Η επίθεση που λειτούργησε μπούμερανγκ: Από σφοδροί επικριτές του Μαδούρο, επικριτές της Ουάσιγκτον
Ακόμα και διεθνή ΜΜΕ που πολεμούσαν τον απαχθέντα ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, καταδίκασαν την απαγωγή του κατ΄εντολή του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Μπορεί η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας από τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ, να θεωρείται επιδέξια στρατιωτική ενέργεια, μα οι μηδαμινές απώλειες δεν ήταν αρκετές για να αμβλύνουν την οργή για τον Ντόναλντ Τραμπ, ακόμα και των μεγαλύτερων πολέμιων του Μαδούρο δυτικών ΜΜΕ.
Στον απόηχο της παράνομης αμερικανικής επιχείρησης, οι Βρυξέλλες αρνήθηκαν την καταδικάσουν και περιορίστηκαν μόνο να καλέσουν σε «αυτοσυγκράτηση». Ο Έλληνας πρωθυπουργός μάλιστα εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή του στις ΗΠΑ σημειώνοντας ότι το τέλος της «βάναυσης και καταπιεστικής δικτατορίας» θα «προσφέρει νέα ελπίδα για τη χώρα» αρνούμενος να σχολιάσει τη νομιμότητα της επιχείρησης.
Δεν έχουν όμως την ίδια γνώμη μεγάλα δυτικά ΜΜΕ που χαρακτηρίζουν τον Νικολάς Μαδούρο «δικτάτορα», αλλά αυτό δεν αρκεί για να ανατραπεί με ξένη επέμβαση.
Αν υπάρχει ένα υπέρτερο δίδαγμα από την αμερικανική εξωτερική πολιτική του περασμένου αιώνα, αυτό είναι ότι η προσπάθεια ανατροπής ακόμη και του πιο απεχθούς καθεστώτος μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση» αναφέρoυν oι New York Times: «Οι ΗΠΑ πέρασαν 20 χρόνια αποτυγχάνοντας να δημιουργήσουν ένα σταθερό κράτος στο Αφγανιστάν και αντικατέστησαν μια δικτατορία στη Λιβύη με ένα κατακερματισμένο κράτος. Οι τραγικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράκ το 2003 εξακολουθούν να βαραίνουν τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή. Ίσως το πιο σχετικό παράδειγμα είναι ότι οι ΗΠΑ αποσταθεροποίησαν κατά καιρούς χώρες της Λατινικής Αμερικής -μεταξύ αυτών τη Χιλή, την Κούβα, τη Γουατεμάλα και τη Νικαράγουα επιχειρώντας να ανατρέψουν κυβερνήσεις με τη χρήση βίας»
Ο κ. Τραμπ δεν έχει μέχρι στιγμής προσφέρει μια συνεκτική εξήγηση για τις ενέργειές του στη Βενεζουέλα. Ωθεί τη χώρα μας προς μια διεθνή κρίση χωρίς βάσιμους λόγους. Αν ο κ. Τραμπ επιθυμεί να υποστηρίξει το αντίθετο, το Σύνταγμα είναι σαφές ως προς το τι οφείλει να πράξει: να προσφύγει στο Κογκρέσο. Χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, οι ενέργειές του παραβιάζουν το αμερικανικό δίκαιο.
«Δικτάτορα» χαρακτηρίζει τον Μαδούρο ο Guardian που «κυβερνά ένα αυταρχικό κράτος από το 2013, με τη βοήθεια εκλογών που θεωρούνται ευρέως νοθευμένες». Ωστόσο, προσθέτει ότι «οι συγκεκριμένες κατηγορίες περί διακίνησης ναρκωτικών που του αποδίδουν οι ΗΠΑ θεωρούνται από τους περισσότερους ειδικούς αδύναμες και δεν θα συνιστούσαν πειστική νομική βάση, ούτε βάσει του διεθνούς δικαίου ούτε του αμερικανικού δικαίου, για την επίθεση κατά της Βενεζουέλας και την απαγωγή του Μαδούρο».
Το ίδιο ισχύει και για τη Le Monde που υποστηρίζει ότι «η αγριότητα ενός καθεστώτος δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή δικαιολογία» για επέμβαση. «Μόνο αν αρνηθεί κανείς να εξετάσει το σύνολο των συνεπειών μπορεί να ικανοποιηθεί από μια τέτοια ανατροπή διά της βίας. Η πρώτη συνέπεια αφορά, φυσικά, τους ίδιους τους Βενεζουελάνους, οι οποίοι έμαθαν στις 3 Ιανουαρίου ότι η Ουάσινγκτον προτίθεται πλέον να διοικήσει τη χώρα τους χωρίς να τους συμβουλευτεί και για αόριστο χρονικό διάστημα».
«Τα συμφέροντα των ΗΠΑ, όπως τα αντιλαμβάνεται ο Τραμπ, τέθηκαν υπεράνω της βούλησης του λαού της Βενεζουέλας, της κυριαρχίας της χώρας και κάθε προσπάθειας αναβίωσης μιας δημοκρατίας που έχει πληγεί σοβαρά από χρόνια δικτατορίας. Όλες αυτές οι κρίσιμες παράμετροι, κατά την άποψη του Ρεπουμπλικανού προέδρου, έπονται των συμφερόντων των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών».
Για τις Βρυξέλλες και την Αθήνα, όμως τέτοιοι προβληματισμοί είναι ανύπαρκτοι φαίνεται.