Η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη ποτέ δεν αγάπησε ιδιαίτερα τις Ανεξάρτητες Αρχές. Ίσως γιατί δεν ταιριάζουν με την αντίληψή της για το «επιτελικό κράτος», που μετά από περισσότερα από έξι χρόνια έχουμε πλέον καταλάβει ότι σημαίνει χειραγωγημένο κράτος, υπό τον στενό, αν όχι ασφυκτικό έλεγχο, του Μεγάρου Μαξίμου, σε μια συνθήκη που όταν χρειάζεται φτάνει στην πλήρη εργαλειοποίηση. Πώς αλλιώς να ερμηνευτεί για παράδειγμα η χρήση της ΕΥΠ, αλλά και μέσων παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού για την παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολιτικών, υπουργών, δικαστικών, επιχειρηματιών και ανώτατων αξιωματικών.
Φάνηκε αυτό και από το πώς αντιμετώπισαν τις Ανεξάρτητες Αρχές όταν αυτές χρειάστηκε να ελέγξουν τα πεπραγμένα αυτής της κυβέρνησης. Η υπόθεση των υποκλοπών ήταν και πάλι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όταν αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν μόνο η ΕΥΠ που έκανε παρακολουθήσεις ανθρώπων, οι οποίοι δύσκολα μπορούσαν να θεωρηθούν νόμιμοι στόχοι, αλλά στη συνέχεια ενεργοποιήθηκε και παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό (που «άκουγε» καλύτερα από τις «νόμιμες επισυνδέσεις»), η αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή, η ΑΔΑΕ, υπό τον Χρήστο Ράμμο, προσπάθησε να κάνει τη δουλειά της. Δηλαδή, να ζητήσει στοιχεία από την ΕΥΠ για να ελέγξει εάν τηρήθηκε η νομιμότητα. Η απάντηση της ΕΥΠ, που υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ήταν η άρνηση συνεργασίας και παροχής στοιχείων, ενώ στη συνέχεια είχαμε τη μεθόδευση ώστε να αλλάξει η σύνθεση της ολομέλειας της ΑΔΑΕ για να γίνει πιο δύσκολη η δουλειά του Ράμμου. Μάλιστα, επειδή δεν έβγαινε πλειοψηφία, παρότι με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 μειώθηκε η πλειοψηφία για τον ορισμό Ανεξάρτητων Αρχών στα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, αποφάσισαν αυθαίρετα να υποστηρίξουν ότι τα 3/5 υπολογίζονται με «στρογγυλοποίηση προς τα κάτω» για να διευκολυνθεί η διαμόρφωση πλειοψηφίας με τη «βοήθεια» της Ελληνικής Λύσης, «στήριξη» που ήρθε με το… αζημίωτο αφού με την ίδια διαδικασία άλλαξε και η σύνθεση του ΕΣΡ και έτσι κάπου στη διαδρομή διαγράφηκαν και κάτι πρόστιμα που εκκρεμούσαν για τον Βελόπουλο στο ΕΣΡ.
Τώρα η Νέα Δημοκρατία, που εδώ και έξι χρόνια ομολογουμένως δεν την χαρακτηρίζει ο σεβασμός του Κράτους Δικαίου και της θεσμικής λειτουργίας της Πολιτείας, υποτίθεται ότι θέλει «συναίνεση» για να καλυφθούν τα κενά που υπάρχουν σε ορισμένες Ανεξάρτητες Αρχές. Μάλιστα, «κυβερνητικές πηγές» υποστήριξαν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα απευθύνει πρόταση στον Νίκο Ανδρουλάκη για να συνεννοηθούν για την πλήρωση των θέσεων αυτών και άρα να υπάρξει συναίνεση. Παρά δε την κατηγορηματική άρνηση του Ανδρουλάκη να συμμετέχει σε μια τέτοιου είδους διαδικασία προσυνεννόησης πίσω από κλειστές πόρτες, το Μαξίμου επιμένει. Προφανώς γιατί πρακτικές που προσβάλλουν και απαξιώνουν τους Θεσμούς είναι για την κυβέρνηση τα μέσα που αγιάζουν το σκοπό της παραμονής πάση θυσία στην εξουσία.
Βεβαίως, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι η «θεσμικότητα» της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει και τόσο μεγάλο βάθος. Γιατί συναίνεση δεν είναι η συνεννόηση (το «κομπρεμί» δύο κομμάτων), αλλά μια ανοιχτή διαδικασία που να αφορά ένα ευρύτερο φάσμα κομμάτων (ακόμη και εάν δεν πρόκειται τελικά να συμφωνήσουν όλα) και με όρους διαφανείς. Και βέβαια δεν είναι συναίνεση το να περάσει η κυβέρνηση στο στενό της ακροατήριο ότι «μην ανησυχείτε, γιατί ακόμη και εάν δεν έχουμε αυτοδυναμία έχουμε ήδη βρει κυβερνητικό εταίρο», ιδίως όταν ο εταίρος δεν έχει και κάποια σχετική διάθεση. Ούτε είναι συναίνεση το «εάν δεν συμφωνήσετε σε μια αντιθεσμική λογική, θα βγούμε να σας καταγγείλουμε ότι δεν θέλετε συναίνεση, και ελέγχουμε αρκετά Μέσα ώστε να περάσουμε τη γραμμή».
Όλα αυτά μας ξαναφέρνουν μπροστά σε ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως χώρα αυτή τη στιγμή. Ότι μας κυβερνά μια κυβέρνηση που υποσχέθηκε τη θεσμική κανονικότητα, αλλά στην πράξη έκανε το αντίθετο αντιμετωπίζοντας την εξουσία όχι ως ευθύνη και λειτούργημα, αλλά ως τρόπαιο και εργαλείο για κομματική χρήση και εκμετάλλευση. Μια κυβέρνηση που όχι μόνο δεν επιθυμεί τη συναίνεση, αλλά στην πράξη δεν επιθυμεί ούτε να παραδώσει την εξουσία, ούτε να τη μοιραστεί. Μια κυβέρνηση που ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο δεν θα σταματήσει να προσπαθεί να χειραγωγήσει τους θεσμούς. Πράγμα που σημαίνει ότι όσοι υποστηρίζουν ότι αυτό είναι κατήφορος για τη χώρα, καλά θα κάνουν να μην τη διευκολύνουν σε αυτό το σχεδιασμό.
Σύμφωνα με μια νέα έρευνα, μια μικροσκοπική πρωτεΐνη που μέχρι τώρα περνούσε απαρατήρητη φαίνεται πως επηρεάζει πολύ περισσότερο απ’όσο νομίζαμε την πείνα.