Λίγες έννοιες κυριάρχησαν τόσο πολύ στην κοινωνική θεωρία, από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και έως και τις μέρες μας, και πυροδότησαν τόσες πολλές αντιπαραθέσεις, όσο η δομή. Και παρότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από όταν αναγγέλθηκε ως κρίσιμη διχοτομία, η διάκριση δομισμού και μεταδομισμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα θεωρητικό σημείο αναφοράς, όπως γνωρίζουν, άλλωστε, όλες οι φοιτήτριες και οι φοιτητές κοινωνικών επιστημών ανά τον κόσμο.
Ωστόσο, η έννοια της δομής είχε εξαρχής μια καταστατική ένταση, ιδίως εάν δούμε το νήμα που περνάει από τη γλωσσολογία του Φερντινάν ντε Σωσσύρ, στην κοινωνική ανθρωπολογία του Κλοντ Λεβί-Στρος, στη φιλοσοφία του Λουί Αλτουσέρ των αρχών της δεκαετίας του 1960. Από τη μια, ήταν ένας τρόπος να διατυπωθεί η καθαρή «σχεσιακότητα» των κοινωνικών μορφών, το γεγονός, δηλαδή, ότι αυτό που ορίζει την κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά καθαρές σχέσεις, συνδυασμοί (και μη συνδυασμοί) ανάμεσα σε στοιχεία, χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη καταφυγή σε κάποιο υπερβατικό επίπεδο, είτε αυτό θα ήταν η θεία πρόνοια είτε κάποια ιστορική μεταφυσική και τελεολογία. Από την άλλη, ο τρόπος που η δομή όριζε το πεδίο μέσα στο οποίο θα κινούνταν οι φορείς δράσης, αυτή η αίσθηση ότι τα υποκείμενα γίνονταν απλώς τα ενεργούμενα απρόσωπων σχέσεων που λειτουργούσαν «πίσω από την πλάτη τους», οδηγούσε στην αντίρρηση ότι ο δομισμός δεν άφηνε περιθώρια για την ενσυνείδητη κοινωνική δράση. Την ίδια στιγμή, οι μεταδομιστικές προσεγγίσεις υπονόμευαν αυτή την εικόνα σταθερά αναπαραγόμενων δομών, υπογραμμίζοντας τις συγκρούσεις, τις εντάσεις, τις ελλείψεις, και τα ρήγματα εντός της υποτίθεται ομαλής αναπαραγωγής των δομών, όμως αναπαρήγαγαν την ίδια αποσταθεροποίηση των υποκειμένων.
Τα πράγματα δεν έκανε ευκολότερα ο τρόπος που συχνά οι δομιστικές θεωρίες έδειχναν να αναπαράγουν έναν δυϊσμό ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και τις λανθάνουσες δομές, ουσιαστικά μια εκδοχή «κοινωνικής γραμματικής» που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των δομών, γεννώντας το ερώτημα εάν αυτή η παραδοχή μιας «βαθύτερης» δομούσας συνθήκης οδηγεί τελικά σε μια μεταφυσική αντίληψη, ένα είδος «φαντάσματος μέσα στην – κοινωνική – μηχανή».
Ο Γιώργος Φουρτούνης, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, δείχνει να πιστεύει ότι μπορούμε να έχουμε μια έννοια της δομής που να αποφεύγει κάθε μεταφυσικό δυισμό και κάθε αντίληψη «κρυφής» κοινωνικής γραμματικής. Και αυτό προσπαθεί το δείξει στο βιβλίο του «Απορίες του (μετα)δομισμού. Εμμένεια, αστάθμητο, υποκείμενο», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Αφετηρία του Φουρτούνη είναι ότι μέσα από τον Σπινόζα και τη δική του άρνηση του δυϊσμού (Deus sive natura – o Θεός ή η φύση) αναδύεται μια διαφορετική έννοια της δομής, που στηρίζεται σε μια ισχυρή αντίληψη εμμένειας: μια δομή δεν είναι μια «κρυφή» κοινωνική σχέση, ούτε μπορούμε να διακρίνουμε τις κοινωνικές δομές από τα κοινωνικά φαινόμενα. Κατά συνέπεια μπορούμε να αποφύγουμε μια υπερβατικότητα που θα σήμαινε ότι υπάρχει μια «“πνευματική”, “άυλη” διάσταση του είναι, οντολογικά διακριτή από τον κόσμο της ανθρώπινης-κοινωνικής δράσης και γνώσης».
Για τον Φουρτούνη μπορούμε να βρούμε τη λογική της εμμένειας στην έννοια της «δομικής αιτιότητας» όπως την εισάγει ο Αλτουσέρ για να προσδιορίσει την αιτιότητα που συναντούμε στον κοινωνικό καθορισμό και που ορίζεται ως διακριτή και από τη μηχανική αιτιότητα (ένα αίτιο οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα) και από την εκφραστική αιτιότητα (μια ουσία εκφράζεται στα φαινόμενά της), καθώς εδώ μια αιτία είναι εμμενής στα αποτελέσματά της, υπάρχει μόνο στα αποτελέσματά της και μέσω αυτών. Ωστόσο, αυτή η έννοια της εμμένειας εφαρμοζόμενη στα κοινωνικά φαινόμενα και η άρνηση κάθε υπερβατικότητας και δυϊσμού (που θα μας πήγαιναν σε μια θεολογική σύλληψη) δεν σημαίνει κάποιο μονοσήμαντο αναγωγισμό (π.χ. στον φυσικαλισμό που θα έλυνε τα προβλήματα λέγοντας ότι όλα είναι φυσικές διεργασίες), αλλά υπογραμμίζει τη διαρκή ένταση που διαπερνά την κοινωνική πραγματικότητα και της επιτρέπει, σε τελική ανάλυση, να μην παραμένει στάσιμη.
Ωστόσο, παραμένει το ανοιχτό ερώτημα για τη θέση του υποκειμένου σε αυτό το πεδίο. Ο Φουρτούνης, συνδυάζοντας την αντίληψη της δομικής αιτιότητας και την επίσης αλτουσερικής έμπνευσης επιμονή ότι είναι η ιδεολογία που «εγκαλεί» τα άτομα ως υποκείμενα, υπογραμμίζει τη σημασία του «πάντοτε-ήδη» τόσο της ιδεολογικής έγκλησης όσο και της δομικής αιτιότητας: τα στοιχεία της δομής είναι πάντοτε ήδη αποτελέσματά της και τα άτομα είναι πάντοτε ήδη υποκείμενα κατά την ιδεολογική τους έγκληση. Σε αυτό το πλαίσιο, η άρνηση της αντιτελεολογίας που εισάγει ο κατά Αλτουσέρ «υλισμός του αστάθμητου» δεν παραπέμπει σε κάποια τυχαιότητα, αλλά στον μη προδιαγεγραμμένο χαρακτήρα της συνάντησης ανάμεσα στα στοιχεία που συναποτελούν τη δομή.
Γι’ αυτό και ο Φουρτούνης επιστρέφοντας στην ανάγνωση του Μακιαβέλλι από τον Αλτουσέρ, επιμένει ότι αντί για καθαρή τυχαιότητα ως προς την ανάδυση του νέου Ηγεμόνα, οφείλουμε να δούμε έναν «αστάθμητο δομισμό». Η απουσία οποιασδήποτε τελεολογίας στην ανάδυση νέων κοινωνικών μορφή, δεν αναιρεί ότι και αυτές με όρους δομικής αιτιότητας προκύπτουν, δηλαδή μέσα από μη προδιαγεγραμμένα δομικά πλέγματα καθορισμών. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει ότι η δομή δεν είναι αστάθμητη μόνο ως προς την αφετηρία της, δηλαδή τη «συνάντηση» των στοιχείων της, αλλά και ως προς τη διάρκειά της, το εάν θα μπορέσει να διατηρηθεί, με την διεργασία να διαπερνιέται από την επίσης αστάθμητη δυναμική των ταξικών αγώνων και συγκρούσεων.
Επιστρέφοντας στη θεωρία του Αλτουσέρ για την «επιστημολογική τομή», ο Φουρτούνης υπογραμμίζει τη σημασία ότι «η “συγχώνευση” με το εργατικό κίνημα είναι καθοριστική της επιστημονικότητας του μαρξισμού», υπενθυμίζοντας ότι «η μαρξιστική επιστήμη είναι μια εγγενώς συγκρουσιακή επιστήμη, μια μεροληπτική επιστήμη, που παίρνει θέση ως προς τις συγκρούσεις των οποίων την αντικειμενική γνώση καθιστά δυνατή», και κατά συνέπεια «το ερώτημα της μορφής του μαρξισμού είναι τώρα αδιαχώριστο από το πρόβλημα της επαναστατικής επιστήμης».