Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να πήρε πίσω τις απειλές ακόμη και για στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Γροιλανδία για να την προσαρτήσουν, ωστόσο η αβεβαιότητα παραμένει στο αρκτικό νησί και συνιστώσα του Βασιλείου της Δανίας.
Στο φόντο είναι το ασαφές «πλαίσιο μελλοντικής συμφωνίας» που ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, κατόπιν συνάντησης με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, στο Νταβός.
«Ουσιαστικά, πρόκειται για πλήρη πρόσβαση», υποστήριξε. «Παίρνουμε ό,τι θέλουμε χωρίς κόστος». «Για πάντα».
«Δεν γνωρίζω τι συγκεκριμένο υπάρχει ως προς τη συμφωνία, για την οποία γίνεται συζήτηση», παραδέχτηκε δημόσια ο Γροιλανδός πρωθυπουργός Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν.
«Αλλά γνωρίζω ότι τώρα έχουμε μια ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου, που εργάζεται για μια λύση και για τα δύο μέρη».
Κι «αν δεν μπορούμε να έχουμε διάλογο μέσω των κατάλληλων διαύλων, μου είναι δύσκολο να καταλάβω περί τίνος πρόκειται πραγματικά, πέρα από όσα βλέπουμε στα μέσα ενημέρωσης και ανακαλύπτουμε εκ των υστέρων, όταν κάτι έχει ειπωθεί»…
Προσώρας, παραμένει άγνωστο πόσο διαφωτιστική υπήρξε για τον ίδιο η νέα επίσκεψη της πρωθυπουργού της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, για να συζητήσει τα επόμενα βήματα με την κυβέρνηση της ημιαυτόνομης δανικής περιοχής.
Αμφότεροι έχουν ξεκαθαρίσει επανειλημμένα ότι ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου είναι «κόκκινη γραμμή».
Όμως τα ανοιχτά μέτωπα όλο και πληθαίνουν.
Κυμαίνονται από το μελλοντικό καθεστώς της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, συμπεριλαμβανομένου του αντιπυραυλικού «Χρυσού Θόλου» -με εκ βάθρων αλλαγή της διμερούς αμυντικής συμφωνίας με τη νατοϊκή σύμμαχο Δανία– και την ενίσχυση της ασφάλειας της Αρκτικής από το ΝΑΤΟ, έως τα δικαιώματα εξόρυξης στο πλούσιο σε πόρους έδαφος του αρκτικού νησιού.
Μοιραία ο 34χρονος Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας σπάνιας διατλαντικής γεωπολιτικής «καταιγίδας».
Και δη ούτε ένα χρόνο αφότου εξελέγη πρωθυπουργός της Γροιλανδίας -ο νεότερος στην κοινοβουλευτική ιστορία της- με την κρίση να πλήττει την «καρδιά» της ταυτότητάς της.
Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, σε διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Νουούκ κατά των ΗΠΑ, στις 17 Ιανουαρίου (REUTERS/Marko Djurica)
«Ρεαλιστής σε τεντωμένο σχοινί»
H Γροιλανδία εξασφάλισε το 2009 αυξημένο επίπεδο αυτονομίας από τη Δανία. Όμως αυτή είναι πρακτικά πολιτική.
Η Κοπεγχάγη αποφασίζει για θέματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.
Οι αποφάσεις για την εκμετάλλευση και διαχείριση των ορυκτών πόρων στη Γροιλανδία λαμβάνονται κυρίως από την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο του νησιού.
Η άνοδος του Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν στην εξουσία, πέρυσι τον Απρίλιο, σηματοδότησε την πρώτη φορά που το κεντροδεξιό, φιλοεπιχειρηματικό κόμμα του Demokraatit ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας.
Βασίζεται σε μια ευρεία κυβέρνηση συνασπισμού, αφήνοντας στην αντιπολίτευση το λαϊκιστικό κόμμα Naleraq, που θέλει γρήγορη απόσχιση από την Δανία και στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Στο εκλογικό μανιφέστο του, το Demokraatit αναφέρει την ανεξαρτησία ως «απώτερο στόχο», στο πλαίσιο μιας σταδιακής πορείας, όταν η οικονομία της Γροιλανδίας θα είναι έτοιμη, χωρίς να εξαρτάται από τις ετήσιες επιχορηγήσεις της Δανίας.
«Πρέπει πρώτα να χτίσουμε τα θεμέλια, πριν βάλουμε την καμινάδα», λέει χαρακτηριστικά ο Νίλσεν.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, θέλει να εκσυγχρονίσει τον τομέα της αλιείας (αντιπροσωπεύει το 95% των εξαγωγών της Γροιλανδίας), να τονώσει τον τουρισμό και να επιταχύνει τις εξορύξεις.
Ο ίδιος είχε διατελέσει υπουργός Εργασίας και Ορυκτών Πόρων την περίοδο 2020-2021.
Χαρτοφυλάκιο, που προφανώς αποτελεί για τον ίδιο τώρα πολύτιμη εμπειρία, σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία.
Οι πρωθυπουργοί της Γροιλανδίας και της Δανίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν και Μέτε Φρεντέρικσεν, σε συνέντευξη Τύπου (Liselotte Sabroe/Ritzau Scanpix/via REUTERS)
Όμως το όνειρο να γίνει κυρίαρχο κράτος στην Αρκτική το νησί τους, το μεγαλύτερο στον κόσμο -με τους μόλις 57.000 κατοίκους, τη γεωστρατηγική θέση και τα πλούσια σε πόρους εδάφη- φαντάζει ακόμη μακρινό.
Εξαρτάται οικονομικά από τη Δανία (οι ετήσιες επιδοτήσεις της άγγιξαν πέρυσι τα 500 εκατομμύρια ευρώ) και για την ασφάλεια από το ΝΑΤΟ.
Καθώς η κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων φέρνουν τώρα το αρκτικό νησί στο «κάδρο» των γεωπολιτικών ανταγωνισμών -καθιστώντας πιο εύκολα προσβάσιμες πολύτιμες πρώτες ύλες και νέες θαλάσσιες διαδρομές- η κυβέρνηση του Νουούκ δηλώνει ανοιχτή σε «μια πιο μόνιμη» νατοϊκή αποστολή στο νησί, ενόσω η δυσπιστία στις σχέσεις με την Κοπεγχάγη είναι ιστορικά ριζωμένη.
Σήμερα, δε, η φτώχεια, η ανεργία, ακόμη και οι ανισότητες στην πρόσβαση στην εκπαίδευση συνεχίζουν να μαστίζουν τους Ινουίτ, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στη Γροιλανδία.
Οι σχέσεις του Νουούκ με την ΕΕ εν τω μεταξύ παραμένουν επίσης δύσκολες.
Ως οιωνεί προάγγελος του Brexit, το αρκτικό νησί έγινε η πρώτη περιοχή που αποχώρησε με δημοψήφισμα, το 1982, από την τότε ΕΟΚ, εν προκειμένω για να ανακτήσει τον έλεγχο της αλιείας.
Με το γεωπολιτικό σκηνικό ωστόσο να γίνεται ραγδαία και απρόσμενα ασταθές, τα δεδομένα αλλάζουν.