η υπουργός Εργασίας έχει πραγματοποιήσει εκδηλώσεις σε πόλεις του εξωτερικού με ισχυρή ελληνική παρουσία, σε συνεργασία με μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, οι οποίες αναζητούν να προσλάβουν Έλληνες πτυχιούχους που δουλεύουν στο εξωτερικό.
Παρά ταύτα, η πραγματική επιτυχία μιας πολιτικής brain regain δεν αποτιμάται μόνο από τον αριθμό όσων επιστρέφουν, αλλά κυρίως από τον βαθμό επαγγελματικής και κοινωνικής ενσωμάτωσής και συνεισφοράς τους μετά την επιστροφή. Η δυνατότητα αξιοποίησης των δεξιοτήτων και της διεθνούς εμπειρίας τους τίθεται εν αμφιβόλω, γεγονός που αντανακλά βαθύτερες αδυναμίες του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου.
Το brain drain δεν είναι συγκυριακό
Η γεωγραφική κινητικότητα του επιστημονικού δυναμικού συνδέεται άμεσα με τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Το brain drain δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με ένα παραγωγικό πρότυπο που βασίζεται κυρίως σε δραστηριότητες χαμηλής ή μέσης προστιθέμενης αξίας και αδυνατεί να δημιουργήσει επαρκείς θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Συνδέεται, επίσης, με το χαμηλό επίπεδο θεσμικής ποιότητας που γεννά αναξιοκρατία και πλήττει ανεπανόρθωτα το κράτους δικαίου. Επομένως, η ουσιαστική αντιστροφή του φαινομένου προϋποθέτει βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, στην αγορά εργασίας και στους θεσμούς.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι επαναπατρισμένοι αξιολογούν αρνητικά κρίσιμους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, οι οποίοι σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία επηρεάζουν καθοριστικά την απόφαση επιστροφής των μεταναστών. Συνεπώς, η αντιμετώπιση του brain drain και η ουσιαστική ενίσχυση του brain regain απαιτούν λιγότερη επικοινωνιακή διαχείριση και περισσότερο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα βελτιώνει τις συνθήκες εργασίας, τις αμοιβές, την αξιοκρατία και τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης στην Ελλάδα.