Tο Αφγανιστάν δεν ήταν ποτέ μια ιδιαίτερα φιλόξενη περιοχή για ξένα στρατεύματα. Η χώρα, που αποτέλεσε ήδη από τον 19ο αιώνα και το «Μεγάλο Παιχνίδι» (The Great Game), δηλαδή τον ανταγωνισμό της τσαρικής Ρωσίας και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για την Κεντρική Αία, ένα πεδίο μεγάλων συγκρούσεων, συχνά συνδέθηκε με μεγάλες αποτυχίες των ξένων εισβολέων.

Αυτό το κατάλαβαν πολύ οδυνηρά οι Βρετανοί όταν τον Ιανουάριο του 1842 είδαν την υποχώρηση από την Καμπούλ να μετατρέπεται σε μια εξοντωτική ήττα στα ορεινά περάσματα του Χίντου Κους όταν χιλιάδες στρατιώτες, μέλη οικογενειών και βοηθητικό προσωπικό σκοτώθηκαν από συνεχείς επιθέσεις Αφγανών ανταρτών. Ήταν τόσο μεγάλη η σφαγή που στις 13 Ιανουαρίου 1842 η βρετανική φρουρά στην Τζαλαλαμπάντ είδαν μία μοναχική φιγούρα να πλησιάζει, τον τραυματισμένο στρατιωτικό γιατρό Ουίλιαμ Μπράιντον, τον μοναδικό επιζώντα από ένα στρατό με 4500 ενόπλους και 1200 μη στρατιωτικούς (οικογένειες, υπηρέτες κ.λπ.). Η ιστορία αναφέρει ότι ο Μπράιντον επιβίωσε γιατί για να αποφύγει το κρύο είναι γεμίσει το καπέλο του με σελίδες ενός περιοδικού και έτσι το χτύπημα με σπαθί που δέχτηκε στο κεφάλι δεν ήταν μοιραίο.

Αρκετά χρόνια αργότερα ήταν οι Ρώσοι που θα αναγκαστούν να αποχωρήσουν το 1989 και αυτοί χωρίς να έχουν εξασφαλίσει ότι η φιλοσοβιετική κυβέρνηση του Αφγανιστάν θα μακροημέρευε στην εξουσία, παρότι κατάφερε να αντέξει μέχρι το 1991. Ούτως ή άλλως στην περίπτωση της σοβιετικής εισβολής, που έγινε ύστερα από πολλές ταλαντεύσεις και με μια αρκετά αντιφατική κατάσταση και στο ίδιο το «αδελφό» κόμμα, τα πράγματα ήταν περίπλοκα από την αρχή, καθώς οι ΗΠΑ, σε μια επιλογή στην οποία αρχικά έπαιξε ρόλο ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, είχαν επιλέξει να στηρίξουν τους Αφγανούς αντάρτες στην προσπάθειά τους να εμπλέξουν την ΕΣΣΔ σε μια πολεμική περιπέτεια από την οποία μόνο κόστος θα είχε.

Η ώρα της αποχώρησης των ΗΠΑ

Φαινομενικά οι ΗΠΑ τα πήγαν σε πρώτη φάση καλύτερα στο Αφγανιστάν. Η άφιξή τους το 2001 έφερε και μια συντριπτική στρατιωτική υπεροχή που κατάφερε να οδηγήσει το ισλαμικό κίνημα σε υποχώρηση ενώ επέτρεπε και στις ΗΠΑ να καταστρέψουν σε σημαντικό βαθμό τις βάσεις της Αλ Κάιντα στη χώρα.

Ωστόσο, οι δυο δεκαετίες που ακολούθησαν δεν κατάφεραν να φέρουν στο Αφγανιστάν την ειρήνη και την πολιτική ανασυγκρότηση που υποσχέθηκαν οι ΗΠΑ. Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια που δόθηκαν δεν έγινε εφικτό να εξασφαλιστεί ότι οι ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης της Καμπούλ θα μπορούν να ελέγξουν όλη τη χώρα.

Και βέβαια η μεγαλύτερη αποτυχία των ΗΠΑ και των λοιπών δυτικών δυνάμεων ήταν ότι αυτός που ήταν ο βασικός στόχος της εισβολής το 2001, δηλαδή η διάλυση των Ταλιμπάν, κατέληξε σε μια συνθήκη όπου οι Ταλιμπάν όχι μόνο έχουν ανασυγκροτηθεί αλλά και διεκδικούν ουσιαστικά να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επόμενη μέρα της αποχώρησης των ΗΠΑ.

Σε αυτό το φόντο είναι γεμάτη συμβολισμούς η ίδια η ολοκλήρωση της αποχώρησης του κύριου όγκου των αμερικανικών δυνάμεων από τη βάση της Μπαγκράμ που έφυγαν όσο πιο γρήγορα και με τη μικρότερη δημοσιότητα, με τον Αφγανό συνδιοικητή της βάσης να το πληροφορείται εκ των υστερών.

Πώς θα επιδιώξουν οι ΗΠΑ να διατηρήσουν παρουσία

Οι ΗΠΑ προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να διατηρήσουν μια παρουσία στο Αφγανιστάν, ακόμη και μετά την αποχώρηση των δυνάμεών του. Διάφοροι λόγοι συγκλίνουν σε αυτό: θέλουν να παραμείνει στην Καμπούλ μια φιλοδυτική κυβέρνηση. Πρέπει να διατηρήσουν δυνατότητες συλλογής πληροφοριών σε μια χώρα στην οποία βρίσκουν καταφύγιο μερικές από τις βασικές ένοπλες οργανώσεις που αποτελούν απειλή για τις ΗΠΑ. Δεν θα ήθελαν να ενισχύεται η παρουσία άλλων δυνάμεων, όπως η Ρωσία ή Κίνα.

Σε αυτό το φόντο οι ΗΠΑ, που στην ίδια την Καμπούλ θα διατηρήσουν 650 αξιωματικούς και στρατιώτες για τη φύλαξη της Πρεσβείας έχουν επενδύσει στα ακόλουθα βήματα: (α) στη διατήρηση ενός σημαντικού αριθμού ενόπλων από τις ιδιωτικές μισθοφορικές εταιρείες (αυτή τη στιγμή πάνω από 16.000 υπάλληλοι τέτοιων εταιρειών, πολλοί από αυτούς με προηγούμενη εμπειρία στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις). (β) Στην αξιοποίηση των αμερικανικών βάσεων στον Περσικό, κυρίως στο Κατάρ και των αεροπλανοφόρων στην περιοχή, στη λογική ότι εάν χρειαστεί θα μπορούν να «σηκώσουν» drones και βομβαρδιστικά μεγάλων αποστάσεων, κάτι το οποίο υπογράμμισε και ο πρόεδρος Μπάιντεν όταν είπε ότι οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν δυνατότητα παρέμβασης «πέρα από τον ορίζοντα». (γ) Στην προσπάθεια να αποκτήσουν ξανά βάσεις στις γειτονικές με το Αφγανιστάν χώρες, γιατί οι προηγούμενες δεν λειτουργούν πια, αν και εδώ θα υπάρξουν δυσκολίες εάν σκεφτούμε ότι π.χ. το Πακιστάν έχει ήδη δηλώσει ότι δεν φιλοξενήσει στο έδαφός του αμερικανικές βάσεις.  (δ) Στην εξασφάλιση ότι η Τουρκία, ως συμμαχική δύναμη θα εξασφαλίσει την άμυνα του αεροδρομίου της Καμπούλ, ώστε να μπορεί να υπάρχει μια δυνατότητα διαφυγής των διπλωματικών αποστολών, των εργαζομένων σε ΜΚΟ και λοιπού προσωπικού.

Οι ίδιες ΗΠΑ θα ήθελαν να κάνουν στο Αφγανιστάν αυτό που έκανε η Ρωσία σε σχέση με την κυβέρνηση Άσαντ στη Συρία. Δηλαδή, να τη στηρίξουν κυρίως μέσα από μεγάλους βομβαρδισμούς και λιγότερο με παρουσία στρατιωτικού προσωπικού στο έδαφος, με ταυτόχρονη χρήση μισθοφορικών εταιριών. Ωστόσο, αυτό που παραβλέπει ο συλλογισμός αυτός είναι ότι η κυβέρνηση Άσαντ απολάμβανε μιας νομιμοποίησης σε ένα τμήμα της συριακής κοινωνίας και επίσης είχε τη δυνατότητα να στηρίζεται σε σημαντικό μέρος του κρατικού μηχανισμού και των συριακών ενόπλων δυνάμεων.

Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα ενός είδους «υβριδικού πολέμου» στο Αφγανιστάν. Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα μπορέσουν με αυτό τον τρόπο να αλλάξουν πραγματικά τον συσχετισμό, με δεδομένη και την απώλεια αξιοπιστίας που φέρνει ο τρόπος που αποχωρούν.

Η επιστροφή των Ταλιμπάν

Η βασική παράμετρος που διαμορφώνει αυτή τη στιγμή συσχετισμούς στο Αφγανιστάν είναι η εντυπωσιακή επιστροφή των Ταλιμπάν τα τελευταία χρόνια. Μια επιστροφή που στηρίζεται και σε μετασχηματισμούς του ισλαμιστικού κινήματος. Καταρχάς έχουν καταφέρει να διευρύνουν την εθνοτική τους βάση και δεν είναι ένα ρεύμα που κυρίως εκπροσωπεί τους Παστούν. Εκτιμάται ότι πλέον έως και 30% των Ταλιμπάν σήμερα δεν είναι Παστούν, αλλά Τατζίκοι, Ουζμπέκοι ακόμη και Σιίτες Χαζάροι. Αυτό διευκολύνει σημαντικά την προσπάθεια να καταλάβουν το σύνολο της χώρας.

Έπειτα, δείχνουν να έχουν μάθει να «κάνουν πολιτική». Αυτό δεν αφορά μόνο το γεγονός ότι κατάφεραν στις διαπραγματεύσεις στη Ντόχα να εξασφαλίσουν το 2020 τη συμφωνία με τις ΗΠΑ – μια συμφωνία ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και μια οντότητα που οι ΗΠΑ επισήμως δεν αναγνωρίζουν –, αλλά και το πώς κινούνται στο Αφγανιστάν όπου επιμένουν ότι δεν επιδιώκουν ένα αιματοκύλισμα και ότι γι’ αυτό δεν έχουν επικεντρώσει στις πόλεις όπως και ότι διάφορες περιοχές παραδίδονται σε αυτούς «εθελοντικά». Ταυτόχρονα, διακηρυκτικά επιμένουν ότι θέλουν τη συνέχεια της συζήτησης με τις άλλες αφγανικές πολιτικές δυνάμεις για την επιδίωξη πολιτικής λύσης, αλλά με δεδομένη την αποχώρηση όλων των ξένων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των τουρκικών δυνάμεων φύλαξης του αεροδρομίου.

Την ίδια στιγμή πάντως, ο ρυθμός με τον οποίο κερδίζουν περιοχές δείχνει ότι έχουν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν συνολικά την εξουσία στη χώρα.

Ρωσία και Κίνα ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα

Η Ρωσία δεν έχει κρύψει την ανησυχία της για την κατάσταση στο Αφγανιστάν. Κυρίως ανησυχεί ότι μια αποσταθεροποίηση της χώρα θα διαμορφώσει χώρο για τη δράση οργανώσεων όπως το Ισλαμικό Κράτος. Η Μόσχα θεωρεί ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο συνδυασμό ανάμεσα στο πώς χειρίζονται οι ΗΠΑ την αποχώρησή τους και την απουσία μιας εσωτερικής ειρηνευτικής πολιτικής διαδικασίας και μιας μεταβατικής κυβέρνησης που να μπορεί να εκπροσωπεί το σύνολο των αφγανικών πολιτικών ρευμάτων. Ουσιαστικά, ζητά μεγαλύτερη ευελιξία και από την κυβέρνηση της Καμπούλ και από τους Ταλιμπάν με τους οποίου έχει επικοινωνία.

Η Μόσχα, που δεσμεύεται και από τις προβλέψεις του Οργανισμού για τη Συνθήκη Συλλογικής Ασφάλειας να προσφέρει βοήθεια και προστασία στις χώρες της Κεντρικής Ασίας που έχουν συνυπογράψει τη συνθήκη, έχει πει ότι θα παρέμβει εάν υπάρξει άμεση απειλή προς αυτές και ήδη έχει ενισχύσει τη βάση της στο Τατζικιστάν. Ωστόσο, έχει πει ότι το όριο είναι η σύγκρουση να ξεφύγει από τα σύνορα του Αφγανιστάν. Αυτό φάνηκε και στα όσα είπε στις 9 Ιουλίου ο Σεργκέι Λαβρόφ: «Ως προς τη συνεχιζόμενη στρατιωτική δράση εν απουσία μιας πολιτικής διαδικασίας, τότε τα γεγονότα στην επικράτεια του Αφγανιστάν μιας ενδιαφέρουν αποκλειστικά από την οπτική γωνία μιας πιθανής επέκτασης (spillover) των ταραχών στην επικράτετεια των συμμάχων μας», είπε, για να συμπληρώσει «το γεγονός ότι οι Ταλιμπάν έχουν καταλάβει συνοριακά σημεία ελέγχου στο σύνορο με το Ιράν, στο σύνορο με το Τατζικιστάν… ενώ αυτό συμβαίνει στην επικράτεια του Αφγανιστάν δεν πρόκειται να αναλάβουμε μέτρα πέραν των επίμονων εκκλήσεων μας η πολιτική διαδικασία, την οποία όλοι οι Αφγανοί έχουν πει ότι υποστηρίζουν, να συμβεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα».

Καθόλου τυχαία πάντως στις 9 Ιουλίου εκπρόσωποι των Ταλιμπάν βρέθηκαν στην Μόσχα όπου ένας από αυτούς δήλωσε ότι «Θα πάρουμε όλα τα μέτρα ώστε το Ισλαμικό Κράτος να μη δρα από το αφγανικό έδαφος και η επικράτειά μας δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον των γειτόνων μας», ενώ συμπλήρωσε ότι «το 85% της επικράτειας του Αφγανιστάν βρίσκεται από τον έλεγχό μας»,

Με προσοχή και ανησυχία παρακολουθεί τις εξελίξεις και η Κίνα. Οι παλαιότεροι δεσμοί ανάμεσα στους Ταλιμπάν και Ουιγούρους μαχητές με βάση το Αφγανιστάν είναι ένας από τους βασικούς λόγους. Ένας άλλος ήταν ότι θα ήθελε να ενσωμάτωνε και το Αφγανιστάν στην όλη αρχιτεκτονική της στρατηγικής «Μία ζώνη, ένας δρόμος». Από τη μεριά τους οι Ταλιμπάν έχουν προσπαθήσει να καθησυχάσουν το Πεκίνο, επιμένοντας ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία της Ντόχα με τις ΗΠΑ που αναφέρει ότι δεν θα επιτρέψουν στο έδαφος του Αφγανιστάν να χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για επιθέσεις σε άλλες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο έχουν υπάρξει και συνομιλίες ανάμεσα στους Ταλιμπάν και την Κίνα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο